Το νέο νομικό πλαίσιο για την έρευνα

Standard

 Αναπαραγωγή του κυρίαρχου Παραδείγματος και κατακερματισμός

του Φάνη Παπαγεωργίου και του Νικόλα Βαγδούτη

Ραούλ Χάζουμαν, "Ο Τάτλιν μένει σπίτι"

Σκιαγραφώντας τον νόμο Διαμαντοπούλου, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές συνιστώσες όσον αφορά την έρευνα. Πρώτον, την οικονομική-εισπρακτική διάσταση: περικοπή των κονδυλίων έρευνας και  των υποτροφιών, επιβολή ή αυξήσεις διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, άνοιγμα της ερευνητικής διαδικασίας στην αγορά για προσέλκυση επενδύσεων. Δεύτερον, αποκλειστικός προσανατολισμός προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, αποσύνδεση από τη βασική έρευνα. Tρίτον, προσπάθεια οριοθέτησης κάθε επιστήμης εντός του κυρίαρχου Παραδείγματος, με τη θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια. Χωρίς να υποτιμάμε την πρώτη διάσταση, που παραδίδει την έρευνα στους ιδιώτες, επιβάλλει ταξικούς φραγμούς και δημιουργεί εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, θα εστιαστούμε στις δύο άλλες συνιστώσες.

***

Ο νόμος θεσμοποιεί το άνοιγμα της έρευνας στην αγορά, ενώ η κρατική χρηματοδότηση  στοχοπροσηλώνεται στην «καινοτομία».[1] Αποτυπώνεται, δηλαδή, μια σαφής στροφή προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, καθώς ως «καινοτομία» νοείται η εφαρμοσμένη έρευνα που κατατείνει σε υλικά και εμπορευματικώς εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα. Η έμφαση στην εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, όπως θα δείξουμε, συνδέεται άμεσα με την ιδεολογική κυριαρχία εντός του υπάρχοντος Παραδείγματος.

Στην εμπειρική-εφαρμοσμένη συνιστώσα κάθε επιστήμης υπεισέρχεται αναγκαστικά το ιδεολογικό στοιχείο (Μπαλτάς 2002)· ως εκ τούτου, η βάση των επιστημονικών διαμαχών έγκειται στο ιδεολογικό στοιχείο[2] και τη μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Το ιδεολογικό στοιχείο εμφιλοχωρεί ανανοηματοδοτώντας και ερμηνεύοντας υπάρχουσες έννοιες και θεωρίες, και νοηματοδοτώντας ταυτόχρονα ιδεολογικά σχήματα εν τη γενέσει τους, προσδίδοντάς τους ένα μανδύα θεωρίας. Παρενθετικά, πρέπει να σημειώσουμε πως η μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων έχει διαβαθμίσεις. Για παράδειγμα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τα οικονομικά είναι σαφώς μεγαλύτερη από ό,τι στις θετικές επιστήμες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι διάφορες εκδοχές της έννοιας της αιτιότητας, τέκνο της μαθηματικοποίησης της οικονομικής θεωρίας ύστερα από την επικράτηση της νεοκλασικής σχολής. Η μαθηματικοποίηση αυτή προσπαθεί με στρεβλό τρόπο να άρει την μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Αυτό γίνεται αντιληπτό αν συνυπολογίσουμε τον ρόλο της θεμελίωσης, της ακαδημαϊκής τεκμηρίωσης και της ηγεμονίας έτσι των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη βάση των διδαγμάτων της νεοκλασικής σχολής.

Ένα θεωρητικό σύστημα, και πολύ περισσότερο μια επιστήμη, ορίζεται καταρχάς σε σχέση με το αντικείμενό του, το οποίο έχει υπόσταση εννοιακή-θεωρητική, δηλαδή δεν δίνεται άμεσα από την εμπειρία, αλλά συγκροτείται θεωρητικά, στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου εννοιακού-θεωρητικού πεδίου (Μηλιός 1997). Πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι κάθε μορφή έρευνας αντιπαραθετική με τη συγκρότηση της επιστήμης. Όμως, στο πλαίσιο της εμπειρικής-εφαρμοσμένης έρευνας, ειδικά όταν τοποθετείται απέναντι στη βασική έρευνα, ο υποψήφιος διδάκτωρ γίνεται εργαζόμενος στην κατακερματισμένη επιστήμη. Η εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, συνήθως αποκομμένη από τις θεωρητικές αρχές της επιστήμης και σε αντίστιξη με τη βασική έρευνα, εμπλέκει επιστήμονες από ετερόκλητα γνωστικά πεδία προκειμένου να συνδράμουν στη σύνθεση των επιμέρους επιστημών. Θα αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα: τη χρήση στατιστικής και μαθηματικών, στο πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης αλλά και των οικονομικών, που δημιουργεί αξιώσεις κανονικοποίησης και αλήθειας μέσω του «αυταπόδεικτου» των μαθηματικών.

Η τάση κατακερματισμού της έρευνας ενισχύεται μέσα από τα project, όπου επιστήμονες από πολύ διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα και διαφορετικές χώρες ασχολούνται σπονδυλωτά με υπομέρη έρευνας, αρθρώνοντας την επιστήμη σε υπομέρη-υποενότητες, εκτός του πλαισίου της επιστήμης ως ολότητας. Όλα αυτά αποτυπώνουν την τάση διαχωρισμού της έρευνας από τα εννοιακά-θεωρητικά πεδία της επιστήμης, κάτι που ανακόπτει ουσιαστικά την όποια ενδεχομενικότητα, αποξενώνοντας τον επιστήμονα ερευνητή από την εννοιακή συγκρότηση της επιστήμης και αναπαράγοντας έτσι την κυρίαρχη άποψη, εντός της επιστήμης, ως επιστήμη.

Η επιστήμη συγκροτείται επί τη βάσει τριών στοιχείων, δεμένων μεταξύ τους διαλεκτικά: του εννοιολογικού συστήματος των θεωριών, του αντικειμένου της και των αποδεικτικών διαδικασιών που προσιδιάζουν σ’ αυτήν. Τα στοιχεία αυτά συναρθρώνουν δομή με την τεχνική έννοια του όρου (Baltas 1989). Σημείο εκκίνησης, έτσι, πρέπει να είναι η διαδικασία επίλυσης προβλημάτων (διατύπωσης θεωρητικών προτάσεων, κατανόησης της εμπειρικής-εφαρμοσμένης πραγματικότητας) σαν διαδικασία παραγωγής ενός τρόπου παραγωγής. Απαραίτητα στοιχεία για την παραγωγή ως τέτοια είναι να έχει οριστεί ο στόχος της, να υπάρχουν τα μέσα και η πρόθεση για την παραγωγή, και συνακόλουθα η ανταλλακτική αξία της έρευνας.

Η ανταλλακτική αξία συνδέεται με τη χρησιμότητα που έχει  ένα θεωρητικό σχήμα (λ.χ. η πρόβλεψη των κρίσεων στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας) και, υπ’ αυτή την έννοια, με την αξία χρήσης του. Σαν πρώτη ύλη χρησιμοποιούνται υπάρχουσες γνώσεις με τη μορφή εδραιωμένων εννοιών, θεωρημάτων και πορισμάτων, καθιερωμένων μεθόδων συμπερασμού και εργαλεία στη σφαίρα των επιστημών (μαθηματικά στη διαδικασία πρόβλεψης, φυσικές αναλύσεις όπως η ανάλυση φάσματος στην περιοδολόγηση κυκλικών διακυμάνσεων κλπ.). Ταυτόχρονα, η διαδικασία παραγωγής γνώσης προϋποθέτει και την ανθρώπινη νοητική εργασία για την επίλυση των εκάστοτε προβλημάτων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένες τάσεις τις οποίες επιβεβαιώνει και ο πρόσφατος νόμος. Ο υποψήφιος διδάκτωρ αποκόπτεται από τα αποτελέσματα της εργασίας του: ο κατακερματισμός της επιστήμης, δηλαδή,  μπορεί να νοηθεί και ως αύξηση του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας στο πλαίσιο της επιστήμης. Αυτή η τάση έχει δύο ξεκάθαρες συνέπειες: Πρώτον, η κατεύθυνση της επιστήμης εξαρτάται από τις βουλές αυτών που θα καθορίσουν το επιστημονικό εύρος και τα ερωτήματα που τίθενται στα projects. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με μια έννοια του νεαρού Μαρξ, ο υποψήφιος διδάκτορας αλλοτριώνεται/αποξενώνεται από τα αποτελέσματα της έρευνας/παραγωγής του, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τις εργασιακές και μισθολογικές του αξιώσεις. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια τάση μείωσης του εργασιακού κόστους, με τη μείωση της αμοιβής των εργαζόμενων υποψηφίων διδακτόρων.

Τέλος, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία που σχετίζεται με την αξία χρήσης της επιστήμης. Εδώ και κάποια χρόνια, παρατηρείται η τάση αποτίμησης της ακαδημαϊκής έρευνας με κριτήρια ποσοτικά — μια διαδικασία δημιουργίας αγοράς που θα αποτιμά τις αξίες χρήσης που παράγονται. Η ποσοτικοποίηση της ακαδημαϊκής έρευνας περνάει μέσα από τη δημιουργία του Impact Factor που υπολογίζεται, με έναν μαθηματικό τύπο, με βάση τον αριθμό των αναφορών (references) ενός περιοδικού: ένα άρθρο σε επιστημονικό περιοδικό με επιφανή ονόματα έχει περισσότερες πιθανότητες να διαθέτει πολλές αναφορές, όπως και ένα άρθρο που επιβεβαιώνει συμπεράσματα της εκάστοτε επιστημονικής ορθοδοξίας δημιουργώντας ένα αυστηρό path dependency στην επιστήμη. Πρόκειται για μια διαδικασία στεγανοποίησης της επιστήμης εντός του πλαισίου του  κυρίαρχου Παραδείγματος, η οποία  ενισχύει εμπρόθετα την οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, με τον νέο νόμο υποτροφίες θα δίνονται μόνο σε όσους έχουν επιβλέποντες διακεκριμένα μέλη της επιστημονικής κοινότητας, πιέζοντας ακόμα περισσότερο στην οριοθέτηση της έρευνας εντός του κυρίαρχου Παραδείγματος. Πολλά δυνάμει αντικείμενα εργασίας εγκαταλείπονται και εξαφανίζονται, λόγω ακριβώς της πρόσδεσης των αποτελεσμάτων της επιστήμης στην ιδεολογία. Το σύστημα αξιολόγησης-αποτίμησης είναι ο μηχανισμός που πιστοποιεί ότι τα προϊόντα διαθέτουν αξία χρήσης, και έτσι μπορούν να ανταλλαγούν. Ο μηχανισμός αυτός είναι ορατός και γνωστός στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας, και έτσι δεν έχουμε μια τυφλή αγοραία διαδικασία, αλλά μια εποπτεύσιμη διαδικασία αναπαραγωγής.

Συνοψίζοντας, ο νέος νόμος θεσμοθετεί τη διαδικασία στεγανοποίησης της έρευνας εντός του κυρίαρχου επιστημολογικού Παραδείγματος, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με τον κατακερματισμό της επιστήμης και την κατανόησή της ως τρόπου παραγωγής. Γι’ αυτό, η κριτική μας στον νόμο δεν γίνεται μόνο από τη σκοπιά της «ιδιωτικοποίησης» της έρευνας, αλλά και από τη σκοπιά της στεγανοποίησης της κυρίαρχης άποψης εντός της κάθε επιστήμης, διά της εξειδίκευσης και του κατακερματισμού που επιβάλλει η αγορά στον νέο επιστήμονα.

Μηλιός, Γ. (1997), Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Κριτική, Αθήνα.

Μπαλτάς Α. (2002), Για την επιστημολογία του Λουί Αλτουσέρ, νήσος, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. (1977), «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», στο Θέσεις¸ μετ. Ξ. Γιαταγάνας, Θεμέλιο, Αθήνα.

Baltas Α. (1989), «Luis Althusser and Joseph D. Sneed: A Strange Encounter in Philosophy of Science?», στο K. Gavroglu, Y. Goudaroulis and P. Nicolacopoulos (επιμ.) Imre Lacatos and Theories of Scientific Change, Kluwer, Dordrecht.

Ο Φάνης Παπαγεωργίου και ο Νικόλας Βαγδούτης είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές, μέλη της Νεολαίας ΣΥΝ


[1] Μέσω της υπαγωγής όλων των ερευνητικών κέντρων στην εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας. Κεντρική διακήρυξη της υπουργού, που επαναλαμβάνεται διαρκώς,  είναι ο εμπορικά αξιοποιήσιμος χαρακτήρας της έρευνας.

[2] Η ιδεολογία νοούμενη ως συστατικό στοιχείο της φύσης του ανθρώπου που συγκροτεί το άτομο σε και ως υποκείμενο (Αλτουσέρ 1977).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s