Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς: ένα αθησαύριστο (;) νεανικό ποίημα του Κ. Βάρναλη

Standard

 του Νίκου Σαραντάκου

Ο Κώστας Βάρναλης το 1914 (ΕΛΙΑ)

Αθησαύριστο ποίημα είναι το ποίημα που δεν έχει καταγραφεί μετά την πρώτη του δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα — αν δεν έχει καν εκδοθεί και το βρίσκουμε στα χαρτιά του ποιητή, πρέπει να το πούμε, θαρρώ, ανέκδοτο. Βέβαια, επειδή για τους περισσότερους ποιητές μας δεν υπάρχει πλήρης βιβλιογραφία, πάντοτε έχουμε μια επιφύλαξη αν κάποιο έργο τους είναι όντως αθησαύριστο — εξού και το ερωτηματικό στον τίτλο.

Ο Κώστας Βάρναλης (1883-1974) ποτέ δεν προχώρησε σε συγκεντρωτική έκδοση των νεανικών ποιημάτων του που βρίσκονταν σκορπισμένα σε διάφορα έντυπα, δηλαδή που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή του (Κηρήθρες, 1904, μέχρι πριν από λίγα χρόνια λάνθανε· Πυθμένες, 1905) ή στις μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις. Όταν το 1956 εξέδωσε τα Ποιητικά του στον Κέδρο, πλάι στις δυο μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις (Το φως που καίει και Σκλάβοι πολιορκημένοι) παρέθεσε και μια εκλογή από τα άλλα ποιήματά του, «όσα νόμιζα πως μπορούσανε να δούνε το φως», μεταξύ των οποίων «μερικά νεανικά (ξαναδουλεμένα, όσο σηκώνανε) που χαραχτηρίζουνε την πνευματική πορεία όχι μόνο τη δικιά μου παρά και της εποχής εκείνης».

Σε αυτή την εκλογή ο Βάρναλης στάθηκε εξαιρετικά φειδωλός, αφήνοντας απέξω πολλά εξαιρετικά ποιήματα· ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου θυμάται πως ο Βάρναλης «με πολλούς δισταγμούς, φοβερά δύσπιστος, αποφάσιζε να συμπεριλάβει κάποιο απ’ αυτά τα παλιά» ποιήματα στα Άπαντά του, που ο ίδιος ο Παπαϊωάννου κρίνει πως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «άπαντα». Αιτία των δισταγμών δεν ήταν τόσο η αισθητική αξία των ποιημάτων όσο το γεγονός ότι ο ποιητής, μετά την ιδεολογική του στροφή απέρριπτε το προηγούμενο έργο του.

Το 1975, δηλαδή μετά τον θάνατο του Βάρναλη, ο Γ.Π. Σαββίδης, που πίστευε ότι στη δημοσιευμένη το 1956 εκλογή «αδικείται υπερβολικά η πρώτη ποιητική του περίοδος», παρουσίασε στο (πολύ δυσεύρετο σήμερα) περιοδικό Ηριδανός (τχ. 1) μερικά αθησαύριστα νεανικά ποιήματα του Βάρναλη, ενώ, στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού, ο Αλέξανδρος Αργυρίου πρόσθεσε ακόμα περισσότερα, ώστε ο συνολικός αριθμός να φτάνει περίπου στα 40 αθησαύριστα ποιήματα. Αργότερα, ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου δημοσίευσε τρία αθησαύριστα σονέτα (άρθρο στο περιοδικό Πολιτιστική, 1984) και μια παρωδία, με αποτέλεσμα να έχει συγκεντρωθεί ένα πολύ αξιόλογο σώμα ποιημάτων, που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμιά συγκεντρωτική έκδοση σε βιβλίο. Τη δεκαετία του 1990 ο Γιάννης Δάλλας επανεξέδωσε, με υποδειγματική φιλολογική επιμέλεια, τις μεγάλες ποιητικές συνθέσεις του Βάρναλη, όμως τα μεμονωμένα ποιήματα παραμένουν ασυγκέντρωτα και έτσι απρόσιτα στο ευρύ κοινό.

Ο Γ. Π. Σαββίδης, στο άρθρο του στον Ηριδανό, υποθέτει ότι η συγκομιδή αθησαύριστων βαρναλικών ποιημάτων θα ήταν πλουσιότερη αν είχε κατορθώσει να βρει το περιοδικό Παν, που εξέδιδε το 1908-9 ο Άριστος Καμπάνης, και το οποίο συγκατέλεγε τον Βάρναλη στους τακτικούς συνεργάτες του, αλλά το πλήρες σώμα του δεν υπήρχε σε καμιά βιβλιοθήκη. Πρόσφατα, ψάχνοντας για κάτι άλλο στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ, βρήκα το σώμα του περιοδικού Παν και μπόρεσα να διαπιστώσω ότι η εικασία του Σαββίδη ήταν σωστή: βρέθηκε πράγματι ένα ποίημα του Βάρναλη, που φαίνεται αθησαύριστο, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών μελετητών τους οποίους ρώτησα (Γιάννης Δάλλας, Γιώργος Ζεβελάκης, Μανόλης Σαββίδης).

Το ποίημα που θα σας παρουσιάσω δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4-5 του περιοδικού Παν (Μάρτιος-Απρίλιος 1909), που μάλλον είναι και το τελευταίο του περιοδικού, στις σελ. 145-146 (συγκεντρωτική σελιδαρίθμηση). Υπάρχει μια μικρή ασυνέπεια, δηλαδή στο εξώφυλλο του περιοδικού το ποίημα αναγγέλλεται με τίτλο «Στην αρχήν της κοριτσίστικης ελικιάς», ενώ στην κυρίως δημοσίευση παραλλάζει ελαφρώς: «Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς». Μετατρέπω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

ΣΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΙΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΕΛΙΚΙΑΣ

                                 Στο μοναδικό νέο και ποιητή Γ. Πολίτη

Με το γλυκό αγεράκι η άνοιξη

         έφερε την φουσκοδεντριά

της ζαχαρένιας ελικιάς σου

         και στα σπλάχνα σου

πλήθος οι παπαρούνες άνθισαν…

         κι ανάβρυσε η πηγή της ζωής

στη ρίζα της μεστής σου νιότης

         κι η μανούλα σου

σου ’φανε φορεσιά μακριότερη!

         Και τα μάτια σου κάθε νιο

φεγγάρι αχνά βαθουλωμένα

         μαυροκόβονται

και γίνεσαι άσπρη και βαριόθυμη.

         Τι ο άγνωστος έρωτας κρυφά

έρχεται και σου σαγιτεύει

         και ματώνει σου

τ’ άμαθα σωθικά· και γίνεται

         η αγνή χιονάτη σου κοιλιά

σαν λαβωμένο περιστέρι

         μες το σύννεφο!

Τον τέλειωσε πλέον η μαστόρισσα

         φύση το θείο σου το ναό

κι άναψε μέσα τη φωτιά της

         την ακοίμητη

και το λαχταριστό κορμάκι σου

         λαμποκοπάει βράδυ κι αυγή

σκληρό της πεθυμιάς ακόνι·

         κι ο άσπρος κόρφος σου

φουσκώνει αργά σαν το σιτάρινο

         κρουστό ζουμάρι και ζεστό!

Κι η ζωντανή πνοή του κάμπου

         στην κατάσαρκη

πουκαμισούλα σου έτσι χαίρεται

         που στο γαλάζιον ουρανό

δεν πάει ν’ ανέβει όπου ο όρθιος ήλιος

         συχνοκράζει την!

ω! στον ιερό χορό τα τέλεια

         πλάσματα δέχοντάς σε τι

σου τραγουδάνε, θαν το μάθεις

         λίγο αργότερα!…

                                             Κ. Ι. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Το ποίημα εντάσσεται απόλυτα στην ποιητική παραγωγή του Βάρναλη εκείνης της περιόδου: τολμηρό, διονυσιακό στο περιεχόμενο, με τον «ελευθερωμένο» στίχο (έκφραση του Α. Αργυρίου) που βρίσκουμε και σε άλλα βαρναλικά ποιήματα της ίδιας εποχής, θα μπορούσε θαυμάσια να έχει δημοσιευτεί σε κάποιο από τα τεύχη του περιοδικού Ηγησώ, που είχε ιδρύσει ο Βάρναλης μαζί με άλλους νεαρούς λογοτέχνες το 1907 (Καρβούνης, Λαπαθιώτης, Φιλύρας, κτλ.), το οποίο όμως είχε σταματήσει την έκδοσή του τον Φεβρουάριο του 1908. Άλλωστε, το ποίημα είναι αφιερωμένο στον Γεώργιο Πολίτη, φίλο του Βάρναλη, ο οποίος, μαζί με τον αδελφό του Φώτο ήταν επίσης στη δεκαμελή εκδοτική ομάδα της Ηγησώς, ενώ και η υπογραφή «Κ. Ι. Βάρναλης», με το αρχικό του πατρωνύμου (Ιωάννης) είναι η ίδια όπως στα ποιήματα της Ηγησώς.

Το λεξιλόγιο έχει επίσης τη σφραγίδα της εποχής· η λέξη ελικιά του τίτλου δεν είναι ψυχαρική κατασκευή για να αποφευχθεί το λόγιο ηλικία (άλλωστε οι κατασκευές αυτές βρίσκονταν κυρίως στη φαντασία των καθαρευουσιάνων): είναι παλιός λαϊκός τύπος που σημαίνει όχι μόνο την ηλικία αλλά και την εξωτερική εμφάνιση του σώματος, το παράστημα, π.χ. «τρέμω την ελικίτσαν σου, φοβούμαι την θεωριάν σου» στον Ερωτόκριτο ή «να μη μαυρίζει, λυγερή, στον ήλιο η ελικιά σου» σε καταλόγι. Εδώ πάντως η λέξη χρησιμοποιείται με τη σημασία της ηλικίας: είναι ένα ποίημα που υμνεί τον ερχομό της εφηβείας στο νεαρό κορίτσι, που παύει πια να είναι παιδούλα.

Συνομήλικος του Βάρναλη, ο Άριστος Καμπάνης, ο εκδότης του Πανός, γερός φιλόλογος και ποιητής, στα νιάτα του ήταν, ας πούμε, νεοϊδεάτης, ίσως και σοσιαλιστής· με τα χρόνια ακολούθησε πορεία προς τα δεξιά, φτάνοντας να γίνει εκδότης και διευθυντής του μεταξικού Νέου Κράτους, και κατέβηκε και το στερνό σκαλοπάτι στου κακού τη σκάλα, όταν έγινε στην Κατοχή εκδότης του ναζιστικού Εικοστού αιώνα. Δεν είχε την ικανότητα ελιγμών που επέδειξαν άλλοι και, καταδικασμένος για δοσιλογισμό, πέθανε το 1956 στο Δρομοκαΐτειο. Στο περιοδικό Παν, που έβγαλε όλα κι όλα τέσσερα τεύχη (το τελευταίο διπλό), υπάρχει μία ακόμα συνεργασία του Βάρναλη, Η γυναίκα πο ’χει γενιά από τ’ άλογο, μετάφραση από αρχαίο ποίημα του Σιμωνίδη του Αμοργίνου, στο πρώτο τεύχος. Η μετάφραση αυτή περιλαμβάνεται στα «Άπαντα» του Κέδρου, με επουσιώδεις αλλαγές.

Ακόμα κι αν δεν είναι αθησαύριστο (διότι δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να έχει καταγραφεί κάπου), το ποίημα για την κοριτσίστικη ελικιά ασφαλώς είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό και ταιριάζει να δημοσιευτεί στην Αυγή, που ο Βάρναλης ήταν συνεργάτης της από τα πρώτα της βήματα στη δεκαετία του 1950 (και από την Αυγή συνταξιοδοτήθηκε το 1958). Πέρα από την ποιητική του αξία καθαυτήν, το ποίημα συμπληρώνει μια ψηφίδα στο παζλ του ποιητικού έργου του Βάρναλη και αναδεικνύει το οξύμωρο: ο Βάρναλης είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές, εξακολουθεί να είναι δημοφιλής και να έχει απήχηση, έχουν εκδοθεί σε βιβλίο τα φιλολογικά του απομνημονεύματα ή (επιλογή από) τα χρονογραφήματά του, κι όμως το ποιητικό του έργο δεν έχει ακόμα συγκεντρωθεί! Σε καιρούς κρίσης, θα βρεθεί άραγε τρόπος να καλυφθεί το κενό αυτό;

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς: ένα αθησαύριστο (;) νεανικό ποίημα του Κ. Βάρναλη

  1. Πίνγκμπακ: Περιεχόμενα 20.11 « ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s