Για τις μέρες που θα ’ρθούν

Standard

 του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Μαν Ραίυ, "Οι εραστές"

Και είναι αλήθεια ότι είμαι πια σε μια αμηχανία. Όχι γιατί δεν πιστεύω ότι πρέπει να αντιδράσουμε απέναντι σε όλα αυτά τα οικονομικά μέτρα που εξαθλιώνουν τη ζωή μας. Ασφαλώς και πρέπει. Αλλά γιατί ταυτόχρονα –και δεν αναφέρομαι βέβαια στον υποκριτικό κυρίαρχο λόγο– αισθάνομαι ότι πρέπει να ψάξουμε  όσα οδήγησαν εδώ, να δούμε τα στραβά, να αναζητήσουμε τις αλλαγές, γύρω μας και μέσα μας. Αλίμονο, σκέφτομαι, εάν τα όσα συμβαίνουν σήμερα δεν γίνουν η αφορμή για να σκεφτούμε ξανά, να αναθεωρήσουμε, να βρούμε καινούργιους τρόπους. Να αλλάξουμε. Γιατί αλλιώς θα μείνουμε είτε να μοιρολογούμε για όσα χάσαμε ή θα χάσουμε, είτε να ξαναγυρνάμε δογματικά στο χθες, ξαναστήνοντας ήρωες και προδότες, θυσιάζοντας το πιο γόνιμο κομμάτι του αναστοχασμού και της αμφισβήτησής μας για το παρελθόν στη λογική της άμυνας απέναντι  σ’ έναν παντοδύναμο και διαχρονικό εχθρό που και πάλι επιτίθεται.

Μόνο που αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να είναι εκείνη που μας υπαγορεύουν με τον σχεδόν αποικιοκρατικό λόγο τους τα πρωτοσέλιδα των μεγάλων διεθνών μέσων ενημέρωσης. Δεν μπορεί να είναι το αγχωτικό κυνήγι του «ευρωπαϊκού» προτύπου, ενός ακαθόριστου και ανύπαρκτου επί της ουσίας προτύπου, στο οποίο ποτέ θεωρητικά δεν μπορέσαμε να φτάσουμε, πολίτες εμείς μιας ανοργάνωτης μπανανίας του Νότου. Δεν μπορεί να είναι η ενοχή για όσα γενικώς και αορίστως όλοι έχουμε, στη βάση ενός ισοπεδωτικού λόγου που εξομοιώνει συλλήβδην τα λογής λογής προνόμια με τα 700 ευρώ που έγιναν 500 και συνεχίζουν να μειώνονται για τους ανθρώπους που μπαίνουν στην αγορά εργασίας ή, ακόμα χειρότερα, για όλους εκείνους που μένουν στην ανεργία. Δεν μπορεί να είναι ούτε οι κραυγές των δημοσιογράφων που θυμήθηκαν την αντίσταση, έχοντας υπηρετήσει για χρόνια  το καθεστώς που τώρα καταγγέλλουν.

Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να είναι. Όχι ότι δεν είμαστε μέρος μιας ευρύτερης δυτικής κοινωνίας –ποιος θυμάται αυτό που λέμε Τρίτο Κόσμο;–, που συνολικά τα τελευταία χρόνια εθίζεται στην κατανάλωση, θεοποιεί την απόλαυση, εξαντλεί τις φυσικοπαραγωγικές πηγές, καταστρέφοντας το περιβάλλον, που σε πολλά πράγματα έφτασε, μας το δείχνουν οι στατιστικές, στα όριά της. Γιατί αυτός ο λόγος που κυκλοφορεί γύρω μας, επιχειρώντας να μας συνετίσει, δεν είναι αθώος. Φέρνει μαζί του τη διάκριση, την ανισότητα και την αδικία: το κήρυγμα για την ανάγκη να ακυρωθούν κατακτήσεις χρόνων πάει χέρι χέρι με την υπόρρητη επιθυμία να περιθωριοποιηθούν οικονομικά εκείνοι που βρίσκονταν ήδη στα άκρα, να καταργηθούν όσα οι κοινωνίες μας πέτυχαν τα τελευταία χρόνια.

Η αλλαγή λοιπόν πρέπει πρώτα από όλα να είναι δική μας επιλογή. Όχι εμμένοντας στις αυταπάτες ότι τίποτα δεν πρέπει να αλλάξει, ούτε ότι μπορούμε να λειτουργούμε σα να μη συμβαίνει τίποτα, ούτε πάλι ζητώντας λύσεις-σοκ, αδιαφορώντας για την αγωνία και τον πόνο των ανθρώπων. Αλλά προσπαθώντας να βάλουμε τη δικιά μας ατζέντα, τα δικά μας ερωτήματα, αποφασίζοντας με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε. Αποδεχόμενοι ότι αύριο θα είναι μια νέα μέρα, διαφορετική από ό,τι πιστεύαμε λίγο καιρό πριν. Μπορούμε άραγε να την ονειρευτούμε τώρα που όλα μοιάζουν να βουλιάζουν; Όχι μόνοι μας· ίσως μαζί με όλους εκείνους τους νεότερους ανθρώπους που πασχίζουν να βρουν τη δική τους ανάσα, ξαναφτιάχνουν τις συλλογικότητες τους, εφευρίσκουν καινούργιους τρόπους επιβίωσης και αλληλεγγύης σε έναν κόσμο καθημερινά και πιο άξενο; Ας το σκεφτούμε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Για τις μέρες που θα ’ρθούν

  1. Πίνγκμπακ: Περιεχόμενα 27.11 « ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s