Περιεχόμενα 4.12

Standard

Jean-Baptiste Siméon Chardin, "Νεκρή φύση με μπριός", 1763

Μεταξύ επιβίωσης και ανατροπής: το μάθημα του Τοκβίλ: Νικόλας Σεβαστάκης    

Η κυρία Διαμαντοπούλου  παίζει με τα μπουρλότα: Νίκος Θεοτοκάς

Λούτσιο Μάγκρι (1932-2011). Διάλογος με ένα σύντροφο που δραπέτευσε: Γιάγκος Ανδρεάδης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια: Νίκος Σαραντάκος

Όλες οι μέρες (πλέον) είναι του Αλέξη: Μάνος Αυγερίδης

Occupy Wall Street: Eίμαστε η ποίηση επί τοις εκατό: Κατερίνα Σταυρούλα

Είναι δυνατή η ρύθμιση του χώρου σε εποχή γενικευμένης απορρύθμισης; Ελένη Πορτάλιου

«Η Ελλάς», η  επίσημη κυβερνητική εφημερίδα των Δεκεμβριανών ένα άγνωστο ντοκουμέντο: Κλέων Ιωαννίδης

Μεταξύ επιβίωσης και ανατροπής: το μάθημα του Τοκβίλ

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Καρθαγένη 1936. Φωτογραφία του Ντέιβιντ Σέιμουρ

Σε ένα γράμμα του από τον πρώτο καιρό της εξουσίας του «Ναπολέοντος του Μικρού» –κατά τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό του Ουγκώ για τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα τον Τρίτο–, ο Τοκβίλ σημειώνει: «Σχεδόν ποτέ δεν σπάμε ένα καθεστώς πραγμάτων όταν αυτό βρίσκεται στην πιο μισητή του φάση, αλλά όταν, αρχίζοντας κάπως να βελτιώνεται, επιτρέπει στους ανθρώπους να αναπνέουν, να σκέφτονται, να επικοινωνούν τις σκέψεις τους και να μετρούν την έκταση των δικαιωμάτων και των δυστυχιών τους. Τότε λοιπόν το βάρος της κατάστασης, αν και μικρότερο, φαίνεται ανυπόφορο».[1]

Σε αυτές τις γραμμές, ο πολιτικός στοχαστής Τοκβίλ επαναλαμβάνει την υπόθεση την οποία έχει εξετάσει και στο βιβλίο του για τη Γαλλική Επανάσταση και το Παλαιό Καθεστώς. Κι εκεί υποστήριζε ότι η Επανάσταση δεν ξέσπασε στις περιοχές όπου οι «μεσαιωνικοί θεσμοί» ήταν περισσότερο ζωντανοί και ισχυροί, αλλά εκεί όπου αυτοί οι θεσμοί είχαν ήδη ξεθυμάνει: «Τα δεσμά τους έγιναν περισσότερο αβάσταχτα εκεί όπου ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο βαριά».

Για να έλθουμε στο σήμερα, ακόμα και μετριοπαθείς φωνές όπως αυτή του Χάμπερμας αισθάνονται την ανάγκη να μιλήσουν για τον νέο πολιτικό δεσποτισμό που διαγράφεται στην Ευρώπη. Αλλά η γενική κατεύθυνση προς την αυταρχική «δημοσιονομική διακυβέρνηση» (αυτό είναι το δικό μας είδος δεσποτισμού) συμπίπτει με την όξυνση της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, με σημαντικά προβλήματα υλικής επιβίωσης και αξιοπρέπειας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κυρία Διαμαντοπούλου παίζει με τα μπουρλότα

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

 Εδώ και καιρό, η υπουργός Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (και Εθνικής Παιδείας, παρεμπιπτόντως), η γαληνοτάτη κυρία Άννα Διαματοπούλου, καταγίνεται να πυρπολήσει τα πανεπιστήμια.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τον ίδιο τον νόμο 4009/11.  Θα περιοριστώ μόνο στα «θερμά» φαινόμενα των ημερών μας, που έχουν να κάνουν με τις πραξικοπηματικές και άκρως παρα-θεσμικές μεθοδεύσεις για την εφαρμογή του. Ειδικότερα, θ’ αναφερθώ μόνο στην ένταση που έχει προκαλέσει ο, απευθείας διά της υπουργικής καμαρίλας, διορισμός πενταμελών επιτροπών που θα διοργανώσουν τις εκλογές για την ανάδειξη των «εσωτερικών» ανά ΑΕΙ μελών του Συμβουλίου. Η κατάσταση αυτή θυμίζει μπουρλότο  με αναμμένα τα φυτίλια.

Ξεκινώ με δυο σημεία που θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του αυτονόητου. 1. Κανείς δεν δικαιούται, επειδή έτσι του αρέσει, να καταλύει τις συνταγματικές εγγυήσεις για την πλήρη αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου. 2. Κανείς δεν δικαιούται, ως κρατικός εντεταλμένος,  να ασκεί διοικητικές πράξεις στο πανεπιστήμιο ενάντια στην εκφρασμένη συλλογική βούληση των θεσμικών οργάνων διοίκησης κι ενάντια στις κείμενες συνταγματικές διατάξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Λούτσιο Μάγκρι (1932-2011): Διάλογος με ένα σύντροφο που δραπέτευσε

Standard

του Γιάγκου Ανδρεάδη

Ο σύντροφος Λούτσιο Μάγκρι διάλεξε να τελειώσει τη ζωή του τη Δευτέρα, στα 79 του χρόνια, με «επικουρούμενο θάνατο» στην Ελβετία, όπου η ευθανασία δεν διώκεται, «για προσωπικούς και πολιτικούς λόγους». Είχε κάνει ήδη το ίδιο ταξίδι προς την Ελβετία μια ή δυο φορές, αλλά είχε επιστρέψει στην Ιταλία, γιατί δεν ένιωθε βέβαιος ότι ήταν έτοιμος να αναχωρήσει. Κάποιοι από τους πιο στενούς  του φίλους, ειδοποιημένοι για το έσχατο αυτό ταξίδι του, περίμεναν συγκεντρωμένοι στο σπίτι του με ένα ποτήρι κρασί το τηλεφώνημα που ανήγγειλε ότι αυτή τη φορά δεν θα υπήρχε επιστροφή.

Ο σύντροφος Μάγκρι ζήτησε να μη γραφούν νεκρολογίες. Σεβόμενος την επιθυμία του θα μιλήσω σα να ήταν ζωντανός, για τις ιδέες, τις θέσεις του και τη δράση του, για τον κόσμο του Ιl manifesto και τη σχέση του με τον κομμουνισμό, την επανάσταση, καθώς και με την ελληνική αντίσταση κατά της Χούντας. Και, αψηφώντας μια παράδοση που θέλει τους αριστερούς να μιλούν μόνον για τα συλλογικά, για τη μορφή του και τη ζωή του.

Ο Μάγκρι ήταν από τους πιο όμορφους άντρες που είδα ποτέ μου. Μαζί με τη σύντροφό του, τη Λουτσιάνα Καστελίνα, ήταν για μας τους νεότερους, που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 βρεθήκαμε κοντά στο Ιl manifesto, το χρυσό ζευγάρι της ιταλικής Aριστεράς. Οι δυο τους, μαζί με τη Ροσάνα Ροσάντα, τον Πιντόρ, τον Νατόλι και άλλους νέους, αποτελούσαν το ρεύμα της κομμουνιστικής Αριστεράς, που συσπειρώνονταν γύρω από τον Πιέτρο Ινγκράο, τον ηγέτη που με τη δράση, τα γραφτά, αλλά κυρίως με την καθημερινή πράξη του, όπως μπορέσαμε να γνωρίσουμε από κοντά οι Έλληνες, έπειθε ότι κομμουνισμός μπορεί να σημαίνει ανθρωπισμός.

Όταν η ομάδα διαγράφηκε από το κόμμα, ο Ινγκράο δεν τους ακολούθησε. Παρά ταύτα, ολόκληρα τμήματα του κόμματος σε πανιταλική κλίμακα, κυρίως σε επίπεδο μεσαίων στελεχών, μπήκαν σε επαφή με την επιθεώρηση και στη συνέχεια με την εφημερίδα του Il Manifesto, και τελικά προσχώρησαν στην οργάνωση που σχηματίστηκε γύρω της. Γνώρισα την ηγετική ομάδα από κοντά σε σύντομα ταξίδια και στη συνέχεια όταν, μετά τις συλλήψεις των μελών του «Κινήματος 20 Οκτώβρη», το 1970, έμεινα στην Ιταλία, ως συνεργάτης της εφημερίδας. Συνέχεια ανάγνωσης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

 Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Το σκεπάρνι, εργαλείο των μαστόρων, μαραγκών και οικοδόμων, είναι από παλιά μαζί μας: στον Όμηρο διαβάζουμε για «σκέπαρνον εΰξοον» (ε 237), σκεπάρνι ακονισμένο. Ο σκέπαρνος και το σκέπαρνον έδωσε στα ελληνιστικά χρόνια το σκεπάρνιον, και από εκεί στο σκεπάρνι. Το οποίο σκεπάρνι σήμερα, ως λέξη, το χρησιμοποιούν κι αυτοί που δεν μαστορεύουν, λόγω της πολύ διαδεδομένης φράσης, που την έβαλα και στον τίτλο, «καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι», που τη λέμε για κάποιον που κορδώνεται και καμαρώνει υπερβολικά, επιδεικτικά, συχνά χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι γύφτοι ήταν τεχνίτες στα χωριά, σιδεράδες και χαλκιάδες, κι η φράση βγήκε επειδή το γύφτικο σκεπάρνι έχει λαβή κυρτή, κι έτσι θυμίζει τον άνθρωπο που κορδώνεται με την κοιλιά προς τα έξω, ακριβώς τη στάση του σώματος που είχε ο Άδωνης Γεωργιάδης όταν πήγαινε να ορκιστεί υφυπουργός.

Το τσεκούρι, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο από το σκεπάρνι, και το βρίσκουμε με τρία βασικά συνώνυμα στο ελληνικό λεξιλόγιο· τα άλλα δύο είναι ο πέλεκυς και ο μπαλτάς. Ο πέλεκυς είναι ιθαγενής, ήδη ομηρικός, όπως και το σκέπαρνον: στην Ιλιάδα (Γ60), ο Πάρης κατηγορεί τον  Έκτορα ότι η καρδιά του είναι σκληρή σαν το τσεκούρι που σκίζει τον κορμό του δέντρου («κραδίη πέλεκυς… ατειρής»). Η λέξη έχει περάσει στη δημοτική (πελέκι), δώσει ρήματα (πελεκάω) και παράγωγα, έχουμε και την παροιμία για τον άνθρωπο αγράμματο που είναι ξύλο απελέκητο, ενώ ακούγεται πολύ το κλισέ για τον πέλεκυ της δικαιοσύνης που θα πέσει βαρύς και αμείλικτος πάνω σε όσους παρανομούν, μόνο που, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, αυτός ο πέλεκυς φαίνεται να έχει στομώσει· μάλλον απαλό σαν χάδι είναι το άγγιγμά του για τους ημέτερους, πιο πολύ σαν φτερό που ξεσκονίζει.

Ο μπαλτάς, από την άλλη, μας ήρθε από ανατολικά, τούρκικο δάνειο (balta), από εκεί και ο μπαλτατζής, δηλαδή ο ξυλοκόπος, που είναι και επώνυμο. Το τσεκούρι, αντίθετα, που ήρθε από τα δυτικά, έχει πιο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή, από το μεσαιωνικό τσεκούριον και το ελληνιστικό σεκούριον φτάνουμε στο λατινικό securis, που σήμαινε τον πέλεκυ. Αυτό το securis, παρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την οικογένεια λέξεων του security. Προέρχεται από το ρήμα secare, που σημαίνει «κόβω, τέμνω», απ’ όπου προέκυψαν τα διάφορα section (τομέας) των αγγλικών και γαλλικών.

Βαρύ και κοφτερό το τσεκούρι, όταν πέφτει δεν συγχωρεί: τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με σκληρή αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές· η φρασεολογία μας διαθέτει κάμποσα συνώνυμα: τσεκουράτα, χύμα και τσουβαλάτα, ορθά κοφτά, νέτα σκέτα.

Φωτιά και τσεκούρι, είναι έκφραση που δηλώνει την ολοσχερή καταστροφή, ιδίως σε καιρό πολέμου· αυτή την τακτική εφάρμοσε ο Ιμπραήμ για να γονατίσει τον επαναστατημένο Μοριά, ως αντίποινα φωτιά και τσεκούρι υποσχέθηκε στους προσκυνημένους ο Κολοκοτρώνης, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το (όχι και πολύ αμερόληπτο) βιβλίο που αφιέρωσε στον Εμφύλιο ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι μαθητές κι οι φοιτητές λένε «έπεσε τσεκούρι» όταν στις εξετάσεις κοπούν πολλοί. Όμως εδώ και κάμποσο καιρό στον τόπο μας έχει αρχίσει να πέφτει ανελέητο και ασταμάτητο τσεκούρωμα στα πάντα: στους μισθούς και στις συντάξεις, στα δικαιώματα και στα κεκτημένα, στις ελπίδες των μεγαλύτερων και στα όνειρα των νέων. Δεν είναι τυχαίο που το πρόγραμμα αυτό ανέλαβε να το φέρει σε πέρας, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, μια κυβέρνηση που έχει υπουργό της κάποιον που κράδαινε στα νιάτα του τσεκούρι. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λέμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Όλες οι μέρες (πλέον) είναι του Αλέξη

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Αφίσα της Σταυρούλας Β. Οικονόμου για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Σάββατο βράδυ στη γειτονιά των Εξαρχείων. Δύο αστυνομικοί  «περιπολούν» την περιοχή, με όσα εισαγωγικά έχουν ανάγκη οι λέξεις όταν η πραγματικότητα τις ξεπερνά  — η ακριβέστερη διατύπωση πιθανώς είναι: «δυο μπάτσοι πουλάνε νταηλίκι, τραμπουκίζοντας τους περαστικούς»· «μπάτσοι διαλεχτοί που ψάχνουν πασαρέλα», όπως λέει το γνωστό τραγούδι. Κατεβαίνουν από το περιπολικό και κατευθύνονται πεζοί προς ένα τσούρμο εφήβων. Φωνές, σειρήνες και πυροβολισμοί μπλέκονται σε μια περίεργη (αν και όχι πρωτότυπη) σύνθεση, μακάβρια. Απομακρύνονται αργά, χωρις να κοιτάξουν πίσω. Μπαίνουν στο περιπολικό και φεύγουν.

Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί κείτεται νεκρό, δολοφονημένο. Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το όνομά του, Αλέξης. Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος που έχασε τη ζωή του από χέρι αστυνομικού στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είχε προηγηθεί ο Ιάκωβος Kουμής, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, ο Μιχάλης Καλτεζάς, ο Νίκολας Τόντι και άλλοι, μετανάστες κυρίως, αλλά και Έλληνες, που δεν μάθαμε ποτέ ή δεν συγκρατήσαμε τα ονόματά τους. Κι ανάμεσά τους τα τόσα ακόμη κρούσματα και οι διαφορετικές μορφές καταστολής, βίας και αυθαιρεσίας που πληθαίνουν δημιουργώντας μια κανονικότητα· φέρνοντάς μας ξανά μπροστά στην κρίσιμη συζήτηση για την ύπαρξη και τον ρόλο της αστυνομίας, τον αυταρχισμό του κράτους, τα όρια αυτού που ονομάζουμε (καθ’ υπερβολή άραγε;) «δημοκρατία» και τους τρόπους αντίδρασης σε ό,τι συμβαίνει, τα δικά μας μέσα, τα ερωτήματα και τις απαντήσεις μας.

Αφίσα του Beekeeper για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, από την οποία μεθαύριο συμπληρώνονται τρία χρόνια, και τα γεγονότα που ακολούθησαν, υπήρξε αναμφισβήτητα ένα ορόσημο, συμβολικά και πραγματικά. Οι λέξεις «Δεκέμβρης» και «Δεκεμβριανά» ανασημασιοδοτήθηκαν, απέκτησαν μια δεύτερη ζωή που δεν αφορά ασφαλώς μόνο το στενά «κινηματικό» λεξιλόγιο. Πλέον πρέπει να διευκρινίζει κανείς για ποιόν Δεκέμβρη μιλάει· ενδεχομένως, μάλιστα, να είναι πια σχεδόν αδύνατη η μνημόνευση του ενός έξω απ’ το φίλτρο του άλλου.

 Από την άλλη μεριά, με αφορμή τον Δεκέμβρη άλλαξαν πολλά τόσο στον κινηματικό μας μικρόκοσμο όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Το μέγεθος της συμμετοχής στην αντίδραση που συνέγειρε το γεγονός είναι ενδεικτικό. Η δολοφονία του Αλέξη προκάλεσε σε μεγάλη έκταση μια κοινωνική δυναμική αντίστασης, οργής και αγανάκτησης. Ένα κομμάτι της νεολαίας πολιτικοποιήθηκε εκ των πραγμάτων βίαια, μπαίνοντας (άτσαλα ίσως, είναι αλήθεια) στον κινηματικό στίβο. Νέες συλλογικότητες δημιουργήθηκαν, πολιτικοϊδεολογικοί χώροι και νοοτροπίες ενισχύθηκαν ή αποδυναμώθηκαν, νέα μέσα ενημέρωσης, διάδοσης της πληροφορίας και συμμετοχής μπήκαν για τα καλά στη ζωή μας, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τις εν λόγω έννοιες. Η διαδικασία αυτή, που ούτως ή άλλως είναι διαρκής, δεν έχει ολοκληρωθεί και παραμένει ανοιχτή. Τροφοδοτήθηκε δε στη συνέχεια από τις μορφές (και το λεξιλόγιο) της κρίσης που άγγιξαν και συσπείρωσαν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Occupy Wall Street: Eίμαστε η ποίηση επί τοις εκατό

Standard

 της Κατερίνας Σταυρούλα

«Εύχομαι τα ποιήματά μου

τοποθετημένα σε στρατηγικές

θέσεις

να ανατινάζονταν

σαν βόμβες»

Από το ποίημα  «Για τον  Dennis Brutus» του Austin Straus

Το εξώφυλλο της «Occupy Wall Street Poetry Anthology».

Υπάρχει τρόπος να μετρήσει κανείς την πραγματική επιρροή ενός κινήματος; Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει να μετράται η βαθιά αλλαγή στην πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας. Και με βεβαιότητα αυτή η βαθιά αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς να αποτυπωθεί στην τέχνη. Άλλωστε, τα παραδείγματα του «αιώνα των επαναστάσεων» που γέννησε ρεύματα ανθρώπινης έκφρασης δεν είναι και τόσο μακρινά. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα που διανύουμε, η κρίση παράγει νέα κινήματα, με παγκόσμια δικτύωση και πολλά νέα εργαλεία έκφρασης. Η διαφοροποίηση των εργαλείων δεν διαφοροποιεί, παρ’ όλα αυτά,  τις πηγές. Από την Τυνησία μέχρι την Μαδρίτη, ο εξεγερμένος άνθρωπος χρειάζεται την τέχνη για να εκφραστεί. Και τη δημιουργεί.

Στρέφοντας το βλέμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κίνημα που ξεκίνησε σαν Occupy Wall Street για να πάρει διαστάσεις που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει, κρύβει στο οπλοστάσιό του αναπάντεχα όπλα. Ίσως τα ισχυρότερα. Αυτά που δημιουργούνται από λέξεις, χρώματα, νότες και φαντασία. Και ο πλούτος τους είναι τόσο απροσδόκητος όσο και το γεγονός μιας κατάληψης στην καρδιά της οικονομίας του «αμερικάνικου ονείρου».

Αφίσα της Favianna Rodriguez

Οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, πρώτα αλλάζουν τα ονόματα τοποθεσιών, επανανοηματοδοτώντας τα. Το Ζουκότι Παρκ πολύ γρήγορα μετονομάστηκε σε Πάρκο Ελευθερίας και πήρε τη θέση του δίπλα στην Πλατεία Ελευθερίας, στο κέντρο του Καΐρου. Η βίαιη εκκένωσή του από την αστυνομία της Νέας Υόρκης, κατ’ εντολήν του δημάρχου Μπλούμπεργκ είχε σαν αποτέλεσμα μια απώλεια που πέρασε σχετικά απαρατήρητη: η ανοιχτή βιβλιοθήκη της κατάληψης, που αριθμούσε ήδη τρεις χιλιάδες βιβλία, καταστράφηκε από τις αρχές. Η βιβλιοθήκη, που είχε το όνομα «Λαϊκή Βιβλιοθήκη», ήταν μια πρωτοβουλία στο πνεύμα και το γράμμα της κινητοποίησης: μια υπαίθρια βιβλιοθήκη, ανοιχτή και ελεύθερη σε όλους, που δημιουργήθηκε από δωρεές και περιείχε κάθε είδους έντυπα. Η ομάδα που την οργάνωσε, πέρα από τα χιλιάδες βιβλία που συγκέντρωνε και διακινούσε, πήρε και μια πρωτότυπη πρωτοβουλία: κάλεσε επανειλημμένα σε ανοιχτές βραδιές ποίησης, που πραγματοποιήθηκαν με το συγκινητικό σύστημα του «ανθρώπινου μικροφώνου». Το κάθε ποίημα περνούσε από τον απαγγέλλοντα σε όλα τα στόματα, για να το ακούσουν όλοι. Και όταν η ποίηση άρχισε να κυλάει, το επόμενο βήμα ήρθε πια φυσιολογικά. Το κάλεσμα στη δημιουργία της ποίησης του Occupy ήταν γεγονός. Ήταν ένα κάλεσμα που έφυγε μέσω του διαδικτύου και ταξίδεψε γρήγορα, ένα κάλεσμα χωρίς σύνορα. Και το αποτέλεσμα είναι η πρώτη, πιθανότατα, ανοιχτή και εξελισσόμενη ποιητική συλλογή που καταγράφεται στην ιστορία των κινημάτων. Συνέχεια ανάγνωσης