Από την κοινωνική τάξη στην ουτοπία: η επιστημονική και πολιτική διαδρομή του Ράιτ

Standard

O MΕΓΑΛΟΣ ΜΑΡΞΙΣΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΕΡΙΚ ΟΛΙΝ ΡΑΪΤ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου

Το έργο του Έρικ Όλιν Ράιτ εκτείνεται σε τέσσερις δεκαετίες και διακρίνεται από μια συνεχή προσπάθεια δημιουργικής ανανέωσης στα πεδία των κοινωνικών τάξεων, του κράτους και προσφάτως της κοινωνικής θεωρίας. Η ερευνητική πορεία που ακολούθησε μπορεί να χωριστεί σε δύο κύκλους, καθένας εκ των οποίων αντιστοιχεί σε μια διαφορετική επιστημονική και πολιτική φάση.

Ο πρώτος κύκλος ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και εκτείνεται ως τις αρχές του 1980. Ξεκινώντας τη διαδρομή του στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Ράιτ συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη, μαζί με τον James O’ Connor (συγγραφέα του εξαιρετικά επίκαιρου βιβλίου Η δημοσιονομική κρίση του κράτους), του περιοδικού Kapitalistate και της Ένωσης Μαρξιστών Κοινωνικών Επιστημόνων. Ο κύκλος του Kapitalistate φέρνει σε επαφή τους αμερικανούς κοινωνικούς επιστήμονες με την προβληματική του κράτους, όπως αυτή αναπτύσσεται εκείνη την περίοδο σε διάφορες τάσεις στην Ευρώπη. Οι τάσεις αυτές είναι κυρίως τρεις: ο γαλλικός δομομαρξισμός, η γερμανική σχολή της μεθοδικής παραγωγής του κράτους από τη λογική του κεφαλαίου και, τέλος, οι επεξεργασίες της ύστερης Σχολής της Φραγκφούρτης, όπως αυτές αποτυπώνονται στα έργα των Όφφε και Χάμπερμας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη μεταπολεμική περίοδο το ηγεμονικό παράδειγμα στα τμήματα των κοινωνικών επιστημών των αμερικανικών πανεπιστημίων ήταν ο δομολειτουργισμός, ο οποίος είχε εξοβελίσει τους όρους κράτος και κοινωνική τάξη από το λεξιλόγιό του ως μεταφυσικές αντικαθιστώντας τους με τους όρους κυβέρνηση και κοινωνικός ρόλος. Συνεπώς, ο στοχασμός για το κράτος με μαρξιστικούς όρους αποτελούσε, με τα δεδομένα της εποχής, μια πράξη σχεδόν επαναστατική.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Ράιτ καταπιάνεται με τη μελέτη των κοινωνικών τάξεων. Καταφεύγοντας στα νοητικά εργαλεία του μαρξισμού, προσπαθεί να ξεκλειδώσει τον γρίφο της μεσαίας τάξης. Παραδοσιακά, ο μαρξισμός θεωρούσε ότι ο τρόπος λειτουργίας του καπιταλισμού θα οδηγούσε αναπάντεχα σε μια ταξική πόλωση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εξαφανίζοντας όλα τα ενδιάμεσα στρώματα. Η εμπειρία των μεταπολεμικών δεκαετιών στην Ευρώπη και την Αμερική έμοιαζε να διαψεύδει αυτή την πρόγνωση. Οι μελέτες του Ντάρεντορφ, του Μπελ και του Γκόλντθορπ, τη δεκαετία του 1960, συνηγορούσαν υπέρ μιας ολοένα και αυξανόμενης μεσαίας τάξης, η οποία, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής, θα οδηγούσε στον τερματισμό των κοινωνικών ανταγωνισμών και συνεπώς στο τέλος της αριστερής πολιτικής. Η αναβίωση των μαρξιστικών επεξεργασιών τη δεκαετία του 1970 επιχείρησε ακριβώς να αμφισβητήσει τον αυτόνομο ρόλο της μεσαίας τάξης και να την εντάξει, με κάποιο τρόπο, στην πολιτική της Αριστεράς.

Ως γνωστόν η σημαντικότερη προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση έγινε από τον Νίκο Πουλαντζά ο οποίος διατύπωσε τις εξής θέσεις: Η εργατική τάξη οριοθετείται στενά στη βάση της παραγωγικής εργασίας και δεν ταυτίζεται συνολικά με τους μισθωτούς. Η μικροαστική τάξη χωρίζεται σε παλιά και νέα, με την πρώτη να έχει ιδιοκτησία και τη δεύτερη να κατέχει διευθυντικές θέσεις στην παραγωγική διαδικασία και να ασκεί πνευματική εργασία. Ορισμένα κομμάτια αυτής της τάξης ρέπουν προς την αστική, ενώ άλλα προς την εργατική. Καταφεύγοντας σε αυτό τον στενό ορισμό της εργατικής τάξης, ο Πουλαντζάς επιχειρεί να διατυπώσει με σαφήνεια τους όρους στη βάση των οποίων μπορούν να συναφθούν πολιτικές συμμαχίες ανάμεσα στην εργατική και τη μικροαστική τάξη, με την πρώτη να παίζει ηγεμονικό ρόλο.

Ο Ράιτ ακολουθεί διαφορετικό δρόμο σε σχέση με τον Πουλαντζά. Αποφεύγοντας να στηρίξει τις αναλύσεις του στη μαρξική θεωρία της αξίας, δεν αποδέχεται το δίπολο παραγωγική-μη παραγωγική εργασία που οδηγεί σε έναν στενό ορισμό της εργατικής τάξης. Αντιθέτως, προκρίνει το κριτήριο της κατοχής των μέσων παραγωγής που οδηγεί σε τρεις τάξεις: την εργατική η οποία πουλά την εργατική της δύναμη, το κεφάλαιο που κατέχει τα μέσα παραγωγής και τη μικροαστική τάξη που αυτοαπασχολείται. Μέσα σε αυτό το γενικό σχήμα προκύπτει μια σειρά αντιφατικών ταξικών θέσεων, φαινόμενο που χαρακτηρίζει κυρίως τα νέα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα, των οποίων τα μέλη δύνανται να ανήκουν σε περισσότερες από μία κοινωνικές τάξεις είτε επειδή ελέγχουν την εργασία τους είτε επειδή διαθέτουν μικροϊδιοκτησία. Το πολιτικό υπόβαθρο πίσω από την ανάλυση του Ράιτ έγκειται στο ότι τα άμεσα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων πρέπει να συνδεθούν με το θεμελιώδες συμφέρον, που δεν είναι άλλο από την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία προκύπτει από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Σε αυτή την κατεύθυνση συνεισφέρει η ευρεία οριοθέτηση της εργατικής τάξης, αλλά και οι ταξικές αντιφατικές θέσεις, οι οποίες δύνανται να στραφούν υπέρ αυτού του θεμελιώδους συμφέροντος και να οδηγήσουν τελικά σε έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

Με την έλευση της δεκαετίας του 1980 ο Ράιτ περνά στον δεύτερο κύκλο των ερευνητικών του επεξεργασιών, πραγματοποιώντας μια στροφή προς τον αναλυτικό μαρξισμό, ρεύμα που επιχειρεί τη μικροθεμελίωση ενός μέρους των μαρξιστικών επεξεργασιών στο επίπεδο του υποκειμένου, με κύριους εκπροσώπους τους Έλστερ, Βαν Πάρις, Κόεν και Ρόμερ. Σε αυτό το πλαίσιο, η προβληματική περί αντιφατικών ταξικών θέσεων υποχωρεί μπροστά σε τρία νέα φαινόμενα που ανασυντάσσουν τόσο τους όρους εκμετάλλευσης, όσο και τον ευρύτερο χάρτη της ταξικής διαστρωμάτωσης στον σύγχρονο καπιταλισμό Το πρώτο είναι ένα άτομο να ανήκει σε πολλαπλές ταξικές θέσεις, π.χ. να είναι υπάλληλος σε εταιρεία και ταυτόχρονα μικροϊδιοκτήτης. Το δεύτερο είναι οι διαμεσολαβούμενες ταξικές θέσεις, ήτοι η ταξική θέση των ατόμων να μην προκύπτει από τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία αλλά να προκύπτει από αλλού τύπου κοινωνικές σχέσεις,. Το τρίτο φαινόμενο είναι η χρονική διάσταση των ταξικών θέσεων. Εδώ, η ταξική θέση συναρτάται με την προοπτική του εργασιακού βίου.

Ο αναπροσανατολισμός της προβληματικής πάνω στις κοινωνικές τάξεις συνοδεύεται και από μια μεταβολή στο πολιτικό υπόβαθρο της ανάλυσης. Στο πλαίσιο της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, συστήματος με εμφανή σημάδια κοινωνικής εκμετάλλευσης κατά τον Ράιτ, και της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού, στόχος είναι η αναπλήρωση της έλλειψης, δηλαδή της Ουτοπίας. Μόνο με την υλοποίηση των ουτοπιών μπορεί να χτυπηθεί η λογική ότι δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος πέρα από τον καπιταλισμό. Στο βιβλίο του Envisioning Real Utopias, που κυκλοφόρησε το 2010, υποστηρίζει ότι ο δρόμος για την πραγματοποίηση της Ουτοπίας, ή καλύτερα των Ουτοπιών, περνάει μέσα από την κατίσχυση της κοινωνικής εξουσίας έναντι της οικονομικής και της πολιτικής. Η κοινωνική εξουσία βασίζεται στην πειθώ και τον διάλογο, ενώ η πολιτική εξουσία εδράζεται στον καταναγκασμό και η οικονομική εξουσία στην εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, η Ουτοπία μπορεί να υλοποιηθεί μόνο όταν οι θεσμοί της κοινωνίας συγκροτηθούν στη βάση της κοινωνικής εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εισαγωγής του κοινωνικού στοιχείου στους θεσμούς αποτελεί, κατά τον Ράιτ, η περίπτωση του συμμετοχικού προϋπολογισμού όπου οι πολίτες διαβουλεύονται και αποφασίζουν για την κατανομή των δημόσιων πόρων.

Ο Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής στο Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s