Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια

Standard

του  Δημήτρη Σαραντάκου

Δημήτρης Σαραντάκος

Αρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη «αύρα», που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε «Πασιονάρια». Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε. […]

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης — του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: «του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου». […]

Το προκατακλυσμιαίο των γνώσεων του Βαρούνη συνδυαζόταν με την ιδιόμορφη επιστημονική ορολογία, την οποίαν, αφού μάταια προσπάθησε να την επιβάλει στην επιστημονική κοινότητα της χώρας, την έκανε, αντιστάσεως μη ούσης, υποχρεωτική τουλάχιστον στο μάθημα του. Αλίμονο στο φοιτητή που στις εξετάσεις δεν έλεγε τα ηλεκτρόνια ηλεκτρά, τα πρωτόνια πρώτα, τα δευτερόνια δεύτερα, τα νετρόνια ουδέτερα και πάει λέγοντας! Υπήρχαν φυσικά και χειρότερα. Στους πολιτικούς μηχανικούς υπήρχε τότε καθηγητής που, στο μέσον ακριβώς του 20ού αιώνα, δίδασκε: «Εσχάτως (!!) οι σιδηρόδρομοι ηλεκτροφωτίζονται». […]

Ο καθηγητής της Αναλυτικής Χημείας, ο Χορς, αγγλικής ή βαυαρικής καταγωγής προφανώς, ήταν κάπως νεώτερος […] αλλά από επιστημονικής πλευράς είχε σταματήσει κάπου μεταξύ 1925 και 1930. Οι παραδόσεις του, στην ποιοτική ανάλυση, που την κάναμε στο πρώτο έτος, γίνονταν από κάτι άθλια λιθογραφημένα φυλλάδια, τα τυπωμένα πρωτότυπα των οποίων είχαν εξαντληθεί πριν τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας με πιστότητα ντικταφών το κείμενο, χωρίς να αλλάζει ή να παραλείπει ούτε μία φράση. Μερικές περικοπές είχαν μείνει στην ιστορία: «Κατά την αντίδρασιν ταύτην σχηματίζεται περίπλοκον ανιόν πολυπλόκου συστάσεως».

Επί πλέον ήταν κουφός όσο ένα ντουβάρι ή μάλλον πολύ περισσότερο (δοθέντος ότι εκείνην ακριβώς την εποχή και οι τοίχοι είχαν αυτιά). Γι’ αυτό κυκλοφορούσε εξοπλισμένος με ισχυρότατο όσο και παλαιοτάτης τεχνολογίας ακουστικό, του οποίου το μεγάφωνο ήταν χωμένο στο αυτί του, το μικρόφωνο ήταν τοποθετημένο στο στέρνο του κάτω από το πουκάμισο και οι μπαταρίες στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Τα καλώδια, που συνέδεαν τα τρία συστατικά μέρη, περνούσαν μέσα από τα μανίκια του και ξεπρόβαλλαν από το κολλάρο ή τις κουμπότρυπες του πουκάμισου, δίνοντας του κάπως την όψη κάποιου παλαιϊκού ρομπότ, που μόνο η φαντασία του Ιουλίου Βερν θα μπορούσε να επινοήσει.

Αλλά κι οι αναλυτικές μέθοδοί του ήταν επίσης αρχαϊκές. Όταν στο Πανεπιστήμιο ο Στάθης είχε εισαγάγει ημιμικροαναλυτικές μεθόδους και στο Πολυτεχνείο ο Σβαμπ δίδασκε την απορρόφηση, το εργαστήριο της Αναλυτικής Χημείας βασιζόταν ακόμα στην απεριόριστη χρήση αερίου υδροθείου. Ο θάλαμος υδροθείου βρισκόταν στο υπόγειο της Σχολής Καλών Τεχνών και μοσχοβολούσε σαν ανοιχτός βόθρος.

Αν το υδρόθειο αφθονούσε, το απεσταγμένο νερό ήταν είδος εν ανεπαρκεία. Η συσκευή παραγωγής του, ένας προκατακλυσμιαίος αποστακτήρας, τεραστίων διαστάσεων και αξιοθρήνητα μικρής παροχής, χαλούσε κάθε τρεις και λίγο. Κατά συνέπειαν, η «σπατάλη απεσταγμένου ύδατος, ιδίως δι’ αναστροφής του υδροβολέως», αποτελούσε παράπτωμα, που ο επιμελητής του εργαστηρίου, συγγενής και επίδοξος διάδοχος του καθηγητή, τιμωρούσε με πρόστιμο.

Πάντως παρά την τρομοκρατία που ασκούσε ο επιμελητής, άτομο με φάτσα και νοοτροπία πρωσική, το εργαστήριο της Αναλυτικής Χημείας παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον και είχε και τη σχετική πλάκα. Ο Αντώνης ο Φραγκίσκος, για παράδειγμα, είχε ανακαλύψει πως φυσώντας με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του και με τη βοήθεια λαστιχένιου σωλήνα, μέσα από το δίκτυο του γκαζιού, έσβηνε ταυτοχρόνως όλους τους λύχνους Μπούνσεν, πράγμα που το έκανε συχνά. Είχαμε επίσης διαπιστώσει πως το κλείσιμο των συρταριών με βρόντο, εκνεύριζε στο έπακρον τον επιμελητή και δεν παραλείπαμε να το κάνουμε, ενώ μέσα στον ορυμαγδό των αλλεπάλληλων παταγωδών κλεισιμάτων, ο επιμελητής ωρυόταν από το τραπέζι του: «Σιγά τα σουρτάρια!». […]

Στο πρώτο έτος τα γυάλινα σκεύη και όργανα τα είχαμε αγοράσει από την τσέπη μας και έτσι αν σπάζαμε τίποτα ο επιμελητής αδιαφορούσε. Στην ποσοτική ανάλυση όμως τα όργανα ήταν του εργαστηρίου και αν σπάγαμε κανένα ο επιμελητής το σημείωνε, ώστε στο τέλος του χρόνου να τα πληρώνουμε. Από το πρώτο έτος είχα αποχτήσει τη φήμη δεινού καταστροφέα γυάλινων οργάνων και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, δε βελτιώθηκα και πολύ στο δεύτερο. Κι όχι μόνο αυτό. Για μεγαλύτερη πλάκα οι συνάδελφοί μου φέρνανε δικά τους σπασμένα όργανα (το σπάσιμο των οποίων, φυσικά, ο Μπέσσης, ο επιμελητής, το είχε ήδη σημειώσει) και την άλλη μέρα τα ξανάσπαγα με πάταγο. Ο Μπέσσης υπολόγιζε πως στο τέλος του χρόνου θα χρωστούσα μια περιουσία, αλλά με έκπληξή του είδε πως, με βάση τις δικές του σημειώσεις, το οφειλόμενο ποσό ήταν λίγο ανώτερο από τον μέσον όρο.

Στη Γενική Φυσική είχαμε καθηγητή τον Παύλο Σαντορίνη, ιδιόρρυθμο όσο και ιδιοφυή τύπο «τρελού επιστήμονα», που παραμονές του πολέμου είχε εφεύρει και παραχωρήσει στον Ελληνικό Στρατό ένα είδος ραντάρ. Το ενδιαφέρον με τον Σαντορίνη δεν ήταν αυτό καθαυτό το μάθημά του, όσο κάποιες πειραματικές επιδείξεις που μας έκανε, πάνω στα μικροκύματα, στη στροφορμή και την αδράνεια. Πολλές φορές οι επιδείξεις του ήταν τόσο εντυπωσιακές, ώστε όλο το κατάμεστο αμφιθέατρο στο κτίριο Γκίνη τρανταζόταν από τα χειροκροτήματα. Αλίμονο όμως αν ακουγόταν και κάποιο (επιδοκιμαστικό έστω) σφύριγμα. Ο Σαντορίνης το θεωρούσε αποδοκιμασία ή χλεύη, σταματούσε την επίδειξη και ρωτούσε: «Ποιος σφύριξε;». Φυσικά δεν έπαιρνε απάντηση, και τότε έδιωχνε όλη τη σειρά των εδράνων από την οποία ακούστηκε το σφύριγμα. Γενικά ήταν απρόβλεπτος στην παράδοσή του. Μια φορά είχε γεμίσει τον πίνακα με εξισώσεις. Κάποιος από τους σπουδαστές (αν θυμάμαι καλά, ο Γυφτόπουλος, που αργότερα διέπρεψε ως καθηγητής στο ΜΙΤ) φώναξε: «Κύριε καθηγητά, κάνατε λάθος σε μια εξίσωση».

Ο Σαντορίνης εξεμάνη για τη διακοπή και την αμφισβήτηση της επιστημονικής του αυθεντίας: «Πώς σε λένε; Σου βάζω μηδέν. Ο Σαντορίνης δεν κάνει λάθη».

Μετά το μάθημα όμως και ενώ ξυριζόταν σε κουρείο της οδού Στουρνάρη, αναλογιζόμενος φαίνεται το επεισόδιο, διαπίστωσε πως ο σπουδαστής είχε δίκιο. Παράτησε το ξύρισμα και μπήκε, μισοσκουπισμένος από τις σαπουνάδες, στο αμφιθέατρο, όπου γινόταν μάθημα με άλλον καθηγητή.

«Ποιος με είχε διακόψει προηγουμένως;» ρώτησε.

Ο «φταίχτης» πού να μιλήσει. Ζάρωσε σε μια γωνιά και περίμενε.

«Παιδί μου, είχες δίκιο. Σου βάζω δέκα», λέει και βγαίνει από την αίθουσα.

Ο Σαντορίνης είχε μανία με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας* και είχε εγκαταστήσει στην ταράτσα του κτιρίου Γκίνη μια μικρή ανεμογεννήτρια, που τροφοδοτούσε με ρεύμα τα ηλεκτρικά ρολόγια του ιδρύματος. Μου είχε κάνει εντύπωση μια φράση του: «Θα έλθει μία ημέρα, κύριοι, που όποιος καίει πετρέλαιο ή παράγωγά του θα φυλακίζεται!» […]

Ενδιαφέρουσες επίσης ήταν οι παραδόσεις του καθηγητή της Γεωλογίας και Ορυκτολογίας. Ο Μάξιμος Μητσόπουλος, γιος και εγγονός καθηγητών Πανεπιστημίου, ήταν μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση και γλαφυρός στη διδασκαλία. […] Και την ψιλοκαζούρα μας ανέχθηκε και ενδιαφέρον μάθημα μας έκανε και σε γεωλογικές εκδρομές μας πήγε. Στο τέλος καθιερώθηκε με την πρώτη ευκαιρία να φωνάζουμε από κάτω: «Να πάμε!» εννοώντας να πάμε εκδρομή στο Λαύριο, στο Σουσάκι, στο Στρατώνι της Χαλκιδικής, στη Μήλο, στη Σαντορίνη ή όπου τέλος πάντων υπήρχαν τα ορυκτά ή τα πετρώματα, που ανέφερε στο μάθημά του. Μια φορά όμως μιλώντας για τον κρυόλιθο μας είπε: «Τοιούτον ωραίον δείγμα ορυκτού, κύριοι, ευρίσκεται εις Γροιλανδίαν!».

«Να πάμεεε!» αντιβούηξε η αίθουσα με μια φωνή. […]

Ο Βουρνάζος χρησιμοποιούσε κι αυτός ιδιότυπη ορολογία, αν και σε μικρότερη έκταση. Για παράδειγμα απέρριπτε ως αδόκιμο τον όρο «σιδηροπαγές σκιροκονίαμα| διότι, όπως εξηγούσε, σιδηροπαγές σημαίνει κάτι φτιαγμένο από σίδερο, ενώ εξ άλλου τα σκίρα δεν δημιουργούν κονίαμα λόγω του μεγάλου μεγέθους τους. Όσο για τον όρο «οπλισμένο σκιρόδεμα» τον εύρισκε τραγελαφικό. Αντ’ αυτών προσπαθούσε, εις μάτην, να επιβάλει τον όρο «φυρτόν σιδηροφόρον». Πρόκειται, εξηγούσε για συμφύραμα τσιμέντου, άμμου και σκίρων που φέρει σιδηρούν οπλισμόν.

Φυσικά όλα αυτά τα διατύπωνε εις άπταιστον αρχαίαν ελληνικήν, γιατί τον ενοχλούσε η πολυτυπία της καθαρεύουσας και αποστρεφόταν τη δημοτική ως χυδαία και ανάξια για επιστημονικά έργα. (Τον καιρό που είχαν γράψει σε θαυμάσια δημοτική ο Κριτικός Ανώτερα Μαθηματικά, ο Λούρος Μαιευτική και ο Παπαπέτρου, Φυσική). Ο Βουρνάζος, στις εισαγωγικές εξετάσεις του 1946 είχε πει στους διαγωνιζόμενους στην Έκθεση: «Κύριοι, ομιλώ την εθνικήν ελληνικήν γλώσσαν και θέλω αυτήν να χρησιμοποιείτε. Πάσα απόκλισις από την γλώσσαν αυτήν συνεπάγεται αποτυχίαν!».

Μια άλλη φορά, σε μια παράδοσή του είχε πει: «Πάσα απόκλισις προς την βουλγαρικήν (=δημοτική) θέλει παταχθεί αμειλίκτως!».

Στα μαθήματά του, αν δεν είχες μαζί σου λεξικό της αρχαίας ελληνικής έχανες το μισό νόημα. Περίφημος έμεινε ο ορισμός της οικοδομικής άμμου: «Αρμοδιωτάτη δ’ έστιν η χαλαζιακή, η όσον ένεστι τον κόκκον ανώμαλον έχουσα».

Για κάποιο ορυκτό, πάλι, είχε πει: «Ορυκτόν στιφρόν, χειροπληθές, χρώματος ορφνού καστανού».

* Που φυσικά τότε δεν τις έλεγαν έτσι.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια

  1. Πίνγκμπακ: Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011) * Αφιέρωμα από την εφημερίδα “Η ΑΥΓΗ” | Lesvosnews.net

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s