Όσο τρων, το Έθνος ζη, και σαν δεν τρων πεθαίνει

Standard

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το ημερολόγιο 2012 με τίτλο «Κρίση και κρίσεις», με γελοιογραφίες της  συνέκδοση της Αυγής και των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) κυκλοφόρησε ένθετο στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της Αυγής της Κυριακής (πλέον μπορείτε να το προμηθευθείτε από τα γραφεία της Αυγής και από τα ΑΣΚΙ). Δημοσιεύουμε σήμερα τις σχετικές ομιλίες του Β. Καρδάση και του Π. Παπαστράτη, στο εορταστικό διήμερο των ΑΣΚΙ (22-23.12), όπου και παρουσιάστηκε το ημερολόγιο (η ομιλία του Γιάννη Καλατζή δημοσιεύθηκε στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της Αυγής).

του Βασίλη Καρδάση

"Νέος Αριστοφάνης", 18.2.1895

Η μελέτη της πολιτικής γελοιογραφίας είναι ικανή να αναδείξει τα συστατικά της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Στην περίπτωση των δημοσιονομικών κρίσεων είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα των αιτίων, των πολιτικών αντιμετώπισης, της αντιπαράθεσης μεταξύ των αρχηγεσιών, της εκτεταμένης αναξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Έτσι μέσα από τις γελοιογραφίες ανακύπτουν ευδιάκριτα τα φαινόμενα που προσδίδουν τα χαρακτηριστικά της συνέχειας: της παραδοσιακής ιδεολογίας, της αδράνειας στην οικονομική ανάπτυξη, των συντηρητικών κοινωνικών νοοτροπιών.

Τα σατιρικά έντυπα σημείωσαν εντυπωσιακή άνθηση στην τελευταία 20ετία του 19ου αιώνα. Το πολιτικό σύστημα της εποχής διαμορφωμένο πάνω στο επίπεδο των πελατειακών σχέσεων, της μεγαλοϊδεατικής ρητορείας, της διοικητικής αναποτελεσματικότητας, έδινε τροφή στους γελοιογράφους. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Γάιδαρος, Τραμπούκος, Σατανάς, Ασμοδαίος, Φασαρίας, Γλωσσοκοπάνα, Ρωμηός, Σκριπ, Εμπαίκτης, Αριστοφάνης και Νέος Αριστοφάνης.

Δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι η πολιτική γελοιογραφία στην Ελλάδα έχει την προέλευσή της στον Θέμο Άννινο. Ούτε επίσης ότι κάποιο σοβαρό ρόλο έπαιξε στην πορεία του η κεφαλονίτικη καταγωγή του. Μέσα από τις σελίδες του Ασμοδαίου με τη συνεργασία του Εμμανουήλ Ροΐδη, αργότερα του Άστεως, δημιούργησε ένα ισχυρό ρεύμα.

«Οι καρικατούρες του Θέμου φλυαρούν!» έλεγε ο Μητσάκης, που ήταν παλιός του συνεργάτης, από την εποχή του Ασμοδαίου. Κι ο Ροΐδης επισήμανε: «Δεν το διαβάζω το Άστυ. Μου αρκεί να το βλέπω μονάχα!». Εξαιρετικός ήταν και ο Μιχαήλ Αθανασιάδης που έκανε τις γελοιογραφίες του Σκριπ. Διακρίθηκαν και οι Δημήτριος Γαλάνης, Γεώργιος Ροϊλός (ο ζωγράφος από την Αρκαδία), Στέφανος Ξενόπουλος, Σπυρίδων Βανδώρος, Ηλίας Κουμετάκης. Αξιοσημείωτο είναι ότι δημιουργός των γελοιογραφιών του Νέου Αριστοφάνη ήταν ο Ιταλός Grossi. Ο Πηγαδιώτης, εκδότης της εφημερίδας, του έστελνε στο εξωτερικό την ιδέα και ο ιταλός, εκδότης σατιρικού εντύπου, τις διαμόρφωνε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι γελοιογραφίες είναι υπερβολικά διακοσμημένες, δυτικής τεχνοτροπίας, που είναι εμφανής στην ενδυματολογία, στη διακόσμηση των χώρων.

Τα δάνεια, οι φόροι και οι προϋπολογισμοί κυριαρχούν στη σχετική θεματολογία, ειδικά στην περίοδο της διακυβέρνησης Τρικούπη. Η αντιπαλότητα με τον Δεληγιάννη σχετικά με την υπερφορολόγηση του πληθυσμού πρόσφερε έμπνευση και δουλειά στους γελοιογράφους. Συχνά στα περισσότερα έντυπα ο λαός παρουσιάζεται με μορφή γαιδάρου, που είναι φορτωμένος με φόρους, φοβερούς φόρους, δυσβάστακτους φόρους, μεγάλους φόρους, νέους φόρους. Το κρατικό ταμείο ως πίθος των Δαναΐδων γεμίζει με φόρους και αδειάζει ταυτόχρονα από ρουσφέτια και χρεόγραφα.

Ο Τρικούπης είναι συνήθως το κεντρικό πρόσωπο, ευλόγως εφόσον ο ίδιος ανήγγειλε τη χρεοκοπία στα τέλη του 1893. Του αποδίδεται η διόγκωση του εξωτερικού χρέους στα χρόνια της πρωθυπουργίας του. Ο τύπος είχε δημοσιοποιήσει την κλίση του στο ποδήλατο, συχνά λοιπόν εικονίζεται πάνω σε ποδήλατο, άλλοτε να κυνηγά το ισοζύγιο, άλλοτε να προστρέχει στους ξένους πιστωτές. Πολλές φορές η διακωμώδηση του Τρικούπη σχετίζεται με την παρουσία μιας αλεπούς. Ο πρωθυπουργός συχνά εξέδραμε με φίλους για κυνήγι αλεπούδων. Η πλέον διαδεδομένη ωστόσο μορφή του Τρικούπη είναι του κανονιέρη. Το κανόνι της χρεοκοπίας εικονίζεται σε όλα σχεδόν τα σατιρικά και μη έντυπα. Μπουρλότο τον αποκαλεί ο Σουρής στον Ρωμηό. Ρίχνει οβίδες των 30% και 50%, ένδειξη της προσπάθειας περικοπής του εξωτερικού χρέους. Ως κόκορας τρώει εικοσόφραγκα και βγάζει κανόνια και χρεόγραφα. Παρουσιάζεται σε γελοιογραφία η τάση των κυβερνήσεων για διαμόρφωση πλασματικών προϋπολογισμών, με σκοπό την εξαπάτηση των εξωτερικών δανειστών του Δημοσίου. Είναι άλλωστε ομολογία που είχε εκμυστηρευτεί ήδη από το 1845 ο πρόεδρος της Βουλής Ρήγας Παλαμήδης σε γάλλο αξιωματούχο στη διάρκεια δεξίωσης στα Ανάκτορα.

Ο Δεληγιάννης θεωρείται συνυπεύθυνος της αναξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Αλά μπρατσέτα τον παρουσιάζει ο γελοιογράφος του Ρωμηού. Στη φάση που προηγείται της χρεοκοπίας σχεδόν αποσύρεται στην οικία της Κηφισιάς. Κοπανίζοντα αέρα σε γουδί τον θέλει ο Νέος Αριστοφάνης, αραγμένο τζίτζικα που απολαμβάνει την άνεσή του το Σκριπ.

Η αίσθηση και το αίσθημα ότι οι ξένοι πιστωτές εκμεταλλεύονταν την ελληνική οικονομία, απομυζώντας με τους δυσμενείς όρους των συμβάσεων το δημόσιο χρέος, συνιστούν το συχνότερο μοτίβο στις γελοιογραφίες. Οι δανειστές εικονίζονται με ρεντιγκότα και ημίψηλα καπέλα να πίνουν στην υγεία του λαού, δείγμα της εκμετάλλευσης από το διεθνές κεφάλαιο. Οι Γερμανοεβραίοι δανειστές εμφανίζονται να επιζητούν από τον κάιζερ «έλα να μας βοηθήσεις να πάρωμεν απ’ αυτό το ψοφήμι, κι ότι δεν μας ανήκει ακόμη». Αγριόσκυλα που καταδιώκουν τη δύστυχη Ελλάδα οι ξένοι, ενώ ως φάρσα υψηλού βεληνεκούς εκφέρεται η προσπάθεια του Τρικούπη να συμβιβαστεί με τους πιστωτές. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος που εγκαθίσταται μετά τον ταπεινωτικό πόλεμο του 1897, ακονίζει τα μαχαίρια για να τεμαχίσει το σφάγιο «Ελλάς», κρεμασμένο από το τσιγκέλι του χασάπη. Στο ίδιο θέμα ο ΔΟΕ και ο πόλεμος του 1897 να έχουν αποκόψει τα χέρια της Ελλάδας, μια φρικιαστική καρικατούρα της Αφροδίτης, που αποδίδεται με μια φοβερή μορφή δυστυχούς και εξαθλιωμένης νέας. Η Χάμπρο, ο αγγλικός πιστωτικός οίκος, κυριαρχεί, σε βαθμό που η διεύθυνση του Σκριπ να αναφέρει «αρχισυντάκται Χάμπρο και Υιός».

Δεν είναι λίγες οι γελοιογραφίες που αναφέρονται στον Ανδρέα Συγγρό. Ο μεγαλοτραπεζίτης, αφενός συμμετείχε στον δανεισμό του Δημοσίου, αφετέρου είχε την ατυχία να αποτελεί σπουδαίο στήριγμα του Τρικούπη. Μεγαλομέτοχος της Γενικής Πιστωτικής Τράπεζας και άλλων επιχειρήσεων, φέρεται να ονειρεύεται να καταβροχθίσει την Εθνική Τράπεζα, τον σημαντικότερο πιστωτικό ανταγωνιστή στον ελλαδικό χώρο. Με τον συνεταίρο του Ευάγγελο Βαλτατζή, οι χρυσοκάνθαροι ομογενείς του Στέφανου Ξένου, βυζαίνουν την Εθνική. Άλλοτε πάλι ο Συγγρός καιροφυλακτεί να βιάσει τη δεσμοκρατούμενη Ελλάδα. Ο ρόλος του ως εθνικού ευεργέτη διακωμωδείται, καθόσον επιχειρεί να υποκρύψει τη σταθερή εκμετάλλευση της Ελλάδας. Χαρακτηριστική η γελοιογραφία στον Ρωμηό, όπου ο Φασουλής, ο τυπικός εκπρόσωπος του λαού στη θεματική του Σουρή, σέρνει το κάρο, όπου στρογγυλοκάθεται ο Συγγρός.

Μετά την πτώση του Τρικούπη στις εκλογές του Ιανουαρίου 1895, που συνοδεύτηκε από την προσωπική αποτυχία του να εκλεγεί βουλευτής («ανθ’ ημών Γουλιμής»), η αποχώρησή του δίνει το έναυσμα για πανηγυρισμούς του κοινού που τον κατευοδώνει ευχόμενος καλό ταξίδι στην αποβάθρα του Πειραιά. Ο Φασουλής δίνει μια γερή κλωτσιά στον μεσολογγίτη πολιτικό θέτοντας ένα οριστικό τέλος στην πολιτική του παρουσία. Η άνοδος του Δεληγιάννη, πολυπόθητη για τον ίδιο, πλην όμως μη αναμενόμενη για τους εφημεριδογράφους, δεν αλλάζει το κλίμα των γελοιογραφιών. «Κάτω οι φόροι, ζήτω τα δάνεια» φέρεται να διαλαλεί ως πρωθυπουργός. Αρχίζει η περίοδος της οικονομικής ύφεσης, της αθλιότητας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Κρίση της αγροτικής παραγωγής με άξονα τη σταφιδική κρίση. Η Πελοπόννησος και οι πελοποννήσιοι καλλιεργητές παρελαύνουν μέσα από τα σκίτσα στα έντυπα. Σταφιδοπαραγωγοί που πολιορκούν τον Δεληγιάννη, ενώ το πλεόνασμα της σταφίδας δίκην μέσου συναλλαγών αντικαθιστά την κυκλοφορία του χρήματος στα χέρια του λαού. Έχει ήδη ξεκινήσει και διογκώνεται το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ από τις επαρχίες της Πελοποννήσου, ως αποτέλεσμα της υπερχρέωσης των αγροτικών νοικοκυριών.

Η παρέμβαση της αστυνομίας και του στρατού σε βάρος των σταφιδοπαραγωγών, αλλά και η επέμβαση στα γραφεία της Ακροπόλεως του Γαβριηλίδη, δίνουν νέα θεματική στους γελοιογράφους. Ο Γαβριηλίδης στηλίτευε την ανικανότητα των αξιωματικών του στρατού στον ατυχή πόλεμο του 1897. Στο ερώτημα του αφελούς λαουτζίκου «Μα γιατί κτυπάτε τους πολίτας», η απάντηση είναι κατηγορηματική: «Είναι ο μόνος πόλεμος που κάνομε στη ζωή μας».

Η αποτυχία μέτρων και πολιτικών είναι γενικευμένη, ορατή και συνιστά το μέτρο της γελοιογραφικής παραγωγής. Οι γελοιογράφοι συνιστούν τους εκφραστές των λαϊκών αισθημάτων. Η απογοήτευση του κοινού είναι τεράστια και ίσως αποδίδεται καλύτερα στη γελοιογραφία του Ρωμηού, όπου ο αεικίνητος Φασουλής, αποκαμωμένος πια και βουβός, θρηνεί στο μνημείο της Εθνικής Πολιτικής.

Ας μου επιτραπεί να ολοκληρώσω την ομιλία μου με ένα παράθεμα από το Σκριπ. Αποτελεί κατά τη γνώμη μου την πιο εύστοχη σατιρικού τύπου περιγραφή της οικονομικής κρίσης:

Οι έμποροί μας δεν πωλούν

εις την οδόν Αιόλου

τα μαγαζάκια των σφαλούν

και δίχως διόλου να μιλούν

τραβούν κατά διαβόλου.

Βαρειά-βαρειά βουίζει η γη

ένα κανόνι πέφτει

παντού τρομάρα και κραυγή

παντού φυγή χωρίς φαγί

ζήτω του Πρωτοψεύτη

Οι σύντροφοί του οι χαζοί

τον βλέπουν χορτασμένοι

και τραγωδούν μ’ αυτόν μαζή

πως «όσο τρων, το Έθνος ζη

και σαν δεν τρων πεθαίνει».

Ο Βασίλης Καρδάσης διδάσκει οικονομική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s