Από τους λόφους της Μπελβίλ στα βουνά της Ευρυτανίας…

Standard

του Νάσου Ηλιόπουλου

Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη, καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον «Σπάρτακο», ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί μέσα σε τρεις δεκαετίες να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί που είχε συγκλονίσει με το μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη το ρόλο ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Με μια τέτοια διδασκαλία η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. Γιατί τρέφονται και τα δύο από την εικόνα των υποδουλωμένων προγόνων και όχι από το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών;

 Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας

Συνέλευση λαϊκής αυτοδιοίκησης στο Βλάσι Ευρυτανίας, 1943. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Με το συγκεκριμένο απόσπασμα ο Μπένγιαμιν τεκμηριώνει τη χρησιμότητα της ιστορικής μνήμης στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Η χρονιά που έφυγε μας έδωσε δύο αφορμές να τη «θυμηθούμε»: τα 140 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα και τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ. Μια από τις λιγότερο γνωστές όψεις του εαμικού κινήματος αποτελεί η εμπειρία της ελεύθερης Ελλάδας και οι δομές λαϊκής εξουσίας που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής.[1] Οι δύο σημαντικότερες όψεις των παραπάνω δομών ήταν η λαϊκή αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη. Στήριγμα και απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των παραπάνω δομών αποτελούσε η διαδικασία της γενικής συνέλευσης κάθε κοινότητας. Η γενική συνέλευση αποτελούσε τον τόπο τόσο για την εκλογή των μελών των διαφόρων επιτροπών όσο και για τον έλεγχο των αποφάσεων και των λειτουργιών τους. Δομικό συστατικό δηλαδή της λαϊκής εξουσίας αποτελούσε η ενεργός συμμετοχή της κοινότητας, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη φύση των λειτουργών της, αφού όλοι ήταν αιρετοί και ανακλητοί από τη γενική συνέλευση. Η συγκεκριμένη δομή εύκολα δημιουργεί συνειρμούς θυμίζοντας το παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας. Πώς μπορεί να εξηγηθεί όμως η παραπάνω σύνδεση που εύκολα διαπιστώνεται;

     Το κοινό γνώρισμα και των δύο περιπτώσεων είναι ότι αποτελούν μια προσπάθεια των κυριαρχούμενων να αυτοδιοικηθούν και να αντιμετωπίσουν τα πιο άμεσα δικά τους προβλήματα. Και στα δύο παραδείγματα βρισκόμαστε μπροστά στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας διαφορετικής εξουσίας, τόσο στον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας όσο και στα ίδια τα κριτήριά της, στους στόχους και στα προβλήματα τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει. Οι συγκεκριμένες δομές εξουσίας κατάφεραν να ριζώσουν στην κατοχική Ελλάδα και να αποτελέσουν την πραγματικότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, όχι λόγω της ύπαρξης κάποιας επαναστατικής πίστης στη σωστή συνταγή αλλά γιατί, πρώτον, αποτελούσαν εξουσία του κόσμου που αγωνιζόταν και, δεύτερον, είχαν ως στόχο την αντιμετώπιση των δικών τους προβλημάτων. Η ηγεμονία δεν κερδήθηκε στη σφαίρα της θεωρίας και της ορθής λύσης του ζητήματος της επαναστατικής μετάβασης, αλλά στο πεδίο της αντιμετώπισης των πιο άμεσων και ζωτικών προβλημάτων επιβίωσης των κυριαρχούμενων. Αντιμετώπιση η οποία δεν μπορούσε παρά να γίνει με επαναστατικό τρόπο μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες. Ένας επαναστατικός δρόμος συνολικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος άνοιξε περισσότερο από ανάγκη παρά από επιλογή.[2]

     Η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει. Η ίδια η γέννα της Παρισινής Κομμούνας και της εργατικής εξουσίας συντελέστηκε μέσα σε συνθήκες ανάγκης και όχι επιλογής ή πιστής ακολούθησης των τότε επαναστατικών προγραμμάτων. Ο Ένγκελς δεν παρέλειψε στον πρόλογο του για το έργο του Μαρξ που αναφέρεται στα γεγονότα της Κομμούνας να τονίσει το γεγονός ότι οι οργανωμένες επαναστατικές δυνάμεις που λειτουργούσαν στο Παρίσι εκείνη την περίοδο υλοποίησαν ένα πρόγραμμα τελείως διαφορετικό από αυτό που ευαγγελίζονταν.[3] Ο Μαρξ έγραφε για τη Κομμούνα: «Δεν πρόκειται να εφαρμόσει με απόφαση του λαού έτοιμες, επεξεργασμένες ουτοπίες […]. Δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει ιδανικά». Για τον Μαρξ, το πιο ουσιαστικό δεν ήταν ότι κατάφερε να δώσει «φτηνή κυβέρνηση και αληθινή δημοκρατία», αλλά ότι αποτελούσε κυβέρνηση της εργατικής τάξης, ότι «απλοί εργάτες μέσα σε δύσκολες συνθήκες», με μισθούς που δεν ξεπερνάν «το 1/5 του κατώτερου μισθού του γραμματέα ενός σχολικού συμβουλίου του Λονδίνου», κατάφεραν να «εκπληρώσουν το έργο τους σεμνά, ευσυνείδητα και αποτελεσματικά».

     Το παράδειγμα της Κομμούνας όμως μπορεί να μας φανεί χρήσιμο στην κατανόηση της εξέλιξης των γεγονότων που ακολούθησαν την απελευθέρωση. Όταν δηλαδή τα ερωτήματα που έθετε η πραγματικότητα σχετίζονταν με τον πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό της ελεύθερης πλέον από τα κατοχικά στρατεύματα Ελλάδας. Όταν έγινε καθαρό ότι ο κύριος εχθρός του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου ήταν το εαμιικό κίνημα και η εξουσία που αυτό είχε αρχίσει να οικοδομεί. Αυτό που είδαμε στην Γαλλία του 1871 ήταν η συμμαχία της γαλλικής κυβέρνησης με τα εχθρικά πρωσικά στρατεύματα ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο. Αποτέλεσμα, μια πρωτοφανής σφαγή των κομμουνάρων από τα συνασπισμένα πλέον γαλλικά και πρωσικά στρατεύματα. Ο Μαρξ μίλησε για τη «συνωμοσία της άρχουσας τάξης να πνίξει την επανάσταση με έναν εμφύλιο πόλεμο». Σε ολόκληρη την ανάλυση φαίνεται η πρωτοβουλία της γαλλικής αστικής τάξης, η λύσσα που της επιτρέπει να συμμαχήσει με τον μέχρι προ ολίγου «θανάσιμο εχθρό του γαλλικού έθνους» ενάντια στον πραγματικό εχθρό της, τον ταξικό. Στις 10 Οκτώβρη του 1917, στην συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής των μπολσεβίκων, ένας από τους λόγους που οδήγησε στην απόφαση για ένοπλη εξέγερση ήταν και η πρόθεση της κυβέρνησης του Κερένσκι να παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, έτσι ώστε να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα και τα σοβιέτ.[4] Τα παραπάνω βέβαια θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα στην ελληνική Αριστερά, χρήσιμα στην κατανόηση της ιστορίας της, στον βαθμό που αυτή θα είναι πραγματικά ελληνική,[5] θα στοχεύει δηλαδή την ανατροπή του ελληνικού καπιταλισμού και της ελληνικής αστικής τάξης.

Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΝ

Bάλιας Σεμερτζίδης, «Συνεδρίαση αυτοδιοίκησης στα Άγραφα» (Συλλογή Χαρ. Μπουρνάζου)


[1].   Πολύτιμη καταγραφή της γέννησης και της λειτουργίας της λαϊκής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα αποτελεί το έργο του Γεωργούλα Μπέικου Η λαϊκή εξουσία στην ελεύθερη Ελλάδα, 2 τόμοι, εκδ. Θεμέλιο.
[2].   Η συγκεκριμένη εξέλιξη καθίσταται ακόμα πιο εντυπωσιακή από το γεγονός ότι το ΚΚΕ ακολουθώντας τη γραμμή που είχε χαράξει από την 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής τον Γενάρη του 34 μίλαγε για ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης λόγω της υστέρησης των παραγωγικών δυνάμεων (Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμ. 4). Μέσα στις συνθήκες της κατοχής δεν παρέλειψε μάλιστα να διεξάγει πολεμική ενάντια σε απόψεις που έθεταν άμεσα το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού («Λαοκρατία και Σοσιαλισμός», Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμ. 5). Την ίδια στιγμή όμως η πρακτική του παρήγαγε αποτελέσματα πολύ πιο βαθιά από απλές αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.
[3].             Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Στοχαστής.
[4].             Ι.Β. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 34.

[5].             Η. Σιούτας, «Αστική, ναι. Δημοκρατία για κανένα λόγο. Κρίση, ναι. Εθνική με τίποτα», http://rednotebook.gr/details.php?id=3785

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Από τους λόφους της Μπελβίλ στα βουνά της Ευρυτανίας…

  1. Πίνγκμπακ: Από τους λόφους της Μπελβίλ στα βουνά της Ευρυτανίας | ΝΑΣΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s