Στις 8 του γενάρη

Standard

H παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011: Ιμάνουελ Βαλερστάιν

Αγωνιζόμαστε για ένα κούτελο καθαρό ή αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε; Νίκος Θεοτοκάς

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ. Βάτσλαβ Χάβελ: Το ήθος της αντίστασης: Νίκος Χειλάς

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011: Νίκος Σαραντάκος

Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ: Νίκος Μπελαβίλας

Νικολάι Γκόγκολ, «Ο Επιθεωρητής». Ο αμαρτωλός αδελφός μας των γραμμάτων ή η κωμική εκδοχή των Παθών: Συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

Αποκαταστάσεως το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν…: Σταύρος Παναγιωτίδης

Η παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011

Standard

του Ιμάνουελ Βαλερστάιν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Βλ. Μπουρλιούκ, «Μελαγχολικό φεγγάρι», 1913

 Από κάθε άποψη, το  2011 ήταν μια καλή χρονιά  για την Αριστερά όλου του κόσμου — ανεξάρτητα από το πόσο στενά ή πλατιά ορίζει κανείς την Αριστερά αυτή. Ο βασικός λόγος ήταν οι αρνητικές οικονομικές συνθήκες από τις οποίες υποφέρει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η ανεργία ήταν υψηλή, και αυξάνεται διαρκώς. Οι περισσότερες κυβερνήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλά επίπεδα χρέους και τη μείωση των εισοδημάτων. Απάντησαν προσπαθώντας να επιβάλουν μέτρα λιτότητας στους πολίτες τους, και, ταυτόχρονα, να  προστατεύσουν τις τράπεζές τους.

Το αποτέλεσμα ήταν μια παγκόσμια εξέγερση αυτού που τα κινήματα Occupy Wall Street (OWS)  ονόμασαν «το 99%».  Μια εξέγερση ενάντια στην υπερσυγκέντρωση του πλούτου, τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις και την αντιδημοκρατική κατά βάση φύση αυτών των κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πολυκομματισμός.

Σίγουρα, το  OWS, η Αραβική Άνοιξη ή οι Αγανακτισμένοι δεν πέτυχαν όλα όσα ήλπιζαν. Ωστόσο –και αυτό είναι το σπουδαίο–  κατάφεραν να αλλάξουν τον τόνο στον λόγο που επικρατεί διεθνώς, μετατοπίζοντας τον από τα ιδεολογικά θέσφατα  του νεοφιλελευθερισμού  σε ζητήματα όπως η ανισότητα, η αδικία, και η αποαποικιοποίηση. Για πρώτη φορά εδώ, και πολλά χρόνια, οι απλοί άνθρωποι συζητούσαν για την ίδια τη φύση του συστήματος στο οποίο ζούσαν· δεν το θεωρούσαν πλέον δεδομένο.

Το ερώτημα τώρα, για την Αριστερά, είναι πώς μπορεί να προχωρήσει, μετατρέποντας αυτή την πρωταρχική επιτυχία σε πολιτική αλλαγή. Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί με πολύ απλό τρόπο: Ακόμη και αν, με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει ένα σαφές και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ μιας πολύ μικρής ομάδας (του 1%) και μιας άλλης, εξαιρετικά μεγάλης (του 99%), η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί σε έναν ανάλογο οικονομικό διαχωρισμό: παγκοσμίως, οι πολιτικές δυνάμεις της Κεντροδεξιάς εξακολουθούν να κυβερνούν τον μισό περίπου πληθυσμό του πλανήτη ή, τουλάχιστον, εκείνους που είναι πολιτικά ενεργοί με οιονδήποτε τρόπο.

Ως εκ τούτου, για να αλλάξει τον κόσμο, η Αριστερά θα χρειαστεί έναν βαθμό πολιτικής ενότητας δεν τον έχει κατακτήσει ακόμα. Υπάρχουν βαθιές διαφωνίες τόσο σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους όσο και για  τις βραχυπρόθεσμες τακτικές. Δεν πάσχουμε από έλλειψη συζήτησης αυτών των ζητημάτων· αντιθέτως, η συζήτηση και η αντιπαράθεση είναι έντονες, και έχει επιτευχθεί πολύ μικρή πρόοδος όσον αφορά την υπέρβαση των αντιθέσεων και των διαχωρισμών.
Οι αντιθέσεις και οι διαχωρισμοί δεν είναι καινούργιοι, αυτό όμως δεν κάνει ευκολότερη την υπέρβασή  τους. Μπορούμε να σημειώσουμε δύο μεγάλες τέτοιες αντιθέσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τις εκλογές. Υπάρχουν δύο, ή μάλλον  τρεις θέσεις σχετικά με τις εκλογές. Έχουμε, εν πρώτοις, αυτούς που είναι εξαιρετικά καχύποπτοι, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι απλώς πολιτικά αναποτελεσματική, αλλά επιπλέον νομιμοποιεί το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα.

Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει κομβική σημασία. Αλλά και αυτή η ομάδα χωρίζεται στα δυο. Από τη μια, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να είναι πραγματιστές. Θέλουν να δουλέψουν από τα μέσα: στους κόλπους του μεγαλύτερου κόμματος της Κεντροαριστεράς, όταν υπάρχει πολυκομματικό σύστημα, ή στο εσωτερικό του de facto μοναδικού κόμματος, όταν δεν επιτρέπεται η κοινοβουλευτική εναλλαγή. Και, από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που επικρίνουν αυτή την πολιτική του «μικρότερου κακού». Επιμένουν ότι τα μεγάλα κόμματα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές  μεταξύ τους, και υποστηρίζουν την εκλογική ενίσχυση κάποιου «πραγματικά» αριστερού κόμματος.

Η συζήτηση αυτή είναι  μας είναι γνώριμη σε  όλους, κι έχουμε ακούσει επανειλημμένα τα παραπάνω επιχειρήματα. Ωστόσο είναι βέβαιο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ότι αν δεν υπάρξει κάποια σύγκλιση των τριών παραπάνω απόψεων, όσον αφορά την εκλογική τακτική, τότε η  Αριστερά σε όλο τον κόσμο δεν έχει πολλές ελπίδες να επικρατήσει, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αγωνιζόμαστε για ένα κούτελο καθαρό ή αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε;

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Έργο του C. G. Van Beverloo Conreille

Ο νέος Νόμος 4009/11 για τα πανεπιστήμια, παρά τη σύμπραξη όλου του νεοφιλελεύθερου φάσματος και της ακροδεξιάς (δυστυχώς, και της καθοριστικής συνέργειας παλιών μας συντροφισσών και συντρόφων), βρίσκει απέναντί του τη συντριπτική πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας και το σύνολο των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ. Ωστόσο, οι κυβερνητικοί επίτροποι που διορίστηκαν στα Ιδρύματα από το Υπουργείο, παρά τη μοναξιά τους, επιμένουν να οργανώνουν την ολοκλήρωση της επιχειρούμενης θεσμικής εκτροπής. Ως τώρα, οι προθεσμίες που έθετε ο νόμος έχουν ήδη πάει περίπατο. Και, παρά την επιμονή και της απειλές που εκτοξεύει η κυρία υπουργός, βδομάδα την εβδομάδα, δεκαπενθήμερο το δεκαπενθήμερο, οι εκλογές αναβάλλονται. Θαυμάσια κατάσταση, θα έλεγε κανείς.

Θαυμάσια κατάσταση, όντως. Και, για να γίνει ακόμα καλύτερη, χρειάζεται να συνεχίσουμε με κάθε τρόπο την αντίθεσή μας στην εκλογή των Συμβουλίων. Είμαι πεισμένος πως, αν καταφέρουμε να μην γίνουν αυτές οι «εκλογές» επιστρατεύοντας όλα τα μέσα, το κράξιμο, τα επιχειρήματα ή τη ντροπή, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πετύχουμε την αναστολή, το πάγωμα ή και την κατάργηση του Νόμου. Αυτή είναι η σημερινή συγκυρία και η σημερινή μάχη, που μπορεί να την κερδίσουμε. Τούτη η προοπτική, όμως, έχει μία βασική προϋπόθεση. Να κρατήσουμε αρραγές το μέτωπο των πανεπιστημιακών που, αριστεροί ή δεξιοί, συντηρητικοί ή ριζοσπάστες, θέλουν με κάθε κόστος να υπερασπιστούν τους όρους του επαγγέλματος και της αξιοπρέπειάς τους.

Στη σύγκρουση αυτή η Αριστερά, υπερβαίνοντας τα όρια των προγραμματικών της αμηχανιών, συνέβαλε καθοριστικά στο να καταστούν πλειοψηφικές οι ως χθες παρασιωπημένες ή και κακοποιημένες συνεκτικές αρχές της ακαδημαϊκότητας: Η ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, η δημόσια ευθύνη έναντι του κοινού αγαθού και του αυτοδιοίκητου, οι καθοριστικές προϋποθέσεις του πανεπιστημιακού επαγγελματισμού, οι επιστημονικές προϋποθέσεις των τίτλων σπουδών που απονέμουν τα πανεπιστήμια.

Χρειάζεται να υπερασπιστούμε τα πολλά θετικά των ΑΕΙ, δίχως όμως να κρύβουμε τους σκελετούς στα ντουλάπια μας.  Μόνο έτσι, πιστεύω, μπορούμε να απευθυνθούμε ανοικτά και καθαρά στους συναδέλφους μας, να σπάσουμε τα κύματα την συκοφαντίας ή της απαξίωσης για να πείσουμε την κοινωνία. Μόνο έτσι, θέλω να πω, θα βρούμε τα επιχειρήματα για να ενθαρρύνουμε τους αναποφάσιστους, να θορυβήσουμε τους βολεμένους, να καταγγείλουμε τους εγκάθετους και να συμβαδίσουμε με τους μεγάλους αριθμούς των συναδέλφων που κρατούν το πανεπιστήμιο όρθιο (κι ας μην είναι φίλοι ή ομοϊδεάτες μας). Δύσκολο στοίχημα, μα ρεαλιστικό, κατά την εκτίμησή μου τουλάχιστον.

Οι αντιστάσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας εκφράζονται στην, όλο και πιο εύθραυστη είν’ αλήθεια, ομοφωνία των συλλογικών οργάνων. Εύθραυστη διότι οι πανεπιστημιακές διοικήσεις, πέρα από την αντίθεσή τους στον νόμο, υποχρεούνται να εξασφαλίσουν την, έστω και περικομμένη, ροή χρηματοδότησης των εργαστηρίων και των βιβλιοθηκών, των μεταπτυχιακών σπουδών και των ερευνητικών προγραμμάτων, των υποτροφιών, της σίτισης και της στέγασης των φοιτητών, των συγγραμμάτων, ακόμα και της καθαριότητας ή της θέρμανσης των πανεπιστημιακών χώρων.

Σήμερα η κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας και της ακροδεξιάς, εκβιάζοντας πανεπιστήμια και πανεπιστημιακούς με την απειλή περικοπής ή και παγώματος των δημοσίων πόρων, έχει χαράξει μια τακτική όπου ο χρόνος πολλαπλασιάζει τις πιέσεις στους αντιπάλους. Κι έχει αφήσει την κυρία Διαμαντοπούλου να διαχειριστεί, παίζοντας με το στοίχημα της καριέρας της, την κρίση που δημιούργησε ο νέος νόμος.

Χρειαζόμαστε ένα μέτωπο πανεπιστημιακών για το πανεπιστήμιο, που να μην οδηγεί στην καταστροφή αλλά στην ανασυγκρότηση. Και στο οποίο έχουν τη θέση και την τιμή τους όσες και όσοι πιστεύουν και μάχονται για τις αρχές και τις αξίες του δημόσιου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου, πέρα από το παρελθόν, πέρα από τις ιδέες ή τις στοχεύσεις τους για το αύριο. Αν καταφέρουμε να κρατήσουμε ζωντανό και όρθιο το ελληνικό πανεπιστήμιο, ας μαλώσουμε αύριο για τις προοπτικές του. Συνέχεια ανάγνωσης

Βάτσλαβ Χάβελ: Tο ήθος της αντίστασης

Standard

αναδημοσίευση από το «Βήμα»

του Νίκου Χειλά

Σπάνιο είδος ήταν ο Χάβελ ήδη από τα νιάτα του: Πρώτα «επαναστατημένος νέος», ύστερα αντικομφορμιστής συγγραφέας, κατόπιν πολιτικά «αντιφρονών». Έτσι έμεινε μέχρι και την πτώση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού, το 1989. Ύστερα βέβαια, η εικόνα του αντικομφορμιστή άρχισε να ξεφτίζει — για να μετατραπεί με τον καιρό σε σκέτη καρικατούρα. […]

 «Σε έκλεισαν σε ένα κλουβί, σε φυλάκισαν Βατσλάκι Χάβελ» τραγουδούσαν τα εξεγερμένα πλήθη στην κεντρική πλατεία της Πράγας Βέντσελ. Αμέσως μετά ακολουθούσε το σύνθημα: «Ο Χάβελ στον πύργο» [σ.σ.: το προεδρικό μέγαρο] — κάτι που έγινε πραγματικότητα στις αρχές του 1990 με την εκλογή του σε πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας.

 Ο Χάβελ ήταν «απολιτικός» πολιτικός, και πάντως όχι επαγγελματίας του κλάδου. Χωρίς να είναι ηθικολόγος, έβαζε πάνω από όλα την ηθική — σε πολιτική, οικονομία, κοινωνία, ατομική ζωή. Αυτό ήταν ίσως που του επέτρεψε να επιβιώσει τα χρόνια της «γραφειοκρατικής χολέρας». Και αυτό ήταν επίσης που του επέφερε τον τιμητικό τίτλο του μοντέρνου «Σωκράτη».

Πρακτική ηθική, που μπορούσε να εφαρμόσει πολύ πιο εύκολα, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Αυτή εκφραζόταν τόσο μέσα από θεατρικά έργα, που είχαν στο επίκεντρο το «Παραλογιστάν» –το «σοσιαλιστικό» κράτος του παράλογου– και ως εκ τούτου κατατάσσονταν δικαίως στο θέατρο του παράλογου. Όσο και μέσα από τα δοκίμιά του, που είχαν ως αντικείμενο, δίπλα στις κρατικές Αρχές, και τον κομφορμισμό των συμπολιτών του.

  Η βάση της ηθικής του ήταν η αλήθεια. Αυτή που είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στο δοκίμιό του «Προσπάθεια να ζήσουμε μέσα στην αλήθεια» αναλύει, ότι η εξαφάνιση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην κρατική καταπίεση, αλλά και στην ενδοτικότητα των συνοδοιπόρων, οι οποίοι λένε εθελούσια «ναι» στην ταπείνωση, όσο αυτή δεν είναι βάναυση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα γιαυτό: «Ο διευθυντής ενός μανάβικου έβαλε στη βιτρίνα του μαγαζιού, ανάμεσα στα κρεμμύδια και τα καρότα, ένα πανό με την επιγραφή Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!. Γιατί το έκανε άραγε; Τι ήθελε να μας πει με αυτό; Είναι πραγματικά ο ίδιος τόσο ενθουσιασμένος με την ιδέα της ένωσης των προλετάριων όλων των χωρών; Το κάνει μήπως, επειδή δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά, αν θέλει να επιβιώσει; Αν πάντως διέταζε κανείς το μανάβη, να βάλει στη βιτρίνα το σύνθημα Φοβάμαι και γι αυτό είμαι πειθήνιος χωρίς όρους, μάλλον θα αρνιόταν να εκθέσει δημόσια ένα τόσο ρητό μήνυμα του εξευτελισμού του». Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Άγγλοι άστεγοι αναζητούν καταφύγιο στους ξενώνες της κοινωνικής πρόνοιας. Έργο του Sir Luke Fildes (1843-1927), πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (δημοσιεύτηκε στο τχ. 15 του «the books’ journal», Ιανουάριος 2012)

Στον Πειραιά είχαμε έναν άστεγο: τον Άγγελο. Ηλικιωμένος, άλλοτε Επονίτης, προσάραξε στα μέρη μας, στα χρόνια του ’70. Επιβίωνε με χαρτζιλίκι και ψευτομεροκάματα. Η παρέα των «Πολιτών του Πειραιά» και αργότερα του «Λιμανιού της Αγωνίας» υιοθέτησε τον Άγγελο, κι ο Άγγελος την παρέα. Τον ειδοποιούσαμε όταν εντοπιζόταν κανένα άδειο σπίτι για χειμερινή διαμονή,  τον φροντίζαμε με ρούχα τον χειμώνα, τον κερνούσαμε μεσημεριανό στην Πλατεία Κοραή, παρά τη γκρίνια των νεαρών σερβιτόρων. Ο Άγγελος ένιωθε την ανάγκη να ανταποδώσει. Στο πρώτο εκλογικό κέντρο του «Λιμανιού», παρών από το πρωί μέχρι το βράδυ, στις συγκεντρώσεις μας το ίδιο, χωρίς να του το έχουμε ζητήσει  ποτέ. Του ήταν αδύνατον να επανέλθει στην τακτοποιημένη ζωή. Χαμένος ή ενταγμένος μ’ ένα δικό του τρόπο σ’ ένα δικό του κόσμο, αρνιόταν να επιστρέψει στον κόσμο της νοικοκυροσύνης.

Αυτό δεν ήταν σπάνιο. Για την ψυχολογία της άρνησης επανένταξης των αστέγων των ευρωπαϊκών μητροπόλεων έχουν γραφτεί πολλά. Ένας καλός συγγραφέας, ο Τζωρτζ Ντόουζ Γκρην, έγραψε το 1994 ένα λογοτεχνικό θρίλερ –στα ελληνικά Τι αξία έχει η αλήθεια, ερημίτη μου;— για έναν αυτοεκτοπισμένο στο  Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ο καμβάς επάνω στον οποίο στήνεται η κατ’ επίφαση αστυνομική πλοκή της ιστορίας είναι το βίωμα της εξαίρεσης, του μοναχικού αστέγου στη μεγάλη πόλη. Αυτά συνέβαιναν τότε, στις ευημερούσες δυτικές πρωτεύουσες, μεταξύ αυτών και στη δική μας. Άστεγοι ως αμελητέο ποσοστό, δείγματα άξια κοινωνιολογικών παρατηρήσεων, ευγενικές φιγούρες υιοθετημένες από συνανθρώπους.

***

Όταν πριν από μερικούς μήνες γράφτηκε πως η Αθήνα εισέρχεται σε ανθρωπιστική κρίση, η διατύπωση έμοιαζε υπερβολική, ίσως εκφοβιστική. Όταν τα μαγαζιά άρχισαν να κατεβάζουν ρολά το ένα μετά το άλλο, αναρωτιόμασταν τι κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καταφεύγουν στα χωριά τους, μπαίνουν υπάλληλοι; Σε τι δουλειές, που δεν υπάρχουν; Όταν ένα πρωί διαπιστώσαμε πως η συνήθης  πιάτσα της ηρωίνης στην Πατησίων θύμιζε διαδήλωση με εκατοντάδες εξαθλιωμένους στριμωγμένους στα πεζοδρόμια, πως οι κοπέλες-θύματα του τράφικινγκ έκαναν πεζοδρόμιο στην 3ης Σεπτεμβρίου κατά δεκάδες, μέρα-μεσημέρι, πως άνθρωποι κοιμόντουσαν επάνω στις θερμαινόμενες από τον υπόγειο σταθμό σχάρες του Μετρό στην Ομόνοια, τότε άρχισε να φαίνεται πως η Αθήνα καταρρέει. Όχι για τους λόγους που διαλαλούν οι υπεύθυνοι της κρίσης, αλλά λόγω της φτώχειας, της οικονομικής και της κοινωνικής λεηλασίας στην οποία οδήγησαν τη χώρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Νικολάι Γκόγκολ, «Ο Επιθεωρητής»: ο αμαρτωλός αδελφός μας των γραμμάτων ή η κωμική εκδοχή των Παθών

Standard

Θέατρο Εξαρχείων, Θεμιστοκλέους 69, τηλ. 210-3300879. Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.00 και Κυριακή στις 8.00.

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ. Σκηνικά: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΑΚΗΣ. Κοστούμια: ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ. Κινησιολογία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΧΟΣ. Φωτισμοί: ΘΟΔΩΡΟΣ ΜΑΡΓΚΑΣ. Φωτογραφίες: ΠΕΡΙΚΛΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Παίζουν (με τη σειρά που εμφανίζονται): ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΧΑΣ, ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΦΑΛΕΞΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΛΑΣ, ΤΙΜΟΣ ΜΠΑΡΝΙΑΔΑΚΗΣ, ΦΩΤΗΣ ΘΩΜΑΪΔΗΣ, ΘΩΜΑΣ ΓΚΑΓΚΑΣ, MAΡΓΑΡΙΤΑ ΒΑΡΛΑΜΟΥ, ΧΑΡΑ ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΥ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΑΚΗΣ.

συνέντευξη με τη σκηνοθέτρια Ελενα Πατρικιου

 

Μαρκ Σαγκάλ, «Φόρος τιμής στον Γκόγκολ» (πίνακας στον οποίο βασίζονται η αφίσα και το εξώφυλλο του προγράμματος)

Η πρώτη ερώτηση που θέλω να σου κάνω είναι γιατί διάλεξες τον Επιθεωρητή, με ποιο σκεπτικό θέλησες να ανεβάσεις τον Επιθεωρητή εν έτει 2011;

 Ξεκίνησα με την «αυτάρεσκη» σκέψη ότι έχω στα χέρια μου ένα έργο πολύ «πολιτικοποιημένο» και μια ιδέα σκηνοθεσίας πολύ «πολιτικοποιημένη», άρα έχω στην τσέπη μια παράσταση «πολιτικοποιημένη». Το ομολογώ ταπεινά — και ντρέπομαι φρικτά γι’ αυτό. Και βεβαίως το έργο, ο Γκόγκολ ο ίδιος, με τιμώρησαν αμείλικτα. Γιατί ο Επιθεωρητής είναι ένα έργο-παγίδα, έτοιμο να τσακώσει στον ιστό του σκηνοθέτες και ηθοποιούς, κοινό και κριτικούς.

Η πρώτη παγίδα που σου στήνει ο Γκόγκολ είναι το θέμα του Επιθεωρητή. Πρόκειται όντως (και απλώς) για μια καταγγελία της χρηματιζόμενης γραφειοκρατίας και της αυθαιρεσίας του κρατικού μηχανισμού; Ή είναι κάτι άλλο; Ευτυχώς, έκανα και τη μετάφραση του έργου, κι έτσι επεξεργάστηκα τη σκηνοθετική γραμμή παράλληλα με μια δουλειά λέξη-λέξη πάνω στο κείμενο. Κι αυτό με έσωσε από τη μεγαλειώδη γκάφα που παραλίγο να διαπράξω, δηλαδή να θεωρήσω πως με τον Επιθεωρητή μπορείς να μιλήσεις για την άμεση επικαιρότητα, ή, μια και ποτέ δεν με γοήτευσε η «επικαιρότητα», για τον παρόντα χρόνο. Με έσωσε τελικά το γεγονός ότι πίστεψα τον Γκόγκολ.

Όταν έγινε η πρώτη πρεμιέρα του έργου, στην Πετρούπολη το 1836 (περιέργως με παρέμβαση του Τσάρου Νικόλαου, γιατί η λογοκρισία το είχε κόψει), ο Γκόγκολ έπαθε πανικό και με όσους του ρίχτηκαν και με όσους τον επαινούσαν. Τον πανικόβαλε εξίσου η καχυποψία του αυλικού περιβάλλοντος, που τον αντιμετώπιζε ως επικριτή της γραφειοκρατίας, όσο και οι ύμνοι των κριτικών που τον είδαν ως τον «κοινωνικό κριτικό της Ρωσίας». Και το έσκασε, κυριολεκτικά. Έφυγε κι έκανε είκοσι χρόνια να ξαναγυρίσει στη Ρωσία. Η φυγή του ήταν απόρροια της αγωνίας πως όχι μόνον δεν κατάλαβαν το έργο του, αλλά πως κινδύνευε να δει το έργο του μεταμορφωμένο σε «κοινωνική κριτική», σε «περιγραφή της ρώσικης πραγματικότητας».

Κι όταν, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, άρχισε να βουλιάζει στην κρίση μυστικισμού που τον οδήγησε στην νευρική ανορεξία και στον θάνατο, έγραψε πως ο Επιθεωρητής είναι μια κωμική Δευτέρα Παρουσία, πως ο μόνος αληθινός Επιθεωρητής είναι ο τελικός Κριτής.

Οι φωτογραφίες, από τις πρόβες της παράστασης, είναι του Περικλή Αντωνίου

Τι είναι, για σένα, εν τέλει, ο Επιθεωρητής;

  Θα έλεγα πως Ο Επιθεωρητής είναι η κωμική εκδοχή των Παθών, είναι τα Πάθη ιδωμένα μέσα από το σπίτι του Άννα και του Καϊάφα. Αν δεν είναι αυτό, τότε πρόκειται απλώς για μια χαριτωμένη σαχλαμάρα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα έργο εντελώς αντιδραστικό!

Αν μείνουμε στην «πλοκή» (και δεν υπάρχει πιο παραπλανητική ανάγνωση από αυτήν που επιμένει στην πλοκή των έργων), τι είναι ο Επιθεωρητής; Μια δραξ τοπικών αρχόντων χωμένων στην διαπλοκή ως τον λαιμό, τρομοκρατούνται στην ιδέα πως η κεντρική εξουσία στέλνει έναν Γενικό Επιθεωρητή. Παρασυρμένοι από τον τρόμο τους, νομίζουν πως ένα ολίγον παρτσακλό εικοσιτριάχρονο από την Πετρούπολη, που έχει φάει τα λεφτά του στα χαρτιά και δεν μπορεί να πληρώσει το ξενοδοχείο, είναι ο Επιθεωρητής. Τον λαδώνουν ασυστόλως, ο πιτσιρικάς τα παίρνει χωρίς να καταλαβαίνει καν γιατί του τα χώνουν, και φεύγει.

Αυτή είναι όμως η δεύτερη παγίδα που στήνει ο Γκόγκολ, η δραματουργική παγίδα. Ο Επιθεωρητής συνιστά μια απόλυτη τομή στην ιστορία της κωμωδίας. Ο Γκόγκολ παίρνει όλα τα δομικά στοιχεία της παραδοσιακής φάρσας και της λαϊκής κωμωδίας (αυτής που ξεκινάει με τον Μένανδρο, κορυφώνεται με τον Μολιέρο, αναζητά νέες φόρμες με τον Μαριβώ και τον Μπωμαρσαί και παγιώνεται στη γαλλική φαρσοκωμωδία του 19ου αιώνα) και διαπράττει την απόλυτη τομή. Ο Επιθεωρητής μοιάζει «τυπική φάρσα», αφού τα πάντα πλέκονται γύρω από το παραδοσιακό στοιχείο της λάθος ταυτότητας, κι αυτή είναι η δραματουργική του παγίδα. Γιατί όχι μόνο δεν είναι φάρσα, είναι ο «πατέρας» της κωμωδίας του παράλογου που θα εμφανιστεί με τον Βασιλιά Υμπύ του Ζαρρύ και θα φτάσει στο απόγειό της με την κωμωδία του βωβού κινηματογράφου και με το θέατρο του παράλογου. Αλλά σ’ αυτήν τη συγκλονιστική καινοτομία του Γκόγκολ βρίσκεται και η παγίδα που μας στήνει ο Επιθεωρητής: γιατί αν δεν δεις την ανατροπή, τότε μπορεί να την πατήσεις και να τον παίξεις σαν φαρσοκωμωδία. Σαν φαρσοκωμωδία με πατίνα δύο αιώνων, σαν μια ρώσικη εκδοχή του δικού μας Φιάκα, ή σαν σκέτη φαρσοκωμωδία, κάτι σαν Φεϋντώ ή Ψαθάς με πιο πνευματώδη αστεία. Συνέχεια ανάγνωσης