περιεχόμενα 15 γενάρη

Standard

Φραντς Μαρκ, "Γουρουνάκια"


Να μην αντέξεις: Σπύρος Παπαδόπουλος

Έχει μέλλον ο πολεοδομικός σχεδιασμός στην Ελλάδα; Ράνια Κλουτσινιώτη

«Να είστε άμμος και όχι λάδι στη μηχανή του συστήματος». (Συν)ομιλίες με τον James C. Scott: Μαρίνα Δημητριάδου

Πάσιν εφ’ ηρεώεσσιν, ή τα αρχαία ελληνικά ως ξόρκι: Νίκος Σαραντάκος

Η απρόσωπη δικτατορία των διεθνών χρηματαγορών στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία: Γιώργος Δουράκης

Για την «προλεταριακή λογοτεχνία»: Επιστολή του Αλμπέρ Καμύ

Δέκα χρόνια (ανθρώπινα) κομμάτια: Ιωάννα Μεϊτάνη

Πολιτική και αντι-διαφήμιση. Occupy Wall Street: Ψάχνοντας πίσω απ’ την καμπάνια: Χριστίνα Τσαμουρά

Να μην αντέξεις

Standard

του Σπύρου Παπαδόπουλου  («Bυτίου»)

 

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Έγραφε πριν λίγους μήνες ο Ν. Ξυδάκης στην Καθημερινή: «Εφόσον γράφεις δημοσίως, οφείλεις πάραυτα να αφηγηθείς την κρίση: πώς επελαύνει και μορφοποιείται σταδιακά ως μόνιμο χαρακτηριστικό του βίου, πώς αλλάζει την πολιτική ατζέντα, πώς αλλάζει τις εννοιολογήσεις, πώς κλονίζει τις βεβαιότητες, πώς πυροδοτεί παθιασμένες ή απελπισμένες συζητήσεις, ακόμη και πώς διαιρεί παρέες και ανθρώπινα σύνολα». Τρεις μήνες μετά, το ερώτημα («πώς γράφουμε για την κρίση;») μεταβάλλεται, αλλάζει και αγγίζει τον πυρήνα της περίφημης καθημερινότητας. Πώς ζούμε στην κρίση;

Αριστεροί, αριστεριστές και ανένταχτοι συμπαθούντες, βρίσκονται μπροστά στους πιο ιλιγγιώδεις γκρεμούς. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Ο αριθμός των ανέργων, των φτωχών, των άστεγων. Ειδήσεις για απολυμένους, για γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα και νοσοκομεία γιατί δεν μπορούν να τα φροντίσουν, για αυτοκτονίες. Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο αμείλικτη. Δυσκολεύεσαι να περπατήσεις στο κέντρο. Όχι γιατί φοβάσαι ίσως, όχι γιατί κινδυνεύεις ίσως, αλλά γιατί κάθε βόλτα πια αποβαίνει αφόρητη. Στο Πανεπιστήμιο, χυμένοι άνθρωποι ανάμεσα στα σκαλιά. Σφιγμένα μπράτσα με λάστιχο. Πόδια που έχουν αφεθεί στο έλεος κάποιας παλιάς πληγής. Άστεγοι ξαπλωμένοι σε στενά πεζοδρόμια, μισοκοιμισμένοι ή μισολιπόθυμοι, με απλωμένο το χέρι. Παιδιά κοιμούνται στην Ακαδημίας. Και πέρα απ’ τα προφανή δράματα. Στα τραπέζια μετριόμαστε να δούμε πόσοι ψάχνουν για δουλειά. Ύστερα πόσοι είναι ανασφάλιστοι. Στο τέλος πόσοι είναι καλά.

Διστάζω να διαβάσω Μιχάλη Κατσαρό. Στην πραγματικότητα, «παραμένω εν πλήρη συγχύσει ένοχος». Σφαλιάρες πέφτουν με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων στα πρόσωπά μας. Πόσα πενηντάλεπτα να δώσεις; Σε πόσες κινήσεις πολιτών να συμμετάσχεις; Σε πόσες συνελεύσεις γειτονιών να πάρεις μέρος; Πόσα ρούχα να βγάλεις απ’ την ντουλάπα;  Πόσες αναλύσεις να διαβάσεις; Σε πόσες απεργίες να πάρεις μέρος;

Τίποτα δεν μοιάζει αρκετό, μπροστά σ’ αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν, αν και το όποιο λίγο μπορεί να δώσει ο καθένας είναι «πολύ» μπροστά στο τίποτα που έχει αυτός που το λαμβάνει. Ωστόσο, τίποτα δεν ανακουφίζει, όταν πια ξέρεις καλά, όταν αντικρίζεις με όλες σου τις αισθήσεις την κοινωνική εξαθλίωση.

«Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα» (Ε. Σιοράν).

Δίνεις δάκρυα μετασχηματισμένα σε αλληλεγγύη, φιλανθρωπία, ανθρωπιά, αγάπη, καθήκον, συνήθεια, ιδεολογία. Όλα μαζί ανακατεμένα και ξεχωριστά. Στέκουμε με ένα σάστισμα και μια φωνή έτοιμη να εκραγεί. Κριτικάρουμε τις δηλώσεις ενός υπουργού, στηλιτεύουμε άλλη μια περικοπή, οργανωνόμαστε απέναντι σε ένα εντελώς άδικο χαράτσι, καταδεικνύουμε τις θεσμικές εκτροπές. Μας λείπει ένα φρένο αληθινό, κάτι που θα σταματήσει την πτώση. Συνέχεια ανάγνωσης

Έχει μέλλον ο σχεδιασμός του χώρου στην Ελλάδα σήμερα;

Standard

της Ράνιας Κλουτσινιώτη

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Έκτωρ και Ανδρομάχη", 1917

 Στον κύκλο της μεταπολίτευσης, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, οι προσπάθειες για τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση του χώρου λειτούργησαν με γνώμονα τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, την ισόρροπη ανάπτυξη και την περιφερειακή αποκέντρωση, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και την οικιστική αναβάθμιση. Όσοι σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με αυτές, όπως στελέχη της δημόσιας διοίκησης, ελεύθεροι επαγγελματίες, πανεπιστημιακοί, είχαν λίγο πολύ κοινές αφετηρίες και αναζητήσεις. Συχνά μάλιστα θεσμοθετήθηκαν ρυθμίσεις –προωθημένες για τις «δικές μας» ελληνικές πρακτικές–, στηριζόμενες σε ανάλογες διατυπώσεις στα ευρωπαϊκά κείμενα, που σκοπό είχαν να προστατεύουν αποτελεσματικότερα το περιβάλλον.

Μπορεί να είναι κανείς ευχαριστημένος από τις πενιχρές επιτυχίες του παρελθόντος; Ασφαλώς και όχι, δίχως βέβαια να μηδενίζονται τα θετικά αποτελέσματα, κυρίως στους τομείς της νομοθετικής μέριμνας, της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και της περιφερειακής αποκέντρωσης, όποια μορφή και εάν πήρε η τελευταία. Συγχρόνως όμως δεν θα πρέπει να υποτιμάται το ειδικό βάρος που φέρει η πλήρης αποτυχία στους τομείς της ισόρροπης ανάπτυξης των δραστηριοτήτων και της οικιστικής εξάπλωσης, η οποία κατέληξε να χαρακτηρίζεται από γενικευμένη κακή ποιότητα αστικού και εξωαστικού χώρου και επαναλαμβανόμενες γενιές αυθαιρέτων, που νομιμοποιούνται με τη σειρά τους. Η αγωνιώδης αναζήτηση ενός βιώσιμου μέλλοντος δεν μας παρέχει το δικαίωμα να ολισθήσουμε προς την παγίδα της εξιδανίκευσης του παρελθόντος.

Όμως, όπως και οι άνθρωποι, ο χώρος αποκτά καθημερινά την ιστορία του και αυτή καταγράφεται πάνω στο δέρμα της γης, με τις ουλές και τις ρυτίδες της. Όσον αφορά στο μέλλον –ανεξάρτητα από τις συγκυρίες αλλά και μέσα σε αυτές– αυτή η κρίση που περνάμε θα αφήσει τις δικές της ουλές και ρυτίδες στον χώρο. Και είναι κρίμα που η οικονομική κρίση επιβάλλει βίαια και ισοπεδωτικά την προσαρμογή σε ένα λιγότερο σπάταλο μοντέλο κατανάλωσης του χώρου, μοντέλο που η πολιτική και οι πολιτικοί στα λόγια ευαγγελίζονταν, αλλά ποτέ δεν είχαν την τόλμη να πριμοδοτήσουν επαρκώς, ώστε να εφαρμόζεται. Αν γενικότερα η προσαρμογή σε ένα λιγότερο σπάταλο μοντέλο ζωής είχε γίνει σταδιακά και με πρόγραμμα, οι κραδασμοί θα ήταν πολύ λιγότεροι και τα αποτελέσματα ασφαλώς πολύ καλύτερα για όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

«Να είστε άμμος και όχι λάδι στη μηχανή του συστήματος»: (Συν)ομιλίες με τον James C. Scott

Standard

της Μαρίνας Δημητριάδου

Πόλη του Μεξικού, 12.1.2012. Προς τα πού άραγε κατευθύνονται όλες αυτές οι κινήσεις, ετερόκλητες, αυθόρμητες, χωρίς αρχηγό, χωρίς συγκεκριμένη οργάνωση, χωρίς ιδεολογία, που βρίσκονται εκτός των οργανωμένων κινημάτων και οργανώσεων; Τι λύσεις μπορούν να δώσουν;

«Η εντύπωσή μου είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιεραρχικών κοινωνικών κινημάτων δημιουργήθηκαν στην κορύφωση λαϊκών εξεγέρσεων. Για παράδειγμα, οι μεγάλες οργανώσεις του κινήματος για τις αστικές ελευθερίες δεν δημιούργησαν το κίνημα αλλά δημιουργήθηκαν από το κίνημα. Αυτές καθαυτές οι αυτόνομες κινήσεις δεν προκάλεσαν αλλαγές στο κράτος. Ωστόσο, κρίνοντας από την ιστορία των ΗΠΑ, φαίνεται πως κάθε προοδευτική αλλαγή έχει επέλθει ως αποτέλεσμα μαζικής ρήξης, μη οργανωμένης από ιεραρχικά κοινωνικά κινήματα».

«Το παράδοξο της δημοκρατίας είναι ότι ως σύστημα θα έπρεπε να επιτρέπει μεγάλης κλίμακας δομικές αλλαγές εντός της, ειρηνικά και χωρίς ρήξεις, μέσω της νομοθετικής οδού, της εκλογής αντιπροσώπων κλπ. Ωστόσο οι μεγάλες προοδευτικές αλλαγές στην πολιτική των ΗΠΑ (κίνημα για τις αστικές ελευθερίες, New Deal, ψήφος για της γυναίκες) δεν έχουν λάβει χώρα ως μέρος της νομοθετικής ή της εκλογικής διαδικασίας, αλλά στο δρόμο, σε ρήξεις που απειλούσαν να βγουν εκτός ελέγχου, κατά τις οποίες οι πανικόβλητες ελίτ πέρασαν γρήγορα κάποια μέτρα ούτως ώστε να εξουδετερώσουν την ανταρσία, ή κατά τις οποίες αναγκάστηκαν τα επίσης τρομοκρατημένα ιεραρχικά κοινωνικά κινήματα να αναπροσδιορίσουν την ατζέντα των διεκδικήσεών τους». Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Πάσιν εφ’ ηρώεσσιν, ή τα αρχαία ελληνικά ως ξόρκι

Standard

(αναδημοσίευση από το μπλογκ sarantakos.wordpress.com)

του Νίκου Σαραντάκου

Στη σημερινή (9.1.2012) συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον αρχηγό του ΛΑΟΣ κ. Γ. Καρατζαφέρη, καθώς ο κ. Καρατζαφέρης προσερχόταν στο Προεδρικό Μέγαρο έγινε, μπροστά στις κάμερες, ένας ενδιαφέρων από γλωσσική άποψη, αν και κάπως σουρεαλιστικός διάλογος. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει βιντεάκι με το στιγμιότυπο (αν το βρω θα το προσθέσω αργότερα), οπότε αντιγράφω τις δηλώσεις από τον ιστότοπο της Προεδρίας της Δημοκρατίας:
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Kαλή χρονιά, κύριε Πρόεδρε.  Τι νέα μας φέρνετε;
Γ.ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ:  Αναλύσεις και σκέψεις, κύριε Πρόεδρε.  Μου έρχεται στο μυαλό ο Ορφέας από τα ‘Αργοναυτικά’: «Πάσιν εφ’ηρώεσσι, κακών δ’ανεφαίνετο πυθμήν».  Νομίζω ότι πρέπει να αντιληφθούμε όλοι ότι δεν φαίνεται πυθμένας στα κακά και ως εκ τούτου να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:  Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν.-
Χαρακτήρισα “κάπως σουρεαλιστικό” τον διάλογο’ δεν ξέρω αν έχετε κι εσείς την ίδια γνώμη. Ο Καρατζαφέρης, εντελώς ξεκάρφωτα, μνημονεύει τα Αργοναυτικά, ολοφάνερα για να εντυπωσιάσει τους αφελείς,  ενώ η απάντηση του Κ. Παπούλια μοιάζει εντελώς άσχετη, εκτός αν θεωρήσουμε ότι ήθελε, πολύ ευγενικά, να πει στον Καρατζαφέρη “κόψε τις φλυαρίες” (ή και το άλλο, άνευ του οποίου φιλοσοφούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι). Προτιμώ να δεχτώ ότι αυτό εννοούσε ο ΠτΔ, αλλιώς θα πρέπει να υποθέσω πως αντέδρασε ενστικτωδώς στην αρχαϊκούρα του Καρατζαφέρη με το πρώτο αρχαίο ρητό που του ήρθε στο μυαλό, και εξίσου καλά θα μπορούσε να απαντήσει ξερωγώ “θαρσείν χρη” ή “μολών λαβέ”. Συνέχεια ανάγνωσης

Η απρόσωπη δικτατορία των αγορών στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία»

Standard

συνέντευξη του οικονομολόγου Γιώργου Δουράκη στον Γιώργο Κατσαμπέκη και τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή

 

Ότο Ντιξ, "Στην Ομορφιά", 1922

Έχετε υποστηρίξει ότι η κρίση την οποία διέρχεται το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ξεκινά περίπου το 2008 και έκτοτε εκδηλώνεται σε διαφορετικά επίπεδα και διακριτά στάδια. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για αυτά τα στάδια/επίπεδα;

 Η κρίση μπαίνει αισίως στον πέμπτο χρόνο της. Ξεκίνησε επισήμως από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη του 2007. Στο χρονικό αυτό διάστημα έχει περάσει από διαφορετικές φάσεις. Ξεκινάει ως πιστωτική κρίση των τραπεζών και της Γουόλ Στρητ στις ΗΠΑ, μετεξελίσσεται σε κρίση της πραγματικής οικονομίας, σε οικονομική ύφεση δηλαδή, που σημαίνει άνοδο της ανεργίας και πτώση του ΑΕΠ. Σε μια τρίτη φάση παίρνει τα χαρακτηριστικά της δημοσιονομικής κρίσης των κρατών και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει και μια τέταρτη φάση, η οποία είναι σε λανθάνουσα μορφή αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για τη φάση του συναλλαγματικού πολέμου, που είναι και η πιο επικίνδυνη, επειδή μπορεί να μετατρέψει το διεθνές εμπόριο σε συγκρουσιακό και να μετεξελιχτεί σε εμπορικό πόλεμο. Δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη ανοιχτά –έχουμε σποραδικά επεισόδια–, αλλά υπάρχει ένα κλίμα γενικότερο. Έστω και αν οι κυβερνήσεις των διαφόρων κρατών έχουν συναίσθηση του κινδύνου λόγω της επώδυνης ιστορικής εμπειρίας της δεκαετίας του ’30, εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσουν να τον αποφύγουν. Όλες οι δυτικές χώρες πλέον, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έχουν παραιτηθεί από τα εσωτερικά μέτρα οικονομικής πολιτικής υπό τον φόβο των ελλειμμάτων και των χρεών, και αυτό σημαίνει ότι δεν μένει άλλος δρόμος για να αντιμετωπίσουμε την κρίση παρά μόνο οι εξαγωγές. Αλλά δεν μπορούν όλες οι χώρες να έχουν εμπορικά πλεονάσματα. Για να υπάρχουν εμπορικά πλεονάσματα, πρέπει συγχρόνως να υπάρχουν εμπορικά ελλείμματα. Συνέχεια ανάγνωσης

O Αλμπέρ Καμύ και η «προλεταριακή λογοτεχνία»

Standard

Πενήντα δύο  χρόνια από τον θάνατό του

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913, στο Μοντόβι της Αλγερίας, και πέθανε στις 4 του Γενάρη 1960, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Γαλλία. Δημοσιογράφος, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος, έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και φιλοσοφικά έργα. Για το λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957. Συμμετείχε στην Γαλλική αντίσταση και πήρε δημόσια θέση σε πολλά ζητήματα της εποχής του. Όπως είπε γι’ αυτόν ο Ερμπέρ Λοτμάν, «δεν ανήκε σε καμιά συγκεκριμένη πολιτική ομάδα, αλλά δεν απουσίασε από καμιά μάχη ενάντια στην αδικία…».

Η επιστολή που ακολουθεί αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό La Révolution prolétarienne (αρ. 447, Φεβρουάριος 1960) – ο Καμύ ήταν μόνιμος συνδρομητής υποστήριξης αυτού του περιοδικού. Ο Μωρίς Λιμ, στον οποίο απευθύνεται η επιστολή, εργαζόμενος, αγωνιστής και λογοτέχνης (έγραψε τη νουβέλα Belles Journées, που αναφέρεται στο υστερόγραφο), είχε ζητήσει από τον Καμί να γράψει ένα άρθρο για τη λογοτεχνία στο περιοδικό Après l’boulot. Αυτό το περιοδικό, που απευθυνόταν σε εργαζόμενους, παρουσίαζε λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως, και καλλιτεχνικές εργασίες εργαζομένων (στα γαλλικά το όνομα του περιοδικού σημαίνει «Μετά τη δουλειά»× η συντακτική του επιτροπή αποτελούνταν από εργαζόμενους, και κυκλοφορούσε από το 1953 έως το 1956).

Γ.Π.

 Επιστολή του Αλμπέρ Καμύ στον Μωρίς Λιμ

μετάφραση: Γιώργος Παπαναγιώτου

Παρίσι, 8 Αυγούστου του 1953

Αφού πιστεύετε ότι αυτά που σας είπα τις προάλλες αξίζουν τον κόπο να παρουσιαστούν, θα προσπαθήσω να τα αναπτύξω εδώ. Πρέπει όμως, πρώτα απ’ όλα, να επαναλάβω αυτό που ήδη σας έχω πει: ότι δεν είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο και ότι, επιπλέον, μπροστά στο δικό σας εγχείρημα, αισθάνομαι υποδεέστερος. Όταν κάποιοι άνθρωποι που περνούν όλη τη μέρα τους στο εργοστάσιο ή το εργοτάξιο αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στην προσπάθεια να εκφραστούν σ’ ένα περιοδικό, τότε με ποιο δικαίωμα θα έρθει να ξινίζει τα μούτρα του και να τους δίνει αφ’ υψηλού συμβουλές κάποιος επαγγελματίας συγγραφέας, που απολαμβάνει πλήρους ελευθερίας για να γράφει και να δουλεύει; Ακόμη κι αν, όλως τυχαίως, έχει δίκιο, δεν διακινδυνεύει να χάσει τίποτε, και αυτό αρκεί για να κάνει τα λόγια του ύποπτα. Για να αποδεχτώ έναν τόσο γελοίο ρόλο –που εύκολα μπορεί να γίνει και αισχρός– , θα έπρεπε να είμαστε μεταξύ παλιόφιλων και σε ατμόσφαιρα πλήρους χαλάρωσης. Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Από την άλλη πλευρά όμως, αισθάνομαι ότι θα ήταν κάποιου είδους χυδαία λιποψυχία από μέρους μου, μια έλλειψη συναδελφικότητας, να μην σας πω εντελώς απλά αυτό που σκέφτομαι, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναγνωρίσω ότι έχω άδικο. Συνέχεια ανάγνωσης