Δέκα χρόνια (ανθρώπινα) κομμάτια

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

«Φυλακισμένοι στο Άγαλμα της Ελευθερίας». Σκίτσο του Κhaldoon Gharaibeh. Πηγή: gharaibehweb.com

Την Τετάρτη που μας πέρασε, στις 11 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τότε που άνοιξε –ή μάλλον έκλεισε– τις πόρτες του το κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Πολλά άρθρα γράφτηκαν για να θυμίσουν το γεγονός και να υπενθυμίσουν ότι ο Ομπάμα αθέτησε την υπόσχεσή του να κλείσει το κρατητήριο, ότι στο Γκουαντάναμο κρατούνται ακόμη 171 άτομα, 12 από τα οποία είναι εκεί από την πρώτη μέρα, 11 από τα οποία χωρίς να τους έχουν ασκηθεί κατηγορίες. Η Διεθνής Αμνηστία κυκλοφόρησε, πριν ακόμη από τη μαύρη αυτή επέτειο, μια έκθεση σχετικά με τη «δεκαετή κατακρεούργηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων» στο Γκουαντάναμο, όπου ασκεί οξεία κριτική και παρουσιάζει με σκληρή γλώσσα την κατάσταση των πραγμάτων.

Όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στη μνήμη τις φωτογραφίες που ξεθωριάζουν: τις φωτογραφίες των κρατουμένων με τις πορτοκαλί στολές και τις κουκούλες στο κεφάλι, των πολλαπλών συρματοπλεγμάτων, των ωμών βασανιστηρίων. Αναρωτήθηκα πώς γίνεται να ξεθωριάζουν τέτοιες εικόνες βίας, και ανέτρεξα στο βιβλίο της Άντζελας Ντέιβις, Δημοκρατία χωρίς δεσμά (μετάφραση Κώστα Ράπτη, Άγρα, Αθήνα 2008). Κοντά στην εξαιρετική της ανάλυση για τις φυλακές και το λεγόμενο «σωφρονιστικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», η Ντέιβις δίνει καίριες και εύστοχες απαντήσεις και στο παραπάνω ερώτημα.

Μετά την «9/11», ο Μπους ενίσχυσε ιδεολογικά το συλλογικό υποκείμενο του έθνους, υποδαύλισε τον εθνικισμό και στιγμάτισε διάφορες ομάδες οι οποίες «αντιπροσωπεύουν έναν εξωτερικό εχθρό απέναντι στον οποίο το έθνος κινητοποιείται για να σωθεί» (σ. 67). Για να νομιμοποιήσει τον θολό και αόριστο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» που εξαπέλυσε, δημιούργησε έναν «ηθικό πανικό», δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα «πεδίο παραγωγής του τρομοκράτη ως φιγούρας του αμερικανικού φαντασιακού [το οποίο] αντανακλά επίσης ίχνη προηγούμενων ηθικών πανικών, συμπεριλαμβανομένου του μαζικού φόβου για τον εγκληματία και τον κομμουνιστή» (σ. 66). Έτσι, ο (υποτιθέμενος ή κατηγορούμενος ως) τρομοκράτης γίνεται «αναπαράσταση του εχθρού» (σ. 63), οι άνθρωποι που υφίστανται τα βασανιστήρια των φωτογραφιών είναι «υλικές ενσαρκώσεις ενός ιδεολογικού εχθρού» (σ. 112), και άρα ο πόνος τους περνάει από τα μάτια μας χωρίς να μας αγγίζει, νοείται ως πόνος των αφηρημένων αντικειμένων των βασανιστηρίων και όχι ως πόνος ανθρώπων με σάρκα και οστά· γιατί έχει αδυνατίσει «η ικανότητά μας να φανταζόμαστε τα θύματα ως ανθρώπινα όντα» (σ. 110), αλλά και γιατί το «εθνικό τραύμα» των ΗΠΑ από την 9/11 «απέκλειε την αλληλεγγύη προς τα θύματα» (σ. 111).

Στα δέκα χρόνια ύπαρξης του Γκουαντάναμο, αυτού του «αναθέματος της δημοκρατίας», έγιναν βεβαίως συζητήσεις σχετικά με τα βασανιστήρια και τη νομιμοποίησή τους. Και εδώ η Άντζελα Ντέιβις επισημαίνει τις κρυφές ρατσιστικές πτυχές και τις παγίδες που κρύβουν τα διάφορα επιχειρήματα. Αυτό που ονομάζεται «αμερικανική εξαίρεση», δηλαδή η πεποίθηση «ότι η δημοκρατία είναι κατεξοχήν αμερικανική υπόθεση και ότι οποιαδήποτε στρατηγική αποβλέπει στην προστασία και την υπεράσπιση της αμερικανικής εκδοχής της δημοκρατίας είναι θεμιτή» (σ. 107), νομιμοποιεί τα βασανιστήρια και κάνει τα αντίστοιχα «ηθικά διλήμματα συμβατά με το ότι ορισμένες μορφές βίας είναι απαραίτητες προκειμένου να διαφυλαχθεί η δημοκρατία» (σ. 108). Με δυο λόγια, επιτρέπει να υπάρχουν βασανιστήρια τα οποία δεν παραβιάζουν «απαραιτήτως την ηθική ακεραιότητα της κοινωνίας» (σ. 108). Ακόμη, όσο κι αν μας ακούγεται εξωφρενικό, στη συζήτηση περί βασανιστηρίων εκφράστηκε το επιχείρημα ότι υποφέρουν και οι δράστες, και μάλιστα προβλήθηκε τόσο πολύ ώστε να συσκοτίζει το μέγεθος της κτηνωδίας και το μαρτύριο των κρατουμένων. Κατά την Ντέιβις, η πρακτική αυτή αποκαλύπτει «σε ποιο βαθμό οι απόηχοι της ηθικής μπορούν να γίνουν στήριγμα ακριβώς του ρατσισμού που εξαρχής επέτρεψε τη διενέργεια βασανιστηρίων. Έτσι, είναι σημαντικό να μην θεωρούμε δεδομένο ότι η αντίσταση στα βασανιστήρια από μέρους των ΗΠΑ συνεπάγεται πάντοτε και αλληλεγγύη προς τα θύματά τους» (σ. 109).

Τις μέρες αυτές που θυμόμαστε το Γκουαντάναμο, το Άμπου Γκράιμπ και όλα τα κολαστήρια ανά τον πλανήτη, το βιβλίο της Άντζελας Ντέιβις είναι φωτεινός φάρος. Γραμμένο το 2005, δίνει εξηγήσεις αλλά και αφορμές για να αναλογιστούμε και τη σημερινή κατάσταση στις ΗΠΑ, όπου σύντομα ολοκληρώνεται η θητεία του πρώτου έγχρωμου αμερικανού προέδρου.

Από τις πολλές φράσεις που διάβασα με ενθουσιασμό και που ισχύουν απαράλλαχτες σήμερα, παραθέτω, ως κατακλείδα και ασχολίαστη, την εξής: «όταν η δημοκρατία περιορίζεται απλώς στο γεγονός των εκλογών […] οτιδήποτε και αν θεωρούμε ότι είναι ελευθερία έχει εξαφανιστεί» (σ. 139).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s