Να μην αντέξεις

Standard

του Σπύρου Παπαδόπουλου  («Bυτίου»)

 

Φωτογραφία του Γιάννη Καφκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com

Έγραφε πριν λίγους μήνες ο Ν. Ξυδάκης στην Καθημερινή: «Εφόσον γράφεις δημοσίως, οφείλεις πάραυτα να αφηγηθείς την κρίση: πώς επελαύνει και μορφοποιείται σταδιακά ως μόνιμο χαρακτηριστικό του βίου, πώς αλλάζει την πολιτική ατζέντα, πώς αλλάζει τις εννοιολογήσεις, πώς κλονίζει τις βεβαιότητες, πώς πυροδοτεί παθιασμένες ή απελπισμένες συζητήσεις, ακόμη και πώς διαιρεί παρέες και ανθρώπινα σύνολα». Τρεις μήνες μετά, το ερώτημα («πώς γράφουμε για την κρίση;») μεταβάλλεται, αλλάζει και αγγίζει τον πυρήνα της περίφημης καθημερινότητας. Πώς ζούμε στην κρίση;

Αριστεροί, αριστεριστές και ανένταχτοι συμπαθούντες, βρίσκονται μπροστά στους πιο ιλιγγιώδεις γκρεμούς. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Ο αριθμός των ανέργων, των φτωχών, των άστεγων. Ειδήσεις για απολυμένους, για γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα και νοσοκομεία γιατί δεν μπορούν να τα φροντίσουν, για αυτοκτονίες. Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο αμείλικτη. Δυσκολεύεσαι να περπατήσεις στο κέντρο. Όχι γιατί φοβάσαι ίσως, όχι γιατί κινδυνεύεις ίσως, αλλά γιατί κάθε βόλτα πια αποβαίνει αφόρητη. Στο Πανεπιστήμιο, χυμένοι άνθρωποι ανάμεσα στα σκαλιά. Σφιγμένα μπράτσα με λάστιχο. Πόδια που έχουν αφεθεί στο έλεος κάποιας παλιάς πληγής. Άστεγοι ξαπλωμένοι σε στενά πεζοδρόμια, μισοκοιμισμένοι ή μισολιπόθυμοι, με απλωμένο το χέρι. Παιδιά κοιμούνται στην Ακαδημίας. Και πέρα απ’ τα προφανή δράματα. Στα τραπέζια μετριόμαστε να δούμε πόσοι ψάχνουν για δουλειά. Ύστερα πόσοι είναι ανασφάλιστοι. Στο τέλος πόσοι είναι καλά.

Διστάζω να διαβάσω Μιχάλη Κατσαρό. Στην πραγματικότητα, «παραμένω εν πλήρη συγχύσει ένοχος». Σφαλιάρες πέφτουν με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων στα πρόσωπά μας. Πόσα πενηντάλεπτα να δώσεις; Σε πόσες κινήσεις πολιτών να συμμετάσχεις; Σε πόσες συνελεύσεις γειτονιών να πάρεις μέρος; Πόσα ρούχα να βγάλεις απ’ την ντουλάπα;  Πόσες αναλύσεις να διαβάσεις; Σε πόσες απεργίες να πάρεις μέρος;

Τίποτα δεν μοιάζει αρκετό, μπροστά σ’ αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν, αν και το όποιο λίγο μπορεί να δώσει ο καθένας είναι «πολύ» μπροστά στο τίποτα που έχει αυτός που το λαμβάνει. Ωστόσο, τίποτα δεν ανακουφίζει, όταν πια ξέρεις καλά, όταν αντικρίζεις με όλες σου τις αισθήσεις την κοινωνική εξαθλίωση.

«Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα» (Ε. Σιοράν).

Δίνεις δάκρυα μετασχηματισμένα σε αλληλεγγύη, φιλανθρωπία, ανθρωπιά, αγάπη, καθήκον, συνήθεια, ιδεολογία. Όλα μαζί ανακατεμένα και ξεχωριστά. Στέκουμε με ένα σάστισμα και μια φωνή έτοιμη να εκραγεί. Κριτικάρουμε τις δηλώσεις ενός υπουργού, στηλιτεύουμε άλλη μια περικοπή, οργανωνόμαστε απέναντι σε ένα εντελώς άδικο χαράτσι, καταδεικνύουμε τις θεσμικές εκτροπές. Μας λείπει ένα φρένο αληθινό, κάτι που θα σταματήσει την πτώση. Συνέχεια ανάγνωσης

Έχει μέλλον ο σχεδιασμός του χώρου στην Ελλάδα σήμερα;

Standard

της Ράνιας Κλουτσινιώτη

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Έκτωρ και Ανδρομάχη", 1917

 Στον κύκλο της μεταπολίτευσης, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, οι προσπάθειες για τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση του χώρου λειτούργησαν με γνώμονα τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, την ισόρροπη ανάπτυξη και την περιφερειακή αποκέντρωση, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και την οικιστική αναβάθμιση. Όσοι σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με αυτές, όπως στελέχη της δημόσιας διοίκησης, ελεύθεροι επαγγελματίες, πανεπιστημιακοί, είχαν λίγο πολύ κοινές αφετηρίες και αναζητήσεις. Συχνά μάλιστα θεσμοθετήθηκαν ρυθμίσεις –προωθημένες για τις «δικές μας» ελληνικές πρακτικές–, στηριζόμενες σε ανάλογες διατυπώσεις στα ευρωπαϊκά κείμενα, που σκοπό είχαν να προστατεύουν αποτελεσματικότερα το περιβάλλον.

Μπορεί να είναι κανείς ευχαριστημένος από τις πενιχρές επιτυχίες του παρελθόντος; Ασφαλώς και όχι, δίχως βέβαια να μηδενίζονται τα θετικά αποτελέσματα, κυρίως στους τομείς της νομοθετικής μέριμνας, της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και της περιφερειακής αποκέντρωσης, όποια μορφή και εάν πήρε η τελευταία. Συγχρόνως όμως δεν θα πρέπει να υποτιμάται το ειδικό βάρος που φέρει η πλήρης αποτυχία στους τομείς της ισόρροπης ανάπτυξης των δραστηριοτήτων και της οικιστικής εξάπλωσης, η οποία κατέληξε να χαρακτηρίζεται από γενικευμένη κακή ποιότητα αστικού και εξωαστικού χώρου και επαναλαμβανόμενες γενιές αυθαιρέτων, που νομιμοποιούνται με τη σειρά τους. Η αγωνιώδης αναζήτηση ενός βιώσιμου μέλλοντος δεν μας παρέχει το δικαίωμα να ολισθήσουμε προς την παγίδα της εξιδανίκευσης του παρελθόντος.

Όμως, όπως και οι άνθρωποι, ο χώρος αποκτά καθημερινά την ιστορία του και αυτή καταγράφεται πάνω στο δέρμα της γης, με τις ουλές και τις ρυτίδες της. Όσον αφορά στο μέλλον –ανεξάρτητα από τις συγκυρίες αλλά και μέσα σε αυτές– αυτή η κρίση που περνάμε θα αφήσει τις δικές της ουλές και ρυτίδες στον χώρο. Και είναι κρίμα που η οικονομική κρίση επιβάλλει βίαια και ισοπεδωτικά την προσαρμογή σε ένα λιγότερο σπάταλο μοντέλο κατανάλωσης του χώρου, μοντέλο που η πολιτική και οι πολιτικοί στα λόγια ευαγγελίζονταν, αλλά ποτέ δεν είχαν την τόλμη να πριμοδοτήσουν επαρκώς, ώστε να εφαρμόζεται. Αν γενικότερα η προσαρμογή σε ένα λιγότερο σπάταλο μοντέλο ζωής είχε γίνει σταδιακά και με πρόγραμμα, οι κραδασμοί θα ήταν πολύ λιγότεροι και τα αποτελέσματα ασφαλώς πολύ καλύτερα για όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

«Να είστε άμμος και όχι λάδι στη μηχανή του συστήματος»: (Συν)ομιλίες με τον James C. Scott

Standard

της Μαρίνας Δημητριάδου

Πόλη του Μεξικού, 12.1.2012. Προς τα πού άραγε κατευθύνονται όλες αυτές οι κινήσεις, ετερόκλητες, αυθόρμητες, χωρίς αρχηγό, χωρίς συγκεκριμένη οργάνωση, χωρίς ιδεολογία, που βρίσκονται εκτός των οργανωμένων κινημάτων και οργανώσεων; Τι λύσεις μπορούν να δώσουν;

«Η εντύπωσή μου είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιεραρχικών κοινωνικών κινημάτων δημιουργήθηκαν στην κορύφωση λαϊκών εξεγέρσεων. Για παράδειγμα, οι μεγάλες οργανώσεις του κινήματος για τις αστικές ελευθερίες δεν δημιούργησαν το κίνημα αλλά δημιουργήθηκαν από το κίνημα. Αυτές καθαυτές οι αυτόνομες κινήσεις δεν προκάλεσαν αλλαγές στο κράτος. Ωστόσο, κρίνοντας από την ιστορία των ΗΠΑ, φαίνεται πως κάθε προοδευτική αλλαγή έχει επέλθει ως αποτέλεσμα μαζικής ρήξης, μη οργανωμένης από ιεραρχικά κοινωνικά κινήματα».

«Το παράδοξο της δημοκρατίας είναι ότι ως σύστημα θα έπρεπε να επιτρέπει μεγάλης κλίμακας δομικές αλλαγές εντός της, ειρηνικά και χωρίς ρήξεις, μέσω της νομοθετικής οδού, της εκλογής αντιπροσώπων κλπ. Ωστόσο οι μεγάλες προοδευτικές αλλαγές στην πολιτική των ΗΠΑ (κίνημα για τις αστικές ελευθερίες, New Deal, ψήφος για της γυναίκες) δεν έχουν λάβει χώρα ως μέρος της νομοθετικής ή της εκλογικής διαδικασίας, αλλά στο δρόμο, σε ρήξεις που απειλούσαν να βγουν εκτός ελέγχου, κατά τις οποίες οι πανικόβλητες ελίτ πέρασαν γρήγορα κάποια μέτρα ούτως ώστε να εξουδετερώσουν την ανταρσία, ή κατά τις οποίες αναγκάστηκαν τα επίσης τρομοκρατημένα ιεραρχικά κοινωνικά κινήματα να αναπροσδιορίσουν την ατζέντα των διεκδικήσεών τους». Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Πάσιν εφ’ ηρώεσσιν, ή τα αρχαία ελληνικά ως ξόρκι

Standard

(αναδημοσίευση από το μπλογκ sarantakos.wordpress.com)

του Νίκου Σαραντάκου

Στη σημερινή (9.1.2012) συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον αρχηγό του ΛΑΟΣ κ. Γ. Καρατζαφέρη, καθώς ο κ. Καρατζαφέρης προσερχόταν στο Προεδρικό Μέγαρο έγινε, μπροστά στις κάμερες, ένας ενδιαφέρων από γλωσσική άποψη, αν και κάπως σουρεαλιστικός διάλογος. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει βιντεάκι με το στιγμιότυπο (αν το βρω θα το προσθέσω αργότερα), οπότε αντιγράφω τις δηλώσεις από τον ιστότοπο της Προεδρίας της Δημοκρατίας:
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Kαλή χρονιά, κύριε Πρόεδρε.  Τι νέα μας φέρνετε;
Γ.ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ:  Αναλύσεις και σκέψεις, κύριε Πρόεδρε.  Μου έρχεται στο μυαλό ο Ορφέας από τα ‘Αργοναυτικά’: «Πάσιν εφ’ηρώεσσι, κακών δ’ανεφαίνετο πυθμήν».  Νομίζω ότι πρέπει να αντιληφθούμε όλοι ότι δεν φαίνεται πυθμένας στα κακά και ως εκ τούτου να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:  Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν.-
Χαρακτήρισα “κάπως σουρεαλιστικό” τον διάλογο’ δεν ξέρω αν έχετε κι εσείς την ίδια γνώμη. Ο Καρατζαφέρης, εντελώς ξεκάρφωτα, μνημονεύει τα Αργοναυτικά, ολοφάνερα για να εντυπωσιάσει τους αφελείς,  ενώ η απάντηση του Κ. Παπούλια μοιάζει εντελώς άσχετη, εκτός αν θεωρήσουμε ότι ήθελε, πολύ ευγενικά, να πει στον Καρατζαφέρη “κόψε τις φλυαρίες” (ή και το άλλο, άνευ του οποίου φιλοσοφούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι). Προτιμώ να δεχτώ ότι αυτό εννοούσε ο ΠτΔ, αλλιώς θα πρέπει να υποθέσω πως αντέδρασε ενστικτωδώς στην αρχαϊκούρα του Καρατζαφέρη με το πρώτο αρχαίο ρητό που του ήρθε στο μυαλό, και εξίσου καλά θα μπορούσε να απαντήσει ξερωγώ “θαρσείν χρη” ή “μολών λαβέ”. Συνέχεια ανάγνωσης

Η απρόσωπη δικτατορία των αγορών στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία»

Standard

συνέντευξη του οικονομολόγου Γιώργου Δουράκη στον Γιώργο Κατσαμπέκη και τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή

 

Ότο Ντιξ, "Στην Ομορφιά", 1922

Έχετε υποστηρίξει ότι η κρίση την οποία διέρχεται το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ξεκινά περίπου το 2008 και έκτοτε εκδηλώνεται σε διαφορετικά επίπεδα και διακριτά στάδια. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για αυτά τα στάδια/επίπεδα;

 Η κρίση μπαίνει αισίως στον πέμπτο χρόνο της. Ξεκίνησε επισήμως από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη του 2007. Στο χρονικό αυτό διάστημα έχει περάσει από διαφορετικές φάσεις. Ξεκινάει ως πιστωτική κρίση των τραπεζών και της Γουόλ Στρητ στις ΗΠΑ, μετεξελίσσεται σε κρίση της πραγματικής οικονομίας, σε οικονομική ύφεση δηλαδή, που σημαίνει άνοδο της ανεργίας και πτώση του ΑΕΠ. Σε μια τρίτη φάση παίρνει τα χαρακτηριστικά της δημοσιονομικής κρίσης των κρατών και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει και μια τέταρτη φάση, η οποία είναι σε λανθάνουσα μορφή αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για τη φάση του συναλλαγματικού πολέμου, που είναι και η πιο επικίνδυνη, επειδή μπορεί να μετατρέψει το διεθνές εμπόριο σε συγκρουσιακό και να μετεξελιχτεί σε εμπορικό πόλεμο. Δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη ανοιχτά –έχουμε σποραδικά επεισόδια–, αλλά υπάρχει ένα κλίμα γενικότερο. Έστω και αν οι κυβερνήσεις των διαφόρων κρατών έχουν συναίσθηση του κινδύνου λόγω της επώδυνης ιστορικής εμπειρίας της δεκαετίας του ’30, εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσουν να τον αποφύγουν. Όλες οι δυτικές χώρες πλέον, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έχουν παραιτηθεί από τα εσωτερικά μέτρα οικονομικής πολιτικής υπό τον φόβο των ελλειμμάτων και των χρεών, και αυτό σημαίνει ότι δεν μένει άλλος δρόμος για να αντιμετωπίσουμε την κρίση παρά μόνο οι εξαγωγές. Αλλά δεν μπορούν όλες οι χώρες να έχουν εμπορικά πλεονάσματα. Για να υπάρχουν εμπορικά πλεονάσματα, πρέπει συγχρόνως να υπάρχουν εμπορικά ελλείμματα. Συνέχεια ανάγνωσης

O Αλμπέρ Καμύ και η «προλεταριακή λογοτεχνία»

Standard

Πενήντα δύο  χρόνια από τον θάνατό του

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913, στο Μοντόβι της Αλγερίας, και πέθανε στις 4 του Γενάρη 1960, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Γαλλία. Δημοσιογράφος, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος, έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και φιλοσοφικά έργα. Για το λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957. Συμμετείχε στην Γαλλική αντίσταση και πήρε δημόσια θέση σε πολλά ζητήματα της εποχής του. Όπως είπε γι’ αυτόν ο Ερμπέρ Λοτμάν, «δεν ανήκε σε καμιά συγκεκριμένη πολιτική ομάδα, αλλά δεν απουσίασε από καμιά μάχη ενάντια στην αδικία…».

Η επιστολή που ακολουθεί αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό La Révolution prolétarienne (αρ. 447, Φεβρουάριος 1960) – ο Καμύ ήταν μόνιμος συνδρομητής υποστήριξης αυτού του περιοδικού. Ο Μωρίς Λιμ, στον οποίο απευθύνεται η επιστολή, εργαζόμενος, αγωνιστής και λογοτέχνης (έγραψε τη νουβέλα Belles Journées, που αναφέρεται στο υστερόγραφο), είχε ζητήσει από τον Καμί να γράψει ένα άρθρο για τη λογοτεχνία στο περιοδικό Après l’boulot. Αυτό το περιοδικό, που απευθυνόταν σε εργαζόμενους, παρουσίαζε λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως, και καλλιτεχνικές εργασίες εργαζομένων (στα γαλλικά το όνομα του περιοδικού σημαίνει «Μετά τη δουλειά»× η συντακτική του επιτροπή αποτελούνταν από εργαζόμενους, και κυκλοφορούσε από το 1953 έως το 1956).

Γ.Π.

 Επιστολή του Αλμπέρ Καμύ στον Μωρίς Λιμ

μετάφραση: Γιώργος Παπαναγιώτου

Παρίσι, 8 Αυγούστου του 1953

Αφού πιστεύετε ότι αυτά που σας είπα τις προάλλες αξίζουν τον κόπο να παρουσιαστούν, θα προσπαθήσω να τα αναπτύξω εδώ. Πρέπει όμως, πρώτα απ’ όλα, να επαναλάβω αυτό που ήδη σας έχω πει: ότι δεν είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο και ότι, επιπλέον, μπροστά στο δικό σας εγχείρημα, αισθάνομαι υποδεέστερος. Όταν κάποιοι άνθρωποι που περνούν όλη τη μέρα τους στο εργοστάσιο ή το εργοτάξιο αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στην προσπάθεια να εκφραστούν σ’ ένα περιοδικό, τότε με ποιο δικαίωμα θα έρθει να ξινίζει τα μούτρα του και να τους δίνει αφ’ υψηλού συμβουλές κάποιος επαγγελματίας συγγραφέας, που απολαμβάνει πλήρους ελευθερίας για να γράφει και να δουλεύει; Ακόμη κι αν, όλως τυχαίως, έχει δίκιο, δεν διακινδυνεύει να χάσει τίποτε, και αυτό αρκεί για να κάνει τα λόγια του ύποπτα. Για να αποδεχτώ έναν τόσο γελοίο ρόλο –που εύκολα μπορεί να γίνει και αισχρός– , θα έπρεπε να είμαστε μεταξύ παλιόφιλων και σε ατμόσφαιρα πλήρους χαλάρωσης. Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Από την άλλη πλευρά όμως, αισθάνομαι ότι θα ήταν κάποιου είδους χυδαία λιποψυχία από μέρους μου, μια έλλειψη συναδελφικότητας, να μην σας πω εντελώς απλά αυτό που σκέφτομαι, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναγνωρίσω ότι έχω άδικο. Συνέχεια ανάγνωσης

Δέκα χρόνια (ανθρώπινα) κομμάτια

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

«Φυλακισμένοι στο Άγαλμα της Ελευθερίας». Σκίτσο του Κhaldoon Gharaibeh. Πηγή: gharaibehweb.com

Την Τετάρτη που μας πέρασε, στις 11 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τότε που άνοιξε –ή μάλλον έκλεισε– τις πόρτες του το κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Πολλά άρθρα γράφτηκαν για να θυμίσουν το γεγονός και να υπενθυμίσουν ότι ο Ομπάμα αθέτησε την υπόσχεσή του να κλείσει το κρατητήριο, ότι στο Γκουαντάναμο κρατούνται ακόμη 171 άτομα, 12 από τα οποία είναι εκεί από την πρώτη μέρα, 11 από τα οποία χωρίς να τους έχουν ασκηθεί κατηγορίες. Η Διεθνής Αμνηστία κυκλοφόρησε, πριν ακόμη από τη μαύρη αυτή επέτειο, μια έκθεση σχετικά με τη «δεκαετή κατακρεούργηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων» στο Γκουαντάναμο, όπου ασκεί οξεία κριτική και παρουσιάζει με σκληρή γλώσσα την κατάσταση των πραγμάτων.

Όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στη μνήμη τις φωτογραφίες που ξεθωριάζουν: τις φωτογραφίες των κρατουμένων με τις πορτοκαλί στολές και τις κουκούλες στο κεφάλι, των πολλαπλών συρματοπλεγμάτων, των ωμών βασανιστηρίων. Αναρωτήθηκα πώς γίνεται να ξεθωριάζουν τέτοιες εικόνες βίας, και ανέτρεξα στο βιβλίο της Άντζελας Ντέιβις, Δημοκρατία χωρίς δεσμά (μετάφραση Κώστα Ράπτη, Άγρα, Αθήνα 2008). Κοντά στην εξαιρετική της ανάλυση για τις φυλακές και το λεγόμενο «σωφρονιστικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», η Ντέιβις δίνει καίριες και εύστοχες απαντήσεις και στο παραπάνω ερώτημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτική και αντι-διαφήμιση. Occupy WallStreet: Ψάχνοντας πίσω απ’ την καμπάνια

Standard

Χρόνια λέμε πως η δύναμη της διαφήμισης είναι τέτοια που μπορεί να υποδαυλίσει καταναλωτικές ανάγκες, ακόμη και πλαστές. Οι adbusters δοκίμασαν αν υπό Χ συνθήκες μπορεί να υποδαυλίσει και κινήματα

της Χριστίνας Τσαμουρά

Η θρυλική πρώτη αφίσα με τον ταύρο, το σύνθημα-πολυεργαλείο «Occupy… something» και το εμπνευσμένο σλόγκαν «Είμαστε το 99%» συνθέτουν την εικόνα μιας τόσο άρτιας καμπάνιας που θα έλεγε κανείς ότι στήθηκε από ειδικούς της διαφήμισης. Ε, λοιπόν δε θα έπεφτε και πολύ έξω.

Από την πρώτη στιγμή που είδα να κυκλοφορεί στο facebook η αφίσα με τη χορεύτρια και τον ταύρο, αρχές του περασμένου Αυγούστου, ομολογώ ότι και εντυπωσιάστηκα και τη θαύμασα και αναρωτήθηκα. Δεν θα σταθώ όμως εδώ ούτε στην πολιτική σημασία του «πρωτοφανούς» διαδικτυακού καλέσματος κατάληψης της Wall Street, αν και δεν είναι λίγο να βλέπεις φρέσκες κινηματικές πρακτικές του εξαθλιωμένου βορειοαφρικανικού Βορρά και του υποβαθμισμένου ευρωπαϊκού Νότου να εξάγονται, εν μια θερινή νυκτί, στην «καρδιά του κτήνους». Ούτε στο αισθητικό κομμάτι της θα μείνω — αν και επρόκειτο για μια ομολογουμένως πάρα πολύ ωραία αφίσα. Θα σταθώ στο κύριο ερώτημα που μου προξένησε: «Είναι πέντε τρελοί με καλό γούστο που κάνουν το απονενοημένο τους διάβημα προς την αμερικανική κοινωνία ή επαγγελματίες της διαφήμισης που δοκιμάζουν τις τεχνικές της στο πεδίο του κινήματος;». Όμως η εξέλιξη της καμπάνιας αυτής μέχρι την ημερομηνία-ορόσημο της 17ης Σεπτέμβρη αποκάλυπτε σταδιακά τόσο υψηλού επιπέδου επαγγελματισμό, που άρχισα να πιστεύω το δεύτερο.

Αφίσα για …Grand Ermis

 Η αφίσα, λόγου χάρη. Τόσα χρόνια δουλειάς στις παρυφές της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, λίγες φορές είχα διακρίνει σε μια κινηματική αφίσα τέτοια άνεση χειρισμού των βασικών κανόνων της διαφήμισης… Πόσο έξοχα αξιοποιούσε το τρίπτυχο «ισχυρό σύμβολο-λιτό μήνυμα-ολίγον μυστήριο» για να εκφράσει τα όσα πολλά και δύσκολα όφειλε και να πετύχει το στόχο της: Συνέχεια ανάγνωσης

Μάθε παιδί μου γράμματα ή ποιος σκότωσε τον δασκαλάκο…

Standard

 Η φίλη μας, ιστορικός,  Μαρίνα Δημητριάδου, ζει τους τελευταίους μήνες στο Μεξικό. Από εκεί έστειλε,  στα Ενθέματα και το RedNotebook,  το κείμενο που ακολουθεί, για την εντυπωσιακή πορεία διαμαρτυρίας, στην πόλη του Μεξικού, στις 6 του Γενάρη, για τη δολοφονία δύο φοιτητών πριν ένα περίπου μήνα. Το δημοσιεύουμε, και την ευχαριστούμε θερμά,  στέλνοντας τους αγωνιστικούς μας χαιρετισμούς στους φοιτητές  του Μεξικού που αντιστέκονται στη βαρβαρότητα, που παλεύουν για το δίκιο, την αξιοπρέπεια και την αληθινή δημοκρατία.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

της Μαρίνας Δημητριάδου

Η κεφαλή της εντυπωσιακής πορείας μπροστά στην Ομοσπονδιακή Βουλή του Μεξικού

Πόλη του Μεξικού
Την Παρασκευή 6 Γενάρη το απόγευμα μια εντυπωσιακή πορεία έφτανε στην ομοσπονδιακή μεξικανική βουλή. Μεγάλες ομάδες από τις αγροτικές σχολές δασκάλων διαδήλωναν παρατεταγμένες σε κάθετες γραμμές. Κάποιες (όπως από την Τσιάπας) είχαν ταξιδέψει με ιδιωτικά πούλμαν πάνω από 10 ώρες. Άλλες, από κοντινές πολιτείες, είχαν καταλάβει δημόσια λεωφορεία για να έρθουν στην πρωτεύουσα. Η πορεία γινόταν για σοβαρό λόγο. Στις 12 Δεκεμβρίου 2011, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας της αγροτικής σχολής δασκάλων της Αγιοτσινάπα στην πολιτεία του Γκερρέρο, που διεκδικούσε περισσότερους πόρους και βελτίωση των εγκαταστάσεων, σκοτώθηκαν δύο φοιτητές. Ήταν άραγε τυχαίο;

Τα γεγονότα
Εκείνη την ημέρα οι φοιτητές είχαν αποφασίσει μετά από άκαρπες προσπάθειες διαλόγου να αποκλείσουν τον αυτοκινητόδρομο Ακαπούλκο-Πόλη του Μεξικού, τον πιο ακριβό δρόμο της χώρας. Τρία διαφορετικά σώματα ασφαλείας κλήθηκαν να τους αντιμετωπίσουν με δακρυγόνα και ξυλοδαρμό, όπως καταγράφουν βίντεο από κάμερες κυκλοφορίας που δόθηκαν στη δημοσιότητα και βρίσκονται στο διαδίκτυο (λέξη κλειδί: Ayotzinapa). Άλλα βίντεο δείχνουν άντρες με πολιτικά να ανοίγουν το πορτμπαγκάζ ενός απλού ΙΧ και να βγάζουν όπλα, όπως επίσης και άντρες με πολιτικά να πυροβολούν κατ’ επανάληψη τους διαδηλωτές. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδειχτεί η ευθύνη κάποιου σώματος ασφαλείας για τις δολοφονίες.
Συνέχεια ανάγνωσης

Στις 8 του γενάρη

Standard

H παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011: Ιμάνουελ Βαλερστάιν

Αγωνιζόμαστε για ένα κούτελο καθαρό ή αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε; Νίκος Θεοτοκάς

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ. Βάτσλαβ Χάβελ: Το ήθος της αντίστασης: Νίκος Χειλάς

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011: Νίκος Σαραντάκος

Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ: Νίκος Μπελαβίλας

Νικολάι Γκόγκολ, «Ο Επιθεωρητής». Ο αμαρτωλός αδελφός μας των γραμμάτων ή η κωμική εκδοχή των Παθών: Συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

Αποκαταστάσεως το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν…: Σταύρος Παναγιωτίδης

Η παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011

Standard

του Ιμάνουελ Βαλερστάιν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Βλ. Μπουρλιούκ, «Μελαγχολικό φεγγάρι», 1913

 Από κάθε άποψη, το  2011 ήταν μια καλή χρονιά  για την Αριστερά όλου του κόσμου — ανεξάρτητα από το πόσο στενά ή πλατιά ορίζει κανείς την Αριστερά αυτή. Ο βασικός λόγος ήταν οι αρνητικές οικονομικές συνθήκες από τις οποίες υποφέρει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η ανεργία ήταν υψηλή, και αυξάνεται διαρκώς. Οι περισσότερες κυβερνήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλά επίπεδα χρέους και τη μείωση των εισοδημάτων. Απάντησαν προσπαθώντας να επιβάλουν μέτρα λιτότητας στους πολίτες τους, και, ταυτόχρονα, να  προστατεύσουν τις τράπεζές τους.

Το αποτέλεσμα ήταν μια παγκόσμια εξέγερση αυτού που τα κινήματα Occupy Wall Street (OWS)  ονόμασαν «το 99%».  Μια εξέγερση ενάντια στην υπερσυγκέντρωση του πλούτου, τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις και την αντιδημοκρατική κατά βάση φύση αυτών των κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πολυκομματισμός.

Σίγουρα, το  OWS, η Αραβική Άνοιξη ή οι Αγανακτισμένοι δεν πέτυχαν όλα όσα ήλπιζαν. Ωστόσο –και αυτό είναι το σπουδαίο–  κατάφεραν να αλλάξουν τον τόνο στον λόγο που επικρατεί διεθνώς, μετατοπίζοντας τον από τα ιδεολογικά θέσφατα  του νεοφιλελευθερισμού  σε ζητήματα όπως η ανισότητα, η αδικία, και η αποαποικιοποίηση. Για πρώτη φορά εδώ, και πολλά χρόνια, οι απλοί άνθρωποι συζητούσαν για την ίδια τη φύση του συστήματος στο οποίο ζούσαν· δεν το θεωρούσαν πλέον δεδομένο.

Το ερώτημα τώρα, για την Αριστερά, είναι πώς μπορεί να προχωρήσει, μετατρέποντας αυτή την πρωταρχική επιτυχία σε πολιτική αλλαγή. Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί με πολύ απλό τρόπο: Ακόμη και αν, με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει ένα σαφές και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ μιας πολύ μικρής ομάδας (του 1%) και μιας άλλης, εξαιρετικά μεγάλης (του 99%), η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί σε έναν ανάλογο οικονομικό διαχωρισμό: παγκοσμίως, οι πολιτικές δυνάμεις της Κεντροδεξιάς εξακολουθούν να κυβερνούν τον μισό περίπου πληθυσμό του πλανήτη ή, τουλάχιστον, εκείνους που είναι πολιτικά ενεργοί με οιονδήποτε τρόπο.

Ως εκ τούτου, για να αλλάξει τον κόσμο, η Αριστερά θα χρειαστεί έναν βαθμό πολιτικής ενότητας δεν τον έχει κατακτήσει ακόμα. Υπάρχουν βαθιές διαφωνίες τόσο σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους όσο και για  τις βραχυπρόθεσμες τακτικές. Δεν πάσχουμε από έλλειψη συζήτησης αυτών των ζητημάτων· αντιθέτως, η συζήτηση και η αντιπαράθεση είναι έντονες, και έχει επιτευχθεί πολύ μικρή πρόοδος όσον αφορά την υπέρβαση των αντιθέσεων και των διαχωρισμών.
Οι αντιθέσεις και οι διαχωρισμοί δεν είναι καινούργιοι, αυτό όμως δεν κάνει ευκολότερη την υπέρβασή  τους. Μπορούμε να σημειώσουμε δύο μεγάλες τέτοιες αντιθέσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τις εκλογές. Υπάρχουν δύο, ή μάλλον  τρεις θέσεις σχετικά με τις εκλογές. Έχουμε, εν πρώτοις, αυτούς που είναι εξαιρετικά καχύποπτοι, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι απλώς πολιτικά αναποτελεσματική, αλλά επιπλέον νομιμοποιεί το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα.

Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει κομβική σημασία. Αλλά και αυτή η ομάδα χωρίζεται στα δυο. Από τη μια, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να είναι πραγματιστές. Θέλουν να δουλέψουν από τα μέσα: στους κόλπους του μεγαλύτερου κόμματος της Κεντροαριστεράς, όταν υπάρχει πολυκομματικό σύστημα, ή στο εσωτερικό του de facto μοναδικού κόμματος, όταν δεν επιτρέπεται η κοινοβουλευτική εναλλαγή. Και, από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που επικρίνουν αυτή την πολιτική του «μικρότερου κακού». Επιμένουν ότι τα μεγάλα κόμματα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές  μεταξύ τους, και υποστηρίζουν την εκλογική ενίσχυση κάποιου «πραγματικά» αριστερού κόμματος.

Η συζήτηση αυτή είναι  μας είναι γνώριμη σε  όλους, κι έχουμε ακούσει επανειλημμένα τα παραπάνω επιχειρήματα. Ωστόσο είναι βέβαιο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ότι αν δεν υπάρξει κάποια σύγκλιση των τριών παραπάνω απόψεων, όσον αφορά την εκλογική τακτική, τότε η  Αριστερά σε όλο τον κόσμο δεν έχει πολλές ελπίδες να επικρατήσει, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αγωνιζόμαστε για ένα κούτελο καθαρό ή αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε;

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Έργο του C. G. Van Beverloo Conreille

Ο νέος Νόμος 4009/11 για τα πανεπιστήμια, παρά τη σύμπραξη όλου του νεοφιλελεύθερου φάσματος και της ακροδεξιάς (δυστυχώς, και της καθοριστικής συνέργειας παλιών μας συντροφισσών και συντρόφων), βρίσκει απέναντί του τη συντριπτική πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας και το σύνολο των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ. Ωστόσο, οι κυβερνητικοί επίτροποι που διορίστηκαν στα Ιδρύματα από το Υπουργείο, παρά τη μοναξιά τους, επιμένουν να οργανώνουν την ολοκλήρωση της επιχειρούμενης θεσμικής εκτροπής. Ως τώρα, οι προθεσμίες που έθετε ο νόμος έχουν ήδη πάει περίπατο. Και, παρά την επιμονή και της απειλές που εκτοξεύει η κυρία υπουργός, βδομάδα την εβδομάδα, δεκαπενθήμερο το δεκαπενθήμερο, οι εκλογές αναβάλλονται. Θαυμάσια κατάσταση, θα έλεγε κανείς.

Θαυμάσια κατάσταση, όντως. Και, για να γίνει ακόμα καλύτερη, χρειάζεται να συνεχίσουμε με κάθε τρόπο την αντίθεσή μας στην εκλογή των Συμβουλίων. Είμαι πεισμένος πως, αν καταφέρουμε να μην γίνουν αυτές οι «εκλογές» επιστρατεύοντας όλα τα μέσα, το κράξιμο, τα επιχειρήματα ή τη ντροπή, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πετύχουμε την αναστολή, το πάγωμα ή και την κατάργηση του Νόμου. Αυτή είναι η σημερινή συγκυρία και η σημερινή μάχη, που μπορεί να την κερδίσουμε. Τούτη η προοπτική, όμως, έχει μία βασική προϋπόθεση. Να κρατήσουμε αρραγές το μέτωπο των πανεπιστημιακών που, αριστεροί ή δεξιοί, συντηρητικοί ή ριζοσπάστες, θέλουν με κάθε κόστος να υπερασπιστούν τους όρους του επαγγέλματος και της αξιοπρέπειάς τους.

Στη σύγκρουση αυτή η Αριστερά, υπερβαίνοντας τα όρια των προγραμματικών της αμηχανιών, συνέβαλε καθοριστικά στο να καταστούν πλειοψηφικές οι ως χθες παρασιωπημένες ή και κακοποιημένες συνεκτικές αρχές της ακαδημαϊκότητας: Η ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, η δημόσια ευθύνη έναντι του κοινού αγαθού και του αυτοδιοίκητου, οι καθοριστικές προϋποθέσεις του πανεπιστημιακού επαγγελματισμού, οι επιστημονικές προϋποθέσεις των τίτλων σπουδών που απονέμουν τα πανεπιστήμια.

Χρειάζεται να υπερασπιστούμε τα πολλά θετικά των ΑΕΙ, δίχως όμως να κρύβουμε τους σκελετούς στα ντουλάπια μας.  Μόνο έτσι, πιστεύω, μπορούμε να απευθυνθούμε ανοικτά και καθαρά στους συναδέλφους μας, να σπάσουμε τα κύματα την συκοφαντίας ή της απαξίωσης για να πείσουμε την κοινωνία. Μόνο έτσι, θέλω να πω, θα βρούμε τα επιχειρήματα για να ενθαρρύνουμε τους αναποφάσιστους, να θορυβήσουμε τους βολεμένους, να καταγγείλουμε τους εγκάθετους και να συμβαδίσουμε με τους μεγάλους αριθμούς των συναδέλφων που κρατούν το πανεπιστήμιο όρθιο (κι ας μην είναι φίλοι ή ομοϊδεάτες μας). Δύσκολο στοίχημα, μα ρεαλιστικό, κατά την εκτίμησή μου τουλάχιστον.

Οι αντιστάσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας εκφράζονται στην, όλο και πιο εύθραυστη είν’ αλήθεια, ομοφωνία των συλλογικών οργάνων. Εύθραυστη διότι οι πανεπιστημιακές διοικήσεις, πέρα από την αντίθεσή τους στον νόμο, υποχρεούνται να εξασφαλίσουν την, έστω και περικομμένη, ροή χρηματοδότησης των εργαστηρίων και των βιβλιοθηκών, των μεταπτυχιακών σπουδών και των ερευνητικών προγραμμάτων, των υποτροφιών, της σίτισης και της στέγασης των φοιτητών, των συγγραμμάτων, ακόμα και της καθαριότητας ή της θέρμανσης των πανεπιστημιακών χώρων.

Σήμερα η κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας και της ακροδεξιάς, εκβιάζοντας πανεπιστήμια και πανεπιστημιακούς με την απειλή περικοπής ή και παγώματος των δημοσίων πόρων, έχει χαράξει μια τακτική όπου ο χρόνος πολλαπλασιάζει τις πιέσεις στους αντιπάλους. Κι έχει αφήσει την κυρία Διαμαντοπούλου να διαχειριστεί, παίζοντας με το στοίχημα της καριέρας της, την κρίση που δημιούργησε ο νέος νόμος.

Χρειαζόμαστε ένα μέτωπο πανεπιστημιακών για το πανεπιστήμιο, που να μην οδηγεί στην καταστροφή αλλά στην ανασυγκρότηση. Και στο οποίο έχουν τη θέση και την τιμή τους όσες και όσοι πιστεύουν και μάχονται για τις αρχές και τις αξίες του δημόσιου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου, πέρα από το παρελθόν, πέρα από τις ιδέες ή τις στοχεύσεις τους για το αύριο. Αν καταφέρουμε να κρατήσουμε ζωντανό και όρθιο το ελληνικό πανεπιστήμιο, ας μαλώσουμε αύριο για τις προοπτικές του. Συνέχεια ανάγνωσης

Βάτσλαβ Χάβελ: Tο ήθος της αντίστασης

Standard

αναδημοσίευση από το «Βήμα»

του Νίκου Χειλά

Σπάνιο είδος ήταν ο Χάβελ ήδη από τα νιάτα του: Πρώτα «επαναστατημένος νέος», ύστερα αντικομφορμιστής συγγραφέας, κατόπιν πολιτικά «αντιφρονών». Έτσι έμεινε μέχρι και την πτώση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού, το 1989. Ύστερα βέβαια, η εικόνα του αντικομφορμιστή άρχισε να ξεφτίζει — για να μετατραπεί με τον καιρό σε σκέτη καρικατούρα. […]

 «Σε έκλεισαν σε ένα κλουβί, σε φυλάκισαν Βατσλάκι Χάβελ» τραγουδούσαν τα εξεγερμένα πλήθη στην κεντρική πλατεία της Πράγας Βέντσελ. Αμέσως μετά ακολουθούσε το σύνθημα: «Ο Χάβελ στον πύργο» [σ.σ.: το προεδρικό μέγαρο] — κάτι που έγινε πραγματικότητα στις αρχές του 1990 με την εκλογή του σε πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας.

 Ο Χάβελ ήταν «απολιτικός» πολιτικός, και πάντως όχι επαγγελματίας του κλάδου. Χωρίς να είναι ηθικολόγος, έβαζε πάνω από όλα την ηθική — σε πολιτική, οικονομία, κοινωνία, ατομική ζωή. Αυτό ήταν ίσως που του επέτρεψε να επιβιώσει τα χρόνια της «γραφειοκρατικής χολέρας». Και αυτό ήταν επίσης που του επέφερε τον τιμητικό τίτλο του μοντέρνου «Σωκράτη».

Πρακτική ηθική, που μπορούσε να εφαρμόσει πολύ πιο εύκολα, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Αυτή εκφραζόταν τόσο μέσα από θεατρικά έργα, που είχαν στο επίκεντρο το «Παραλογιστάν» –το «σοσιαλιστικό» κράτος του παράλογου– και ως εκ τούτου κατατάσσονταν δικαίως στο θέατρο του παράλογου. Όσο και μέσα από τα δοκίμιά του, που είχαν ως αντικείμενο, δίπλα στις κρατικές Αρχές, και τον κομφορμισμό των συμπολιτών του.

  Η βάση της ηθικής του ήταν η αλήθεια. Αυτή που είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στο δοκίμιό του «Προσπάθεια να ζήσουμε μέσα στην αλήθεια» αναλύει, ότι η εξαφάνιση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην κρατική καταπίεση, αλλά και στην ενδοτικότητα των συνοδοιπόρων, οι οποίοι λένε εθελούσια «ναι» στην ταπείνωση, όσο αυτή δεν είναι βάναυση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα γιαυτό: «Ο διευθυντής ενός μανάβικου έβαλε στη βιτρίνα του μαγαζιού, ανάμεσα στα κρεμμύδια και τα καρότα, ένα πανό με την επιγραφή Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!. Γιατί το έκανε άραγε; Τι ήθελε να μας πει με αυτό; Είναι πραγματικά ο ίδιος τόσο ενθουσιασμένος με την ιδέα της ένωσης των προλετάριων όλων των χωρών; Το κάνει μήπως, επειδή δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά, αν θέλει να επιβιώσει; Αν πάντως διέταζε κανείς το μανάβη, να βάλει στη βιτρίνα το σύνθημα Φοβάμαι και γι αυτό είμαι πειθήνιος χωρίς όρους, μάλλον θα αρνιόταν να εκθέσει δημόσια ένα τόσο ρητό μήνυμα του εξευτελισμού του». Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Άγγλοι άστεγοι αναζητούν καταφύγιο στους ξενώνες της κοινωνικής πρόνοιας. Έργο του Sir Luke Fildes (1843-1927), πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (δημοσιεύτηκε στο τχ. 15 του «the books’ journal», Ιανουάριος 2012)

Στον Πειραιά είχαμε έναν άστεγο: τον Άγγελο. Ηλικιωμένος, άλλοτε Επονίτης, προσάραξε στα μέρη μας, στα χρόνια του ’70. Επιβίωνε με χαρτζιλίκι και ψευτομεροκάματα. Η παρέα των «Πολιτών του Πειραιά» και αργότερα του «Λιμανιού της Αγωνίας» υιοθέτησε τον Άγγελο, κι ο Άγγελος την παρέα. Τον ειδοποιούσαμε όταν εντοπιζόταν κανένα άδειο σπίτι για χειμερινή διαμονή,  τον φροντίζαμε με ρούχα τον χειμώνα, τον κερνούσαμε μεσημεριανό στην Πλατεία Κοραή, παρά τη γκρίνια των νεαρών σερβιτόρων. Ο Άγγελος ένιωθε την ανάγκη να ανταποδώσει. Στο πρώτο εκλογικό κέντρο του «Λιμανιού», παρών από το πρωί μέχρι το βράδυ, στις συγκεντρώσεις μας το ίδιο, χωρίς να του το έχουμε ζητήσει  ποτέ. Του ήταν αδύνατον να επανέλθει στην τακτοποιημένη ζωή. Χαμένος ή ενταγμένος μ’ ένα δικό του τρόπο σ’ ένα δικό του κόσμο, αρνιόταν να επιστρέψει στον κόσμο της νοικοκυροσύνης.

Αυτό δεν ήταν σπάνιο. Για την ψυχολογία της άρνησης επανένταξης των αστέγων των ευρωπαϊκών μητροπόλεων έχουν γραφτεί πολλά. Ένας καλός συγγραφέας, ο Τζωρτζ Ντόουζ Γκρην, έγραψε το 1994 ένα λογοτεχνικό θρίλερ –στα ελληνικά Τι αξία έχει η αλήθεια, ερημίτη μου;— για έναν αυτοεκτοπισμένο στο  Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ο καμβάς επάνω στον οποίο στήνεται η κατ’ επίφαση αστυνομική πλοκή της ιστορίας είναι το βίωμα της εξαίρεσης, του μοναχικού αστέγου στη μεγάλη πόλη. Αυτά συνέβαιναν τότε, στις ευημερούσες δυτικές πρωτεύουσες, μεταξύ αυτών και στη δική μας. Άστεγοι ως αμελητέο ποσοστό, δείγματα άξια κοινωνιολογικών παρατηρήσεων, ευγενικές φιγούρες υιοθετημένες από συνανθρώπους.

***

Όταν πριν από μερικούς μήνες γράφτηκε πως η Αθήνα εισέρχεται σε ανθρωπιστική κρίση, η διατύπωση έμοιαζε υπερβολική, ίσως εκφοβιστική. Όταν τα μαγαζιά άρχισαν να κατεβάζουν ρολά το ένα μετά το άλλο, αναρωτιόμασταν τι κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καταφεύγουν στα χωριά τους, μπαίνουν υπάλληλοι; Σε τι δουλειές, που δεν υπάρχουν; Όταν ένα πρωί διαπιστώσαμε πως η συνήθης  πιάτσα της ηρωίνης στην Πατησίων θύμιζε διαδήλωση με εκατοντάδες εξαθλιωμένους στριμωγμένους στα πεζοδρόμια, πως οι κοπέλες-θύματα του τράφικινγκ έκαναν πεζοδρόμιο στην 3ης Σεπτεμβρίου κατά δεκάδες, μέρα-μεσημέρι, πως άνθρωποι κοιμόντουσαν επάνω στις θερμαινόμενες από τον υπόγειο σταθμό σχάρες του Μετρό στην Ομόνοια, τότε άρχισε να φαίνεται πως η Αθήνα καταρρέει. Όχι για τους λόγους που διαλαλούν οι υπεύθυνοι της κρίσης, αλλά λόγω της φτώχειας, της οικονομικής και της κοινωνικής λεηλασίας στην οποία οδήγησαν τη χώρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Νικολάι Γκόγκολ, «Ο Επιθεωρητής»: ο αμαρτωλός αδελφός μας των γραμμάτων ή η κωμική εκδοχή των Παθών

Standard

Θέατρο Εξαρχείων, Θεμιστοκλέους 69, τηλ. 210-3300879. Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.00 και Κυριακή στις 8.00.

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ. Σκηνικά: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΑΚΗΣ. Κοστούμια: ΜΑΡΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ. Κινησιολογία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΧΟΣ. Φωτισμοί: ΘΟΔΩΡΟΣ ΜΑΡΓΚΑΣ. Φωτογραφίες: ΠΕΡΙΚΛΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Παίζουν (με τη σειρά που εμφανίζονται): ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΧΑΣ, ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΦΑΛΕΞΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΛΑΣ, ΤΙΜΟΣ ΜΠΑΡΝΙΑΔΑΚΗΣ, ΦΩΤΗΣ ΘΩΜΑΪΔΗΣ, ΘΩΜΑΣ ΓΚΑΓΚΑΣ, MAΡΓΑΡΙΤΑ ΒΑΡΛΑΜΟΥ, ΧΑΡΑ ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΥ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΑΚΗΣ.

συνέντευξη με τη σκηνοθέτρια Ελενα Πατρικιου

 

Μαρκ Σαγκάλ, «Φόρος τιμής στον Γκόγκολ» (πίνακας στον οποίο βασίζονται η αφίσα και το εξώφυλλο του προγράμματος)

Η πρώτη ερώτηση που θέλω να σου κάνω είναι γιατί διάλεξες τον Επιθεωρητή, με ποιο σκεπτικό θέλησες να ανεβάσεις τον Επιθεωρητή εν έτει 2011;

 Ξεκίνησα με την «αυτάρεσκη» σκέψη ότι έχω στα χέρια μου ένα έργο πολύ «πολιτικοποιημένο» και μια ιδέα σκηνοθεσίας πολύ «πολιτικοποιημένη», άρα έχω στην τσέπη μια παράσταση «πολιτικοποιημένη». Το ομολογώ ταπεινά — και ντρέπομαι φρικτά γι’ αυτό. Και βεβαίως το έργο, ο Γκόγκολ ο ίδιος, με τιμώρησαν αμείλικτα. Γιατί ο Επιθεωρητής είναι ένα έργο-παγίδα, έτοιμο να τσακώσει στον ιστό του σκηνοθέτες και ηθοποιούς, κοινό και κριτικούς.

Η πρώτη παγίδα που σου στήνει ο Γκόγκολ είναι το θέμα του Επιθεωρητή. Πρόκειται όντως (και απλώς) για μια καταγγελία της χρηματιζόμενης γραφειοκρατίας και της αυθαιρεσίας του κρατικού μηχανισμού; Ή είναι κάτι άλλο; Ευτυχώς, έκανα και τη μετάφραση του έργου, κι έτσι επεξεργάστηκα τη σκηνοθετική γραμμή παράλληλα με μια δουλειά λέξη-λέξη πάνω στο κείμενο. Κι αυτό με έσωσε από τη μεγαλειώδη γκάφα που παραλίγο να διαπράξω, δηλαδή να θεωρήσω πως με τον Επιθεωρητή μπορείς να μιλήσεις για την άμεση επικαιρότητα, ή, μια και ποτέ δεν με γοήτευσε η «επικαιρότητα», για τον παρόντα χρόνο. Με έσωσε τελικά το γεγονός ότι πίστεψα τον Γκόγκολ.

Όταν έγινε η πρώτη πρεμιέρα του έργου, στην Πετρούπολη το 1836 (περιέργως με παρέμβαση του Τσάρου Νικόλαου, γιατί η λογοκρισία το είχε κόψει), ο Γκόγκολ έπαθε πανικό και με όσους του ρίχτηκαν και με όσους τον επαινούσαν. Τον πανικόβαλε εξίσου η καχυποψία του αυλικού περιβάλλοντος, που τον αντιμετώπιζε ως επικριτή της γραφειοκρατίας, όσο και οι ύμνοι των κριτικών που τον είδαν ως τον «κοινωνικό κριτικό της Ρωσίας». Και το έσκασε, κυριολεκτικά. Έφυγε κι έκανε είκοσι χρόνια να ξαναγυρίσει στη Ρωσία. Η φυγή του ήταν απόρροια της αγωνίας πως όχι μόνον δεν κατάλαβαν το έργο του, αλλά πως κινδύνευε να δει το έργο του μεταμορφωμένο σε «κοινωνική κριτική», σε «περιγραφή της ρώσικης πραγματικότητας».

Κι όταν, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, άρχισε να βουλιάζει στην κρίση μυστικισμού που τον οδήγησε στην νευρική ανορεξία και στον θάνατο, έγραψε πως ο Επιθεωρητής είναι μια κωμική Δευτέρα Παρουσία, πως ο μόνος αληθινός Επιθεωρητής είναι ο τελικός Κριτής.

Οι φωτογραφίες, από τις πρόβες της παράστασης, είναι του Περικλή Αντωνίου

Τι είναι, για σένα, εν τέλει, ο Επιθεωρητής;

  Θα έλεγα πως Ο Επιθεωρητής είναι η κωμική εκδοχή των Παθών, είναι τα Πάθη ιδωμένα μέσα από το σπίτι του Άννα και του Καϊάφα. Αν δεν είναι αυτό, τότε πρόκειται απλώς για μια χαριτωμένη σαχλαμάρα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα έργο εντελώς αντιδραστικό!

Αν μείνουμε στην «πλοκή» (και δεν υπάρχει πιο παραπλανητική ανάγνωση από αυτήν που επιμένει στην πλοκή των έργων), τι είναι ο Επιθεωρητής; Μια δραξ τοπικών αρχόντων χωμένων στην διαπλοκή ως τον λαιμό, τρομοκρατούνται στην ιδέα πως η κεντρική εξουσία στέλνει έναν Γενικό Επιθεωρητή. Παρασυρμένοι από τον τρόμο τους, νομίζουν πως ένα ολίγον παρτσακλό εικοσιτριάχρονο από την Πετρούπολη, που έχει φάει τα λεφτά του στα χαρτιά και δεν μπορεί να πληρώσει το ξενοδοχείο, είναι ο Επιθεωρητής. Τον λαδώνουν ασυστόλως, ο πιτσιρικάς τα παίρνει χωρίς να καταλαβαίνει καν γιατί του τα χώνουν, και φεύγει.

Αυτή είναι όμως η δεύτερη παγίδα που στήνει ο Γκόγκολ, η δραματουργική παγίδα. Ο Επιθεωρητής συνιστά μια απόλυτη τομή στην ιστορία της κωμωδίας. Ο Γκόγκολ παίρνει όλα τα δομικά στοιχεία της παραδοσιακής φάρσας και της λαϊκής κωμωδίας (αυτής που ξεκινάει με τον Μένανδρο, κορυφώνεται με τον Μολιέρο, αναζητά νέες φόρμες με τον Μαριβώ και τον Μπωμαρσαί και παγιώνεται στη γαλλική φαρσοκωμωδία του 19ου αιώνα) και διαπράττει την απόλυτη τομή. Ο Επιθεωρητής μοιάζει «τυπική φάρσα», αφού τα πάντα πλέκονται γύρω από το παραδοσιακό στοιχείο της λάθος ταυτότητας, κι αυτή είναι η δραματουργική του παγίδα. Γιατί όχι μόνο δεν είναι φάρσα, είναι ο «πατέρας» της κωμωδίας του παράλογου που θα εμφανιστεί με τον Βασιλιά Υμπύ του Ζαρρύ και θα φτάσει στο απόγειό της με την κωμωδία του βωβού κινηματογράφου και με το θέατρο του παράλογου. Αλλά σ’ αυτήν τη συγκλονιστική καινοτομία του Γκόγκολ βρίσκεται και η παγίδα που μας στήνει ο Επιθεωρητής: γιατί αν δεν δεις την ανατροπή, τότε μπορεί να την πατήσεις και να τον παίξεις σαν φαρσοκωμωδία. Σαν φαρσοκωμωδία με πατίνα δύο αιώνων, σαν μια ρώσικη εκδοχή του δικού μας Φιάκα, ή σαν σκέτη φαρσοκωμωδία, κάτι σαν Φεϋντώ ή Ψαθάς με πιο πνευματώδη αστεία. Συνέχεια ανάγνωσης

Αποκαταστάσεως το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν…

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

O Νίκος Ζαχαριάδης σε συγκέντρωση το καλοκαίρι του 1945 στην Αθήνα (Μιχ. Κατσίγε- ρας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Α΄: 1900-1945, Ποταμός, Αθήνα 2000).

Ας σκεφτούμε κάποιον που προσπαθεί να οργανώσει ένα βουνό από παλιά χαρτιά στα κατάλληλα συρτάρια. Όποιοι έχουν προσπαθήσει κάτι ανάλογο, ξέρουν πως όσο πιο γενικές είναι οι κατηγορίες μέσα στις οποίες οργανώνει κανείς το υλικό του, τόσο πιο εύκολη είναι η ταξινόμηση. Αν όμως το παρακάνει, όταν επιχειρήσει να ξαναβγάλει το υλικό του στο φως, εκεί καταλαβαίνει πως το σύστημα που είχε επιλέξει είναι τόσο χονδροειδές και απλουστευτικό, ώστε δεν του επιτρέπει να κάνει κάτι σοβαρό με τα στοιχεία του πέρα από το να τα φυλάει.

Προσπαθώντας να οργανώσει και να κλείσει τις ανοιχτές υποθέσεις που έχει με το παρελθόν του, στο ίδιο σφάλμα περιπίπτει και το ΚΚΕ. Και το οδηγεί εκεί ο σχηματικός και χονδροειδής τρόπος με τον οποίο η ηγεσία του βλέπει τα πράγματα και τον οποίο διαχέει στο κομματικό σώμα. Καλοί-κακοί, ήρωες-χαφιέδες, επαναστάτες-οπορτουνιστές. Οι πρόσφατες αποκαταστάσεις των Ζαχαριάδη, Βελουχιώτη και Βαβούδη δεν είναι παρά το επιστέγασμα της πολιτικής στρατηγικής του ΚΚΕ των τελευταίων είκοσι χρόνων. Πολλοί έκριναν ως υποκριτική την ταυτόχρονη αποκατάσταση των Ζαχαριάδη και Βελουχιώτη. Δεν θα συμφωνήσω. Στην εσωτερική λογική του ΚΚΕ, είναι απολύτως συμβατή η παρουσία των δύο στο ίδιο κάδρο. Ο Ζαχαριάδης δικαιώνεται ως Γραμματέας του ΚΚΕ, παρά τη σύγκρουση του με τον Βελουχιώτη. Ο τελευταίος, αν και, με βάση την τωρινή αντίληψη του ΚΚΕ, είχε δίκιο στην εναντίωση του στη Βάρκιζα, διαφωνώντας δημοσίως παραβίασε τις αποφάσεις του ΚΚΕ και την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Για αυτό και αποκαθίσταται μεν πολιτικά, αλλά όχι και κομματικά. Καμία ασυνέπεια, καμία αντίφαση.

Το πρόβλημα είναι αλλού. Πρώτη αντίφαση, η κοινή παρουσία στο κάδρο των κομματικών ηρώων του Ζαχαριάδη και του Πλουμπίδη, ο οποίος εδώ και λίγο καιρό έχει επίσης αποκατασταθεί. Ο Πλουμπίδης, μια από τις πιο λαμπρές μορφές του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στιγματίστηκε από τον Ζαχαριάδη ως προδότης και αφέθηκε εκτεθειμένος στα χέρια του μετεμφυλιακού κράτους. Η κοινή τους παρουσία στο κομματικό μαρτυρολόγιο δεν δικαιολογείται κατά κανέναν τρόπο, παρά μόνο με την χονδροειδή διαχείριση του παρελθόντος στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, βάζοντας δηλαδή τα σκουπίδια και τις λεπτομέρειες κάτω από το χαλί ή στριμώχνοντας τα όπως-όπως μέσα στα συρτάρια. Συνέχεια ανάγνωσης