«Σκυλεύεται» η ιστορία;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Παρακολουθώ, όσο γίνεται από κοντά, τη διακίνηση των ιδεών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο. Κάποτε δείχνω ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει στις γειτονικές. Και σ’ αυτές τι ερωτάται; Γιατί απουσιάζει από τα σχολικά εγχειρίδια της χώρας του η «εξέγερση» του Στάροβου (1711), με αυτονόητη την προϋπόθεση ότι «παρότι τοπικό» γεγονός –σε ό,τι «αφορά τη γεωγραφική του τοποθέτηση σε σχέση με το κέντρο της οθωμανικής εξουσίας»– «σχετίζεται άμεσα με την pax ottomana».
Αν όμως συνεχίσω έτσι με τα απανωτά realia της «αφήγησης», ίσως αυτά να εμφανίζονται άκρως ανιαρά για το νοηματικό μας φακό. Για τούτο ας μου επιτραπεί να επιστρέψω –mutatis mutandis– σε ένα αρκετά ομόλογο «γεγονός» της εγχώριας ιστορίας. Ας υποτεθεί, λοιπόν, ότι μετακινούμαστε από το Στάροβο στα Ιωάννινα, 300 χιλιόμετρα νοτιότερα και εκατό χρόνια νωρίτερα. Πώς θα ήταν στα καθ’ ημάς το ερώτημα: γιατί «αποσιωπάται» από τα σχολικά εγχειρίδια, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η «εξέγερση του 1611 στην Ήπειρο». Ειδικότερα, αυτό το κοφτό «αποσιωπάται» διανθίζεται από εκφράσεις του τύπου: «εξορία», «δεν χωράει», «δεν φτάνει στις σελίδες», «κόβεται», «αγνοείται», «θα παραληφθεί» [= «παραλειφθεί»], «λογοκρίνεται», «δεν διδάσκεται», «δεν έχει αφηγηματική αξία»,  «είναι σαν να μην υπάρχει» και «αποσιωπάται τελείως» ως «θύμα ιδεολογικών σκοπιμοτήτων». Τούτο, ως προς τον χρονικό ορίζοντα αυτής της «απουσίας», συντίθεται με το αφοπλιστικό επίρρημα «διαχρονικά» (έως πού τάχα εκτείνεται η «longitudinal» έρευνα;)Στο όνομα της «ιστορικής επιστήμης» αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να λάβει υπόψη το «τι της διδασκαλίας της» όσο και το «πώς». Τι θα ήταν ενδιαφέρον από «ιστορικοδιδακτικής πλευράς» στην «εξέγερση» του Διονυσίου «εναντίον της οθωμανικής εξουσίας»; Να κατανοηθεί ένα καθεστώς «από τη στάση και τη δράση των υποκειμένων που αποτελούσαν τη βάση της πυραμίδας του». Πρόκειται για το «δικαίωμα του μαθητή» να γνωρίσει την «αντίδραση απέναντι» σ’ αυτό το καθεστώς. Τούτο αποτελεί σε «τελική ανάλυση το παιδαγωγικό επιχείρημα», με το οποίο «νομιμοποιείται πλήρως η παρουσία» του Διονυσίου του φιλοσόφου και της «εξέγερσης» του 1611 στη «σχολική αφήγηση της ιστορίας».
Γιατί όμως «αποσιωπάται» ένα τέτοιο «γεγονός», «και μάλιστα διαχρονικά» (ας το επαναλάβω); Ή, γιατί ήταν «ενοχλητικό» και επομένως εξοβελιστέο στους «συντάκτες των προγραμμάτων» (παλαιότερα: «Προγραμμάτων της ποσότητος και της οικονομίας της ύλης») και τους «συγγραφείς των εγχειριδίων»; Κατά την πεποίθηση του συναδέλφου Αθανασίου Γκότοβου, που διακηρύσσει σε άλλη ευκαιρία την «κατάδυση και εξιχνίαση της βυθισμένης επιφάνειας»,  «τρία» είναι τα «ιδεολογικά πλαίσια» για την οργάνωση του μαθήματος της ιστορίας, τα οποία «σπρώχνουν» τον Διονύσιο ως «ιστορικό υποκείμενο» εκτός των σελίδων των οικείων εγχειριδίων. Το πρώτο προσέχει να μην «κλονιστεί η εμπιστοσύνη» του μαθητή στον «απελευθερωτικό ρόλο της επίσημης εκκλησιαστικής διοίκησης» κατά την περίοδο της «οθωμανικής κυριαρχίας». Το δεύτερο προκύπτει από μια «σχολή ιστορικής και κοινωνιολογικής σκέψης» που «διεκδικεί μονοπωλιακή θέση» και προτάσσει «κοινωνικά υποκείμενα» ως «φορείς οικονομικών ρόλων, και πάντως όχι από κληρικούς»: οι «πρωταγωνιστές» της ιστορίας «προσδιορίζονται σε γενικές γραμμές από την οικονομία και παραπέμπουν σε αντίστοιχα αιτήματα». Το τρίτο ωθεί στην επιλογή «γεγονότων» που είναι «συμβατά με ένα παροντικό ιδεώδες», όπως είναι η «πολυπολιτισμική ειρήνη» με «όρους ισότιμων πολιτισμικών ταυτοτήτων».
Μήπως διαχέεται, επιπλέον, και η «ρητορική» αυτής της «αποσιώπησης»; Αυτή είναι «κοινή» και στα τρία «πλαίσια» που κάνουν τον Διονύσιο «σαν να μην υπάρχει» στον περίβολο του σχολείου ως «ιστορικό υποκείμενο». Συνίσταται στην έλλειψη «επαρκούς ιστορικής γνώσης», στην «τοπικότητα του γεγονότος», στην «επίκληση της ανάγκης για καλή γειτονία», στην «αποτυχία» της «εξέγερσης» που είχε «οδυνηρές συνέπειες». Ιδιαίτερη μνεία θα μπορούσε να γίνει για τη «μετανεωτερική σχολή σκέψης» που αντιμετωπίζει το παρελθόν ως «εργαλειοθήκη» για το παρόν, όταν δηλαδή «επιλέγουμε» κάθε φορά ό,τι αντιστοιχεί στις «παροντικές μας επιδιώξεις».
Πού θα μας έστρεφε αυτή η «σχολή σκέψης»; Κατευθείαν σε ό,τι «ζήσαμε πριν από λίγα χρόνια» με το «γνωστό βιβλίο ιστορίας του Δημοτικού». Σ’ αυτό, δηλαδή, που είχε προκρίνει το «μη-συγκρουσιακό» ουσιαστικό «συνωστισμός» για το «πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Σμύρνης». Έτσι που να υποτάσσεται η «αφήγηση» στην «κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής». Ήτοι, στον «πολυπολιτισμό» και την «ειρηνική συνύπαρξη διακριτών εθνοτικών ομάδων μέσα στην ίδια επικράτεια».
Η «βίωση της εποχής» είναι που παρακινεί τον ομιλητή να διαβεβαιώσει το ακροατήριο των συντοπιτών του ότι ο Διονύσιος δεν «προωθούσε την ιδέα της πολυπολιτισμικής Ηπείρου» ούτε «ενδιαφερόταν για την ειρηνική συνύπαρξη Τούρκων και Ελλήνων στην περιοχή του», εφόσον «δεν σκεφτόταν με όρους ισότιμων πολιτισμικών ταυτοτήτων». Ο «πολυπολιτισμός» ως «σύγχρονο μοντέλο οργάνωσης των εθνικών κρατών», κατά τον ομιλητή, είχε εδραιωθεί στη χώρα μας «πριν την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης» ως «κυρίαρχη πολιτική ρητορική». Και τώρα με το παράδειγμα της «αποσιώπησης» του Διονυσίου από τα «αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία» η «κριτική» αυτής της πρακτικής μπορεί να «νοηθεί» ως «επιστημονική προσπάθεια» για τη «θεωρητική του αποδόμηση» και συνάμα ως «πολιτική πράξη» για την «αμφισβήτηση» της, «κυρίαρχης στην κορυφή» της εγχώριας «κοινωνικο-πολιτικής πυραμίδας», «ιδεολογίας του πολυπολιτισμού στην κοινωνία και την εκπαίδευση».
Απέναντι στην «πολυπολιτισμικότητα» και την «παγκοσμιοποίηση», τις οποίες «μέχρι χθες επισήμως υμνούσαμε», η περίπτωση του πλήρως «αποσιωπούμενου» Διονυσίου υποδεικνύει την αντίσταση στην «πολιτισμική νόρμα» του καιρού του που εδραίωνε η «σουλτανική ομπρέλα». Η αποδέσμευση από τη «σιδερωμένη ιστορία», με την αξιοποίηση έστω «άλλων πηγών» και παρά τον τυχόν «έλεγχο» των «ζηλωτών διευθυντών και σχολικών συμβούλων», στοχεύει κατακέφαλα τον Σουλτάνο που «εκπροσωπούσε την παγκοσμιοποίηση της εποχής».
Αναπότρεπτα παρεμπίπτει η σύντομη μνεία του «γεγονότος» ότι ο «υποκινητής της εξέγερσης» είχε «συνεννοήσεις με εκπροσώπους της Δυτικής εκκλησίας». Τούτο είναι που καθιστά «ακόμη πιο δύσκολη την αναγνώριση της δράσης του ως απελευθερωτικής δράσης». Προφανώς αυτή τη φορά, στο πανεθνικό προσκλητήριο της «αντι-παγκοσμιοποίησης», δεν μπορούν να μετάσχουν (όπως έγινε πριν λίγα χρόνια με την αξίωση «απόσυρσης» του «μετανεωτερικού» εγχειριδίου) αρχιεπίσκοποι και ποικιλώνυμοι λαϊκοί με την αγιαστούρα της «Χριστοκρατίας», παλαιοί και όψιμοι θιασώτες του Φλαμιάτου και του Παπουλάκου. Τους πρόλαβε η αρχειακή έρευνα, δημοσιευμένη μάλιστα και σε περιοδικό που εξέδιδε ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος. Ιδού ένα δείγμα: «Ούτος είχεν έλθει προ ολίγου καιρού εκ Ρώμης και εφόρει ένα σταυρόν επίχρυσον με το οικόσημον του Πάπα», «εις τον ειρημένον επίσκοπον επιστολαί του Βασιλέως της Ισπανίας», «κατόπιν συνεννοήσεως με τον Καθολικόν Βασιλέα» [=της Ισπανίας], «διά μέσου του εν Νεαπόλει Αντιβασιλέως», «ένα αργυρούν σταυρόν και μίαν σφραγίδα με το στέμμα του Καθολικού Βασιλέως και κάτωθι το όνομα του Καλογήρου τούτου», «κατηγορών τους κατοίκους ότι έχουν μυστικήν συνεννόησιν με τους Ισπανούς», «παραπεισθέντες από τους Ισπανούς ήλπισαν να αποτινάξουν τον επαχθή ζυγόν της δουλείας» κλπ.
Προφανώς δεν παρέχεται η ευκαιρία, με την περίπτωση του Διονυσίου Β΄, να συζητηθούν οι «φεμινιστικές αξίες» ως προς τον τρόπο δόμησης μιας «ανάγνωσης του παρελθόντος» που θα τις «νομιμοποιεί», επιβραβεύοντας ή όχι «τους πατριάρχες του φεμινισμού». Το μείζον, όμως, είναι πώς και γιατί αποφασίζει κανείς να πάει ολοσχερώς με την υπεράσπιση του «όλου» (χωρίς αυτό να υπονοεί ότι «ακόμη και στην κορυφή», κατά τον ομιλητή, της «πυραμίδας» δεν αναπτύσσονται «συχνά αντιτιθέμενες έως συγκρουσιακές απόψεις και επιδιώξεις», ακόμη και εντός του ίδιου κόμματος κυβερνητικής εξουσίας) και όχι με την κατανόηση του «μέρους». Επίσης, πότε και γιατί τούτο γίνεται αντιληπτό, με «αξιολογητές» και «αξιολογούμενους». Ειδικότερα, πώς εγκαταλείπεις την εκτίμηση για τον «εθνοκεντρισμό» των εγχειριδίων, ως «πομπών εθνικών στερεοτύπων και εθνικής προκατάληψης» (1996), ή την αναγνώριση του «δικαιώματος να διαφέρεις ως πως το πώς ορίζεις την ελληνικότητα» (1998) και αποφαίνεσαι πια (2002) ότι τα «εθνικά κράτη δεν έχουν ακόμη καταργηθεί και οι πλειοψηφίες σ’ αυτά δεν αποφασίζουν ακόμη μόνο για το πού θα πάνε εκδρομή το Σαββατοκύριακο». Έτσι, που να προσγράφεται στις «πλειοψηφικές ελίτ των εθνικών κρατών» η «παιδαγωγική της πολυ-πολιτισμικότητας» ως «σήμα κατατεθέν της πολιτικής ορθότητας» σε ζητήματα «εκπαιδευτικής διαχείρισης της ετερότητας». Κοντολογίς, πώς «αποπαγιδεύτηκε» από τη «σαγήνη του μειονοτικού εθνικισμού» και έστρεψε τη «Διαπολιτισμική Παιδαγωγική» στην ανασκευή «σεναρίων ενδυνάμωσης της μειονοτικής επιρροής» (2008).

_____________
Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Σκυλεύεται» η ιστορία;

  1. Πίνγκμπακ: Historia | Pearltrees

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s