Αστοχίες και στοχεύσεις της οικονομικής πολιτικής Α΄ ΜΕΡΟΣ

Standard

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Γιόζεφ Σαρλ, "Ιεραρχία", 1937

Η συναίνεση που απαιτούσαν οι εγχώριοι και ξένοι υποστηρικτές της πολιτικής που εφαρμόζεται στη χώρα μας από τον Μάη του 2010 επιτέλους επιτυγχάνεται, αλλά εναντίον αυτής της πολιτικής.

Μια νέα συναίνεση φαίνεται να διαμορφώνεται ανάμεσα στους εκπροσώπους του αστικού κόσμου της χώρας: Η πολιτική που υιοθετήθηκε με το Μνημόνιο του Μαΐου του 2010 ήταν «καταστροφική». Δημοσιογράφοι που την υποστήριξαν με φανατισμό, σήμερα την καταδικάζουν απερίφραστα. Πολιτικοί που την εισήγαγαν ή την κάλυψαν την αποκηρύσσουν. Αυτή τη νέα ομοφωνία συνόψισε και αιτιολόγησε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, μπροστά στους γερμανούς ακροατές του, στο Βερολίνο στις 24 Ιανουαρίου: «Το Μνημόνιο, χωρίς ικανοποιητική προετοιμασία», συνοδευόταν από «εξωπραγματικούς όρους» και αποτέλεσε «πολιτικά μοιραίο λάθος». Το «λάθος» της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, συνίστατο στο ότι η περικοπή των δαπανών προκάλεσε μια «πρωτόγνωρη» ύφεση.

Μπροστά στην ομόφωνη καταδίκη αυτής της πολιτικής είναι φυσικό ότι ορισμένοι από αυτούς που την υποδέχθηκαν να δηλώνουν τώρα είτε ότι αγνοούσαν το περιεχόμενο του Μνημονίου (Μ. Χρυσοχοΐδης) είτε ότι είχαν μόνο τρεις ώρες στη διάθεσή τους για να το διαβάσουν (Λ .Κατσέλη). Άλλοι πάλι, όπως ο Χάρης Καστανίδης, κατηγόρησαν τους συντάκτες του Μνημονίου ότι δεν έλαβαν υπόψη τους τις συμβουλές του μεγάλου μονεταριστή οικονομολόγου Μίλτον Φρήντμαν (ραδιόφωνο ΝΕΤ, 31.1.2012).

Οι καθυστερημένες καταδίκες και διαφοροποιήσεις προκαλούν εύλογες απορίες. Πρώτον, γιατί επί δύο χρόνια το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένουν σε αυτή την πολιτική, εάν είναι πράγματι τόσο εμφανώς λανθασμένη; Δεύτερον, γιατί οι έλληνες πολιτικοί εξακολούθησαν να ψηφίζουν τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου και μόλις ψήφισαν τη νέα ενισχυμένη μορφή του;

Η ομιλία του Κ. Σημίτη στο Βερολίνο προσφέρει έμμεσα την απάντηση. Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, το δημόσιο χρέος δεν ήταν η αιτία της κρίσης. «Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών χωρών και τα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τους ήταν ένας πολύ σοβαρότερος λόγος για την έξαρση του χρέους στις χώρες της περιφέρειας της Ένωσης από τη διαχειριστική ανικανότητα των διοικούντων της. Κατά μέσο όρο το διάστημα 2000-07 το ετήσιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδος ήταν -8,4% και της Πορτογαλίας – 9,4% ενώ το πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 3,2% και της Ολλανδίας 5,4%. Για να καλύψουν το έλλειμμα, οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους».

Αυτή η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης δεν είναι πρωτότυπη· ενυπήρχε σε όλες τις συνταγές που προτάθηκαν για το ξεπέρασμά της μέσω της εσωτερικής υποτίμησης. Ο δηλωμένος στόχος της εσωτερικής υποτίμησης ήταν να καταστήσει τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα φθηνότερα και ανταγωνιστικότερα στις εξωτερικές αγορές και, κάτι που συνήθως αναφέρεται ασαφώς και φευγαλέα, να μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα για την πραγματοποίηση εισαγωγών. Αθροιστικό αποτέλεσμα της εσωτερικής υποτίμησης, η μείωση του ελλείμματος στις εξωτερικές συναλλαγές.

Ήταν επίσης γνωστή η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο στόχους, δηλαδή ότι η εσωτερική υποτίμηση με τη μείωση των εισοδημάτων μειώνει αυτόματα και τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου, και έτσι αντιστρατεύεται την επιδιωκόμενη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό έλπιζαν ότι θα ξεπερνιόταν με ακόμα μεγαλύτερη περικοπή των κρατικών δαπανών. Πρόκειται για το περίφημο «εμπροσθοβαρές» του αρχικού προγράμματος.

Είναι αλήθεια ότι στις σχετικές τοποθετήσεις, όπως για παράδειγμα στις δηλώσεις του Στρως-Καν περί της ανάγκης εσωτερικής υποτίμησης, η σχέση δημόσιου χρέους και εμπορικού ελλείμματος παρέμενε ασαφής. Οι εγχώριοι υποστηρικτές του Μνημονίου, όταν ανέφεραν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, το παρουσίαζαν ως ένα παράλληλο ή πρόσθετο πρόβλημα χωρίς άμεση σύνδεση με το δημόσιο χρέος. Στην ομιλία Σημίτη, η σχέση αυτή αναγνωρίζεται ως άμεση: «Οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους». Η παρέμβαση Σημίτη, όσο διστακτική και αν ηχούσε, αποτέλεσε πραγματική ρήξη με τις επανειλημμένες δημόσιες αυτοενοχοποιήσεις ελλήνων πολιτικών και ανώτερων δημόσιων λειτουργών στο εξωτερικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Μηχανή Μπέικον

Standard

                   του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Αναστασία Δούκα, «BACON», 2012

Σε μια φωτογραφία ο Φράνσις Μπέικον, ενώ στέκεται φαινομενικά ακίνητος στη μέση του εργαστηρίου του, ένα ελαφρύ λύγισμα στο γόνατο προδίδει νεύρο και προδιαγράφει κίνηση, θυμίζοντας κάποιον οδηγό, έναν στάλκερ, που μόλις έχει φτάσει στο δωμάτιο του χάους και είναι έτοιμος να μας ξεναγήσει στην επικράτειά του: ένα μακελειό χαρτιού με ρημαγμένα βιβλία, αποκόμματα, κούτες και στουπιά, μια λάσπη μέσα απ’ την οποία ξεπρόβαλαν τα σώματα που ζωγράφισε κατά τη διάρκεια της ζωής του· όντα δίχως δέρμα με όλο το μελάνι της οργανικότητάς τους να στηρίζεται σε μια λεπτή μεμβράνη για να μη χυθεί έξω.

Όταν το ατελιέ της Ρις Μιουζ, εκεί όπου ο Μπέικον εργάστηκε για τριάντα χρόνια, μεταφέρθηκε απ’ το Λονδίνο στη γενέτειρά του, το Δουβλίνο, για ν’ ανασυσταθεί ακέραιο στην γκαλερί Χιου Λέιν, αφού προηγουμένως είχε καταγραφεί κάθε εύρημα –μια πράξη θρησκοληψίας, γεωλογίας και εξονυχιστικής αστυνομικής έρευνας–, έμοιαζε με την παράλογη μετακόμιση μιας αρένας μετά από πάλη με νύχια, ένας χώρος που ήταν στάβλος, κλουβί και θερμοκήπιο.

Κατά έναν τρόπο, το εργαστήριο του Μπέικον αποτελούσε την προέκταση του εργαστηρίου στο οποίο έζησε ο Τζακομέτι, εκείνης της γκρίζας σπηλιάς με τα μακρόστενα γλυπτά σαν σταλακτίτες πεσμένους απ’ τα τοιχώματα. Δύο τμήματα του ίδιου σωλήνα που οδηγούσε μυστικά σε κάτι πιο βαθύ και πρωταρχικό, ίσως μέχρι το σπήλαιο στην Αλταμίρα όπου οι πρόγονοί τους ζωγράφιζαν τα βοοειδή.

Ο Μπέικον ήταν μια μηχανή. Ένας τύπος μπετονιέρας, όπως έλεγε, που άλεθε ό,τι έβλεπε, φτιάχνοντας ένα μείγμα αναταραχής το οποίο εκσφενδόνιζε στο μουσαμά –τυχαία, δηλαδή ανεπανάληπτα–, με στόχο να λιώσει τους νευρώνες μας. Χρησιμοποιώντας το πεταμένο υλικό που έβρισκε κυριολεκτικά κάτω απ’ τα πόδια του, χιλιάδες εικόνες που τον ερέθιζαν να παράγει καινούργιες εικόνες, κρεάτινες, με την οσμή του ζώου πριν το θάνατο, προσπάθησε να παγιδεύσει τη μία και μοναδική, τη χαμένη εικόνα που θα απέδιδε με τη μεγαλύτερη γνησιότητα το τσάκισμα της ανθρωπότητας, την πληρότητα του σπαραγμού. Γι’ αυτό και δεν έπαψε ποτέ να ζωγραφίζει πέρα απ’ το περιορισμένο πεδίο που είχε ήδη οριοθετήσει στο πρώτο του τρίπτυχο το 1944, τις Τρεις σπουδές για φιγούρες στη βάση μίας Σταύρωσης: μορφές εν συσπάσει εγκλωβισμένες σε σχεδόν κενούς χώρους, μια οδυνηρή συντομογραφία. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια ομιλία του αντιπροέδρου της Βολιβίας

Standard

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ

της Μαρίνας Δημητριάδου

O αντιπρόεδρος της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο του Μεξικού

Πόλη του Μεξικού, 15 Φεβρουαρίου 2012. Μία βδομάδα μετά, η ομιλία του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα στο Αυτόνομο Εθνικό Πανεπιστήμιο του Μεξικού συζητιέται ακόμη στους διαδρόμους και τις αίθουσες του πανεπιστημίου. Στο Μεξικό που διανύει προεκλογική περίοδο (οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για τον Ιούλιο), όπου τα μικρόφωνα ψάχνουν τους υποψήφιους για την προεδρία για να επιβεβαιώσουν την έκπτωση του πολιτικού λόγου, το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο και κυρίως τη μικρή σχέση τους με τη μεξικανική πραγματικότητα, ο Γκαρσία Λινέρα έμοιαζε με όαση!

Μέσα σε μιάμιση ώρα και σε μια αίθουσα εκατόατόμων του Ινστιτούτου Οικονομικών Επιστημών (με αναμετάδοση εικόνας και ήχου σε άλλες τρεις αίθουσες), ο αντιπρόεδρος της Βολιβίας μάς ανέπτυξε τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις της διαδικασίας μετασχηματισμού του κράτους από την επαναστατική κυβέρνηση της Βολιβίας, η οποία δέχεται αρκετές επιθέσεις το τελευταίο διάστημα.

Απόφοιτος μαθηματικών του ίδιου πανεπιστημίου, μαχητής στον Αντάρτικο Στρατό Τούπαχ Κατάρι, απόφοιτος κοινωνιολογίας στο διάστημα που ήταν στη φυλακή (1992-27), πανεπιστημιακός δάσκαλος, αγωνιστής στον Πόλεμο του Νερού στη γενέτειρά του Κοτσαμπάμπα το 2000, ο αντιπρόεδρος στην πρώτη ιθαγενική κυβέρνηση της Βολιβίας (από το 2005), δηλώνει κλασικός μαρξιστής και κομμουνιστής.

Άρχισε την ομιλία του περιγράφοντας, με ιδιαίτερα θεατρικό τρόπο, την αστάθεια της Βολιβίας πριν το 2005: την αλλαγή πέντε κυβερνήσεων μέσα σε πέντε χρόνια, με την πρεσβεία των ΗΠΑ, το ΔΝΤ και ξένες επιχειρήσεις να έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής και την οικονομική επιβίωση της χώρας. Η πολιτική αστάθεια δήλωνε μια κρίση του κράτους, το οποίο περιέγραψε ως ένα σύνολο θεσμών, μια διοικητική μηχανή, ένα συσχετισμό δυνάμεων και τάξεων, αλλά και ένα σύστημα πεποιθήσεων που επιτρέπουν την κυριαρχία του κράτους και ρυθμίζουν την κοινωνική συμπεριφορά.

Η κρίση αυτή κορυφώθηκε με τη μεταφορά του πολιτικού στις μεγάλες λαϊκές συνελεύσεις των μεγάλων κινητοποιήσεων: από τη ρύθμιση της καθημερινότητας που ήταν μέχρι τότε ο ρόλος τους, άρχισαν να συζητούν το ποιος πρέπει να αποφασίζει την τύχη του νερού, της γης, της Βολιβίας… Συνέχεια ανάγνωσης

Περί αναίσθητης αυτοχειρίας και κυριαρχίας

Standard

 

 του Τάκη Καφετζή

Για τους δικούς και τους συγγενείς, δεν έχουν καμία σημασία οι πλείστοι όσοι λόγοι που διαφέντευσαν την κίνηση του φιλτάτου προσώπου τους προς την αυτοχειρία. Τους αρκεί η πιστοποίηση του αποτελέσματος της κίνησης. Ό,τι προηγήθηκε θα καταγραφεί ως άλλο ένα δεδομένο στην πειθαρχική στατιστική των εγκληματολογικών χρονικών. Θα καταχωριστεί στα συμβάντα του καθημερινού δελτίου της αστυνομικής γραφειοκρατίας. Θα απασχολήσει κάποιους νοσταλγούς του Ντυρκέιμ, με επίμονο το φλερτ τους προς την ιατροδικαστική. Το πολύ πολύ θα δώσει τροφή στις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις, τον φόβο των χριστιανών στον καφενέ της γειτονιάς.

Οι αυτόχειρες δεν προειδοποιούν για το διάβημά τους. Αφήνουν μερικές φορές ένα σημείωμα, ένα post scriptum δηλαδή. Ως τέτοιο, διαβάζεται συνήθως σαν τεκμήριο μιας ετεροχρονισμένης αυτογνωσίας. Είναι όμως γνωστό πως η αυτογνωσία υπάρχει μόνον μέσα από τη συγχρονία της. Δεν έχει το περιθώριο να αναφαίνεται σε έναν «χρόνο-μετά» την τέλεσή της, εκδιπλώνεται τη στιγμή ακριβώς που επιτελείται. Ίσως γι’ αυτό είναι ευφημισμός ο «ιδανικός αυτόχειρας», κάτι σαν ιδεαλιστικό, ά-χρονο και ά-τοπο ξόρκι του τέλους του.

Στη χώρα, τα τελευταία δύο χρόνια, αυτοί που «είναι στα πράγματα» λένε συνεχώς πως βρίσκονται «με το πιστόλι στον κρόταφο». Εννοούν πως δεν κυβερνούν, απλώς η τύχη τα ’φερε έτσι να διαμεσολαβούν αποφάσεις κάποιων τρίτων. Λογικά, θα είχαν δύο επιλογές. Είτε να πάρουν το πιστόλι και να το γυρίσουν ανάποδα (σ’ αυτούς που τους το κολλάνε στον κρόταφο) είτε να το πάρουν και να τινάξουν μόνοι τους τα μυαλά τους στον αέρα. Στην πρώτη εκδοχή, θα δικαιούντο να μιλήσουν για μια γενναία κίνηση «σωτηρίας της χώρας», στην οποία μάλιστα θα καλούσαν το πλήθος να διατρανώσει τη λύτρωσή του στο πρόσωπό τους. Αν και κάτι τέτοιο θα θύμιζε ρωμαϊκή αρένα, φέρνοντας πολλά προβλήματα σε μια κοινωνία που θέλει να μην κινείται πίσω, στην εποχή της αφτιασίδωτης βαρβαρότητας. Στη δεύτερη εκδοχή, δεν θα μπορούσαν να αναπαρασταθούν post mortem ως ηρωικοί αυτόχειρες, διότι η κίνησή τους δεν είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης-αυτεπίγνωστης επιλογής, αλλά απεγνωσμένη αντίδραση παγιδευμένου ζώου. Οπότε, όμως, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να λένε ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, υπηρετούν τη σωτηρία της πατρίδας — απλώς, πασκίζουν να μην περιβληθεί ελεεινά η υστεροφημία τους, ή, καλύτερα, να μην πεταχτεί στα σκυλιά ό,τι απέμεινε από το σαρκίο τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικό Αριστερό Μέτωπο

Standard

Ζητήσαμε από τον Σπύρο Ι. Ασδραχά, με αφετηρία το κείμενο «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας», αλλά και όλες τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, ένα σχόλιο, επικεντρωμένο στην Αριστερά και την αριστερή πολιτική. Δημοσιεύουμε με χαρά το κείμενό του, με την υποσημείωση, του συγγραφέα, ότι, υπαγόμενο στις δουλείες του δεδομένου χώρου της εφημερίδας, αναγκαστικά είναι βραχυλογικό, και οι σκέψεις που διατυπώνονται επιδέχονται ασφαλώς περαιτέρω ανάπτυξη.

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Νομίζω ότι ο καιρός των κλαυθμών και των καταγγελιών θα έπρεπε να έχει ήδη απέλθει. Εκείνο που προέχει είναι η σταθμισμένη πολιτική πρόταση και δράση. Προϋπόθεση, η πολιτικοποίηση της οικονομικής ανάλυσης. Έχει γίνει από τις κυβερνήσεις που χαρακτηρίζονται ως «μνημονιακές»· απομένει να γίνει και από την πολυσπερματική Αριστερά. Εργαλείο, η εθνικοποίηση της ταξικότητας. Έχει αρχίσει η εθνικοποίηση της αντίδρασης στον οικονομικό καταναγκασμό που συνεπάγεται η κυριαρχία των δανειστών, δηλαδή της χρηματοπιστωτικής απόληξης του καπιταλισμού. Η τελευταία διαδικασία αφορά το πολιτικό σχήμα της Δεξιάς, με πιθανό παρεπόμενο τον εγκλωβισμό, για λόγους ιδεολογικής εμμονής, των λαϊκών τάξεων που τη στηρίζουν. Οι όροι του προβλήματος — απλώς συνοψίζω.

Μέσα στο σύστημα

Πρώτον, όπως ήδη γίνεται.

Δεύτερον, όπως διαφαίνεται ότι είναι δυνατό ή επιθυμητό να γίνει μέσα στο σύστημα, δυνατότητα και επιθυμία εκφραζόμενη από πολιτικά σχήματα, τα οποία ωστόσο, ως προς το παρόν, δεν ασκούν καμιά πολιτική εξουσία.

Τρίτον, καθώς αποτελούμε μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος χρειάζεται να σταθμίσουμε τις δυνατότητες παρέμβασης, δηλαδή να πούμε με καθαρότητα και τιμιότητα ποιες είναι οι λεγόμενες εναλλακτικές λύσεις, μέσα πάντα στο σύστημα, και ποιος ο χρονικός τους ορίζοντας.

 

Η αριστερή απάντηση

Πρώτον, προϋποθέτει την ενότητα της Αριστεράς. Στο τακτικό πεδίο είναι η απάντηση στον εκλογικό δόλο με έναν άλλο δόλο που συνεπάγεται τη συσπείρωση και την επιτυχία.

Δεύτερον, η απάντηση στο πρόβλημα μπορεί να έχει μια κοινή βάση, δηλαδή την άρση της εθνικής υποταγής, μέσω της λεγόμενης «μνημονιακής» πολιτικής, αλλά θα πρέπει να διακλαδίζεται σε μια πυραμίδα επιμέρους προτάσεων, έστω και αν στο μέλλον οι προτάσεις αυτές θα επέφεραν την κατάργηση του ενωτικού σχήματος. Προηγουμένως όμως θα έπρεπε το ενωτικό σχήμα να δοκιμαστεί στις εκλογές κατά τις οποίες είναι πιθανό και ευκταίο να απεγκλωβιστούν οι ψηφοφόροι από τους ιδεολογικούς φενακισμούς και τις πελατειακές αλληλοεξαρτήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης