Οι γραφειοκράτες και η τρυφερότητα

Standard

του Κώστα Αθανασίου

 

Ρόκε Ντάλτον

Αυτό που ξεχωρίζει στη ζωή του ποιητή και αγωνιστή Ρόκε Ντάλτον είναι ότι τον σκότωσαν οι σύντροφοί του. Για την ακρίβεια, τον δολοφόνησαν κάποιοι σύντροφοί του, γράφοντας μια από τις πιο μαύρες και άθλιες σελίδες στην ιστορία της Αριστεράς.

Ο Ρόκε Ντάλτον γεννήθηκε στις 14 Μαΐου του 1935, στο Σαν Σαλβαδόρ. Παράλληλα με τις νομικές του σπουδές, ενεπλάκη στους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας. Το 1957 έγινε μέλος του Κ.Κ. του Ελ Σαλβαδόρ. Φυλακίστηκε επανειλημμένως και το 1960 καταδικάστηκε σε θάνατο — σώθηκε μόνο και μόνο επειδή κατέρρευσε η δικτατορία, μόλις τέσσερις μέρες πριν από την εκτέλεσή του. Ο Ντάλτον εξορίστηκε, αλλά το 1974 γύρισε μυστικά στο Ελ Σαλβαδόρ και εντάχτηκε στο παράνομο αντάρτικο κίνημα της χώρας, το οποίο εκείνη την εποχή ταλανιζόταν από σοβαρές εσωτερικές διαμάχες.

Στις 10 Μαΐου 1975, πέντε μέρες πριν κλείσει τα σαράντα του, ο Ρόκε Ντάλτον δολοφονήθηκε, από μέλη μιας σκληροπυρηνικής φράξιας της οργάνωσής του και με διαταγή της ηγεσίας. Το γελοίο επιχείρημα περί συνεργασίας με τον εχθρό ήθελε απλώς να κρύψει την αδιαλλαξία της ηγεσίας της οργάνωσης μπροστά σε οποιαδήποτε «παρέκκλιση» από την απόλυτη υποταγή σε αυτήν.

Ο Ρόκε Ντάλτον (που «έκανε τις πέτρες να γελούν», σύμφωνα με τον Εδουάρδο Γκαλεάνο) ήταν ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος «μιας γενιάς που γεννήθηκε μισοπεθαμένη». Η ποίησή του είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική, «στρατευμένη», που όμως συγκρούστηκε ανηλεώς με τον φτηνιάρικο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της εποχής («Οι γραφειοκράτες κολυμπάνε σε μια θάλασσα ταραγμένης βαρεμάρας. / Με τη φρίκη των χασμουρητών τους είναι οι πρώτοι δολοφόνοι της τρυφερότητας. / Καταλήγουν να αρρωστήσουν απ’ το συκώτι τους και πεθαίνουν κρεμασμένοι στα τηλέφωνα», γράφει). Χωρίς να μπορεί πάντα να αποφύγει το «ξύλινο» και διδακτικό ύφος της εποχής, ταυτόχρονα ξεχειλίζει από σαρκασμό και ειρωνεία, τρυφερότητα και οργή, χιούμορ και θλίψη: «Τα δάκρυα μου, ακόμα και τα δάκρυα μου / έγιναν πέτρα. / Εγώ που πίστευα στα πάντα. / Στους πάντες. / Εγώ, που το μόνο που ζητούσα ήταν μια στάλα τρυφερότητα, / που δεν κοστίζει τίποτα / εκτός απ’ το να ’χεις καρδιά. / Τώρα πια είναι αργά. / Τώρα η τρυφερότητα δε φτάνει. / Έχω δοκιμάσει τη γεύση της μπαρούτης».

Ο Ντάλτον πήρε το 1956, το 1958 και το 1959 το Βραβείο Ποίησης της Κεντρικής Αμερικής, ενώ το 1969 πήρε το βραβείο ποίησης Κάσα δε λας Αμέρικας. Μεταφράσεις ποιημάτων του Ρόκε Ντάλτον έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Σήματα Καπνού, το 2000, και στην εφημερίδα Εποχή, το 2007.

Ο Χούλιο Κορτάσαρ έλεγε ότι «όταν ο κόσμος διαβάσει το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο Ρόκε Ντάλτον, θα καταλάβει πως ο δρόμος ενός αληθινού επαναστάτη δεν περνάει από την ασφάλεια, από τη βεβαιότητα, από κάποιο απλουστευτικό και μανιχαϊστικό σχήμα». Ο ίδιος ο Ντάλτον, άλλωστε, έλεγε ότι «εγώ έφτασα στην επανάσταση μέσω της ποίησης».

Συνέχεια ανάγνωσης