στο φύλλο της 25ης μαρτίου

Standard

Έργο του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη! Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση: Συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ, ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ:  Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα: Αγγέλικα Ψαρρά

Με αφορμή το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού. Οι θλιμμένες καμπάνες της ζωής μου: Χρήστος Τριανταφύλλου

Μεγαλείων οψώνια. Σημειώσεις περί δημόσιου χώρου: Κώστας Σπαθαράκης

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ. Το μεγαλείο της πουτάνας: Ιωάννα Μεϊτάνη

Τα Κρίση-μα Σεμινάρια: Αντώνης Λιάκος

Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη!

Standard

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη

Στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής (18.3.2012) δημοσιεύτηκε η είδηση για την έκκληση που έκανε η Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα (μια ομάδα εργασίας κοινωνικών επιστημόνων του γερμανόφωνου χώρου που λειτουργεί από το 2004) με θέμα τη διαφορετική αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη. Δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένο ολόκληρο το κείμενο της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας και μαχητικής αυτής έκκλησης, το οποίο είχε συγκεντρώσει, ως την Πέμπτη το μεσημέρι, 1.724 υπογραφές (http://www.demokratie-statt-fiskalpakt.org), και καλεί σε συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ημέρα Δράσης «Ο καπιταλισμός είναι η κρίση» στις 31 Μαρτίου και στις επόμενες κινητοποιήσεις που ανακοινώνονται.

«Ε»

Έργο του Τζορτζ Μπέλοους, 1917

Άνοιξη 2012. Η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ τρέχουν από τη μια σύσκεψη κορυφής στην άλλη, προκειμένου να σώσουν το ευρώ. Ο κίτρινος Τύπος στρέφεται εναντίον των Ελλήνων. Ο αγώνας για την επίλυση της κρίσης παίρνει δραματικές διαστάσεις: μια αυταρχική νεοφιλελεύθερη συμμαχία, αποτελούμενη από συνδέσμους μεγαλοεπιχειρηματιών, τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη γερμανική κυβέρνηση και άλλες μεγάλες εξαγωγικές χώρες, θέλει να περάσει από τα κοινοβούλια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, έως τις αρχές του 2013, το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που υπογράφηκε πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Το Σύμφωνο αυτό υπαγορεύει μια πολιτική λιτότητας εχθρική προς την κοινωνία και προβλέπει ποινές για τις χώρες που αντιτίθενται στην πολιτική αυτή. Το Σύμφωνο περιορίζει, συνεπώς, ακόμη περισσότερο τη δημοκρατική αυτοδιάθεση. Είναι μια πρώτη κορύφωση σε μια αυταρχική εξελικτική πορεία στην Ευρώπη. Συνέχεια ανάγνωσης

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική

Standard

 συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

 Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου, από το λεύκωμα "Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά"

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ-ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «4 Αυγούστου» του Κώστα Πλεύρη, Φεβρουάριος 1971.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη.[1] Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

***

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).[2]

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης

Οι θλιμμένες καμπάνες της ζωής μου

Standard

Με αφορμή το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Ανρί Ρουσώ, «Οι παίκτες του ράγκμπυ», 1908

Το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, την προηγούμενη Κυριακή, ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ζητήματα που αφορούν την επίσημη διαχείριση του οπαδισμού, καθώς και τους καρπούς που δρέπει ένα συγκεκριμένο σύστημα από αυτόν, επενδύοντας σε πρακτικές εξωφρενικές, που όμως περιβάλλονται από έναν μανδύα κανονικότητας.

Όποιος βρίσκεται έστω και σε στοιχειώδη επαφή με τον συγκεκριμένο χώρο, γνωρίζει ότι υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ελλήνων αθλητικογράφων: οι δηλωμένοι οπαδοί κάποιας ομάδας, που ευθύνονται και για τα περίφημα «εμπρηστικά» πρωτοσέλιδα, και η μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «αντικειμενικών». Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις, η διάκριση δεν είναι σαφής, καθώς ο μανδύας της αντικειμενικότητας δεν είναι καλοραμμένος. Το ζήτημα που θα πραγματευθώ εδώ δεν είναι ούτε τα ίδια τα επεισόδια ούτε οι ευθύνες των προκλητικά φανατισμένων δημοσιογράφων· μια τέτοια πραγμάτευση θα έθετε αυτομάτως το άρθρο αυτό στη χορεία των κειμένων που «καταδικάζουν απερίφραστα τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», κατονομάζοντας τους θεσμικούς υπεύθυνους που «κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια». Το κλειδί εδώ θεωρώ πως είναι η «αγανάκτηση», ίσως η πιο διαδεδομένη έννοια εδώ και ένα περίπου χρόνο. Η αγανάκτηση για όλα και όλους, η αγανάκτηση που δείχνει με το δάχτυλο το δέντρο, ενώ το δάσος οργιάζει. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεγαλείων οψώνια

Standard

Σημειώσεις περί δημόσιου χώρου

του Κώστα Σπαθαράκη

Όλοι αυτοί οι φρόνιμοι γέροι, οι πρόθυμοι συμβουλάτορες, οπού ονομάζονται κάπου και «κακών παρακλήτορες», […] συνηθροίζοντο συνήθως εις το μικρόν καφενείον του Σκαρτσοπούλου […]. Εκεί εύρισκαν πολλά εύκολα θύματα. […] Αν ήτον όμως κανείς πτωχός, τότε αλλοίμονό του. Του έδιδαν συμβουλάς, πολλάς συμβουλάς και νουθεσίας, πώς να είναι φιλόπονος (ο άνθρωπος συνέβαινε να μη ευρίσκη εργασίαν), πώς να είναι οικονόμος (δεν είχε τι να οικονομήση), και να μην είναι και μέθυσος (ο άνθρωπος δεν είχε πεντάραν διά να πίη ένα ποτήρι).

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Μεγαλείων οψώνια», Άπαντα (4.421)

Γιάννης Τσαρούχης, "Θεατρίνοι"

Κυκλοφορεί γύρω μας, με διάφορες εκδοχές και πρόσημα, η αντίληψη ότι τώρα που κατέρρευσε το πελατειακό κράτος, τώρα που διαλύονται με την έξωθεν πίεση οι τεμαχικές συμφωνίες με επιμέρους επαγγέλματα και κοινωνικές ομάδες, τώρα που σταματάει πια εκ των πραγμάτων η εξαγορά των συνειδήσεων και της ψήφου, έχει έρθει η ώρα των ιδεών, ότι γίνεται δηλαδή ξανά εφικτή η αμιγής ιδεολογική πάλη, που είχε νοθευτεί από τα μεμονωμένα «συμφέροντα» και είχε διαστραφεί από την παραγνώριση του γενικού καλού.

Βασικός φορέας αυτής της αντίληψης είναι βεβαίως αυτές οι ετερόκλιτες ομαδώσεις διανοουμένων κυρίως, που από τον Μάιο του 2010 προχώρησαν σε μια σειρά δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ του μνημονίου, υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, υπέρ του Καμίνη, υπέρ του νόμου Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ, υπέρ της κυβέρνησης των αρίστων, και γενικώς υπέρ όλων των καλών πραγμάτων που εμποδίζονται από τα «συμφέροντα». Πέραν της φιλοδοξίας, βασικό κίνητρο τέτοιων παρεμβάσεων ήταν η καλόπιστη (σε βαθμό αφέλειας) αντίληψη ότι υπάρχει κοινωνικό ακροατήριο που περιμένει πολιτική καθοδήγηση από έγκριτους και σοβαρούς συνταγματολόγους, καλλιτέχνες, και πάει λέγοντας. Ήταν η αντίληψη πως, παρότι οι υλικοί όροι του δημόσιου χώρου καταστρέφονται, οι εφημερίδες φυτοζωούν, τα βιβλία πολτοποιούνται απούλητα, το ίντερνετ περνάει μια δύσκολη εφηβεία, ενώ αναγνώστες και ακροατές πνίγονται από τις βιοτικές μέριμνες, διανοίγεται πεδίο λαμπρό για τους αγνούς ιδεολόγους, που δεν ταυτίστηκαν με τα «συμφέροντα» και είναι οι αποκλειστικοί εκφραστές του γενικού καλού. Αυτή η γραφική αισιοδοξία σφράγισε εξαρχής όλες αυτές τις παρεμβάσεις και τους προσέδωσε τη χαρακτηριστική έπαρση και επιθετικότητα στο ύφος. Προβάλλεται λοιπόν η άποψη πως ο δημόσιος χώρος μπορεί κατά κάποιο τρόπο να αναγεννηθεί σήμερα, πιο καθαρός και αγνός από ό,τι υπήρξε σε όλη την επάρατο Μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Το μεγαλείο της πουτάνας

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Το μεγαλείο της πουτάνας ή Δόξα στην πουτάνα. Έντονα χρώματα, κορίτσια βαμμένα, κοντές φούστες, κάλτσες πάνω απ’ το γόνατο, κολλητές μπλούζες, τατουάζ. Το βλέμμα του πελάτη. Τσακωμοί μες στο μπουρδέλο. Δυο κορίτσια προσεύχονται πριν πάνε για δουλειά. Ένα κορίτσι στέκει αμήχανο την ώρα της δουλειάς. Τρία κορίτσια διασκεδάζουν μετά τη δουλειά. Άλλες δυο καπνίζουν κρακ και μιλάνε.

Σκηνή από την ταινία

Το ντοκιμαντέρ του Μίχαελ Γκλαβόγκερ (Michael Glawogger) Whores Glory, που προβλήθηκε σε μια ειδική προβολή στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας την Τρίτη 20 Μαρτίου, δεν είναι ούτε ενημερωτικό ούτε σφαιρικό ούτε συγκινητικό. Δεν προσπαθεί να πραγματευτεί το θέμα, δεν προσπαθεί να παρουσιάσει όλες τις πλευρές του, δεν αξιώνει να μας ταρακουνήσει, δεν είναι ρεπορτάζ. Παρατηρώ γράφοντας ότι αποφεύγω να το χαρακτηρίσω, εξού και όλες οι αρνητικές προτάσεις. Μού είναι δύσκολο να περιγράψω τι είναι η ταινία αυτή και να τη χαρακτηρίσω με δυο επίθετα. Χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό του σκηνοθέτη: η ταινία είναι Ένα τρίπτυχο.

Στην Ταϊλάνδη, το Μπαγκλαντές και το Μεξικό η πορνεία έχει διαφορετικά πρόσωπα. Οι νεαρές Ταϊλανδέζες δουλεύουν σε μαγαζί, με ωράριο· κατά τα άλλα είναι ανεξάρτητες, ζουν μόνες τους, έχουν συντρόφους. Στο Μπαγκλαντές το επάγγελμα είναι σχεδόν κληρονομικό: αν η μάνα σου είναι πουτάνα, κανείς δεν σ’ εκτιμάει, κανείς δεν θα σε πάρει σε άλλη δουλειά· το μπουρδέλο είναι το σπίτι σου, στο διπλανό δωμάτιο δουλεύει η μάνα σου, απ’ αυτήν παίρνεις το προφυλακτικό για τον πελάτη, εκεί κοιμάται το παιδί σου. Για φίλο έχεις τον πελάτη, και στο τηλέφωνο του κάνεις σκηνή γιατί μια μέρα διάλεξε μιαν άλλη αντί να έρθει σ’ εσένα. Στο Μεξικό η πορνεία είναι το αναπόδραστο παρόν για τα κορίτσια. Στο επάγγελμα μεγαλώνουν, στη «Ζώνη» έξω απ’ την πόλη ζουν νύχτα-μέρα, και στη Santa Muerte προσεύχονται για να ’χουν ένα καλό τέλος.

Σκηνή από την ταινία

Το Τρίπτυχο, όπως μας εξήγησε ο Γκλαβόγκερ, που ήταν παρών στην προβολή, αναφέρεται στις θρησκείες και ταυτόχρονα στην τριάδα Ουρανός-Γη-Θάνατος. Αναφέρεται όμως και σε τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις της σεξουαλικότητας, του σεξ, του αγοραίου έρωτα. Στη βουδιστική Ταϊλάνδη –όπου και η ταινία είναι πιο ανάλαφρη– τα κορίτσια δείχνουν μάλλον ευχαριστημένα, είναι σχετικά ανεξάρτητα, δουλεύουν με ωράριο σε μαγαζί και οι πελάτες είναι απολύτως συνειδητοί ως προς το τι κάνουν: ποικίλλουν τη σεξουαλική τους ζωή διαφορετικές γυναίκες, ενώ, όπως δηλώνουν, γι’ αυτούς η σύζυγός τους είναι κορώνα στο κεφάλι τους και παντοτινός σύντροφος στη ζωή τους. Στο ισλαμικό Μπαγκλαντές η πραγματικότητα είναι γήινη και σκληρή: προαγωγοί είναι οι μανάδες, τα κορίτσια δουλεύουν υπό την εποπτεία τους, τα υπόλοιπα κορίτσια τα αγοράζουν με συμβόλαιο τουλάχιστον ενός χρόνου κι αν δεν φέρνουν λεφτά τα διώχνουν, δίχως αύριο. Οι άντρες έρχονται για να ξαλαφρώσουν, όπως λένε, ακόμη και περισσότερες φορές τη μέρα. Στο σεξ κανείς δεν βγάζει τα ρούχα του. Στο καθολικό Μεξικό, όλες οι γυναίκες έχουν στο δωμάτιό τους αγαλματάκι της Santa Muerte, προσεύχονται, πάνε στον εξορκιστή. Συμφιλιώνονται με τον θάνατο, φιλοσοφούν, μπροστά στην κάμερα μιλάνε ανοιχτά για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, γελάνε, κλαίνε, καπνίζουν κρακ. Οι άντρες έρχονται για να δοκιμάσουν ό,τι δεν δοκιμάζουν στο σεξ ζώντας την καθολική ζωή τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Τα Κρίση-μα Σεμινάρια

Standard

(στο τέλος του άρθρου, το αναλυτικό πρόγραμμα των σεμιναρίων)

Αυτή την Τρίτη, στις 7 το απόγευμα, ξεκινάνε τα «Κρίση-μα Σεμινάρια», μια σειρά σεμιναρίων με θέμα την κρίση που οργανώνει η πρωτοβουλία «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Ζητήσαμε από τον Αντώνη Λιάκο, που είναι και ο πρώτος εισηγητής, να μας εξηγήσει τους στόχους και τη λογική τους.

«Ε»

Σεμινάρια για την κρίση; Δεν ακούγεται παράδοξο;

του Αντώνη Λιάκου

 Κλειδί για την αποδοχή των πολιτικών που επιβάλλονται υπήρξε μια ορισμένη εκφορά του τρόπου που φτάσαμε στην κρίση, ενός «αφηγήματος της κρίσης». Αυτό συγκροτήθηκε, όχι χωρίς τη βοήθεια διανοουμένων, κυριάρχησε στον δημόσιο λόγο και έγινε τόσο ισχυρό ώστε να αποκτήσει σχεδόν χαρακτηριστικά ταυτότητας: «Αυτοί είμαστε, η διεφθαρμένη πελατειακή κοινωνία της μεταπολίτευσης». Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται και περνάει κάθε καταστροφική πολιτική. Πρόκειται για ένα αφήγημα αυτοενοχοποιητικό που αντικαθιστά την πολιτική ανάλυση με την ηθική. Έχει διεισδύσει βαθιά στους πόρους της κοινωνίας, ώστε αρνείται να δει τι συμβαίνει στον κόσμο, κι αν το βλέπει σου λέει «εδώ είναι διαφορετικά».

Έργο του Τζων Πίπερ, 1983

Η κρίση λειτούργησε σαν μια βαλβίδα που απελευθέρωσε την κοινωνική κριτική σε ό,τι υπήρχε στην Ελλάδα. Αυτή την κριτική την ενσωμάτωσε η κυβέρνηση και το ηγεμονικό μπλοκ, κάνοντάς την αποκλειστική αιτία της κρίσης. Επομένως, η κριτική που οδηγούσε στην αυτομαστίγωση έχει μια δυναμική λαϊκή, ευρεία, γιατί ανταποκρίνεται επίσης στις πικρές εμπειρίες που ο καθένας έχει συσσωρεύσει από τη διαφθορά και την ανικανότητα των θεσμών. Τα κρίση-μα σεμινάρια λοιπόν έχουν στόχο την αποδόμηση αυτού του αφηγήματος της κρίσης. Η πολιτική τους σημασία προκύπτει από αυτό, και δεν είναι δευτερεύουσα. Από εκεί και πέρα, να κατανοήσουμε την κρίση στους ευρείς ιστορικούς της ορίζοντες, αλλά και στο πολιτικό και κοινωνικό της βάθος. Ζούμε σε μια ατμόσφαιρα έκρηξης της ημιμάθειας, και γι’ αυτό έχουμε ζητήσει από ανθρώπους ειδικούς και καταξιωμένους στους επιστημονικούς τους χώρους να προσεγγίσουν την κρίση ο καθένας από την πλευρά του. Ζητήσαμε επίσης από έμπειρους δημοσιογράφους, που σέβονται το κοινό τους, να λειτουργήσουν ως «ενδιάμεσοι», ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και στα ερωτήματα που θέτει το κοινό. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα στις 18 Μαρτίου

Standard

Είμαστε όλοι PIIGS: Collectivo Prezzemolo

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη: Ντιέγκο Ριβέρα

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση: Μιχάλης Λυμπεράτος

O λαός έχει πάντα δίκιο; Ζακ-Λυκ Μελενσόν, Ζακ Ζυλιάρ

Για την πράσινη ανάπτυξη: Γ.Π. Στάμου

Καταναλωτικός ακτιβισμός ή καταναλωτική συνείδηση; Δήμος Χλωπτσιούδης

Η κρίση στα μάτια των αλβανών γειτόνων μας: Niko Agο

Είμαστε όλοι PIIGS

Standard

της Collectivo Prezzemolo

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

"Είμαστε όλοι PIIGS": από τη διαμαρτυρία της Collectivo Prezzemollo εναντίον του Β. Σόιμπλε, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, 7 Μαρτίου 2012.

H Collectivo Prezzemollo, συλλογικότητα φοιτητών, ερευνητών και εργαζόμενων του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας (EUI), έγινε ευρέως γνωστή διεθνώς τον περασμένο Νοέμβριο, από τη  δυναμική της διαμαρτυρία στην εναρκτήρια εκδήλωση του ακαδημαϊκού έτους, με ομιλητή τον Χέρβαν βαν Ρομπέι. Με την ευκαιρία αυτή, είχαμε  ζητήσει από την Collectivo Prezzemollo  ένα κείμενο  για την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, που φιλοξενήσαμε  στις σελίδες των «Ενθεμάτων» (Δεν αρκεί να ρίξεις τον «καβαλιέρε» — Πρέπει να πέσει και το άλογο  https://enthemata.wordpress.com/2011/11/20/colletivo/). Αυτές τις μέρες τους συναντάμε ξανά, ως PIIGS αυτήν τη φορά, απέναντι στον Βόλφγκαγκ Σόιμπλε και τη διάλεξή του στο Eυρωπαϊκό Πανεπιστήμιο με θέμα: «Οι οικονομικές και θεσμικές προοπτικές της Ευρώπης» στις 7 Μαρτίου. Δεκάδες μέλη της κολεκτίβας φόρεσαν μάσκες γουρουνιών και μπλουζάκια που δήλωναν την αλληλεγγύη τους προς τις χώρες «PIIGS» (Portugal, Ireland, Italy, Greece, Spain), φώναξαν συνθήματα και τραγούδησαν, διαμαρτυρόμενοι έτσι για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας που διαλύει, μέρα με τη μέρα, την Ευρώπη και τους πολίτες της. Στις αφίσες που τοιχοκολλήθηκαν στο κτίριο του Πανεπιστημίου, καθώς και στο κείμενο που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, η Collectivo Prezzemolo απορρίπτει τη λογική του μονοδρόμου, διεκδικώντας τίποτα λιγότερο από κοινωνική ισότητα, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και δημοκρατία· τίποτα λιγότερο απ’ το δικαίωμα στο μέλλον.

«Ε»

 

Ως ερευνητές και εργαζόμενοι στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, ένα καθόλα ευρωπαϊκό ίδρυμα, δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στη παρουσία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ενός από τους αρχιτέκτονες της κοινωνικής σφαγής που βρίσκεται σε εξέλιξη, καταστρέφοντας τις ζωές εκατομυρίων ευρωπαίων πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ»

του Ντιέγκο Ριβέρα

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί ο πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

***

 

Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα). Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη -- αλληγορία για τη δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη -- αναφορά στον «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ, στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού ανθρώπου των μήντια.

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση

Standard

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση

 

του Μιχάλη Λυμπεράτου

Η σβάστικα κυματίζει στην Ακρόπολη (Βundesarchiv, Koblenz)

Η μόνη περίπτωση στην ιστορία της που η Ελλάδα, τρόπον τινά, δάνεισε μια χώρα, και μάλιστα ιμπεριαλιστική, ήταν, όπως έχει επισημάνει και ο Μανώλης Γλέζος, κατά τη διάρκεια της Κατοχής με το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου του 1942. Το δάνειο αυτό ήταν αποκύημα της αδυναμίας των κατακτητών να συντηρήσουν διαφορετικά τον στρατό Κατοχής, οι απαιτήσεις και το μέγεθος του οποίου αυξήθηκε υπερβολικά εξαιτίας της ήττας τους στη Μέση Ανατολή, τον χειμώνα του 1942, αλλά και των αναγκών αστυνόμευσης και καταστολής έναντι μιας Αντίστασης που συνεχώς διευρυνόταν. Γιατί ο κίνδυνος μιας πιθανής συμμαχικής απόβασης στην Κρήτη ή την Πελοπόννησο ήταν σταδιακά όλο και πιο πιθανός, ενώ οι αντάρτες βαθμηδόν μετέτρεπαν την κατεχόμενη χώρα σε ένα απέραντο πεδίο δολιοφθορών, ιδίως κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, αλλά και στα ίδια τα εργοστάσια εξόρυξης νικελίου, χρωμίου και βωξίτη, τα οποία είχε άμεση ανάγκη η γερμανική στρατιωτική μηχανή.

 Ως συνέπεια αυτών, οι κατακτητές είχαν επείγουσα ανάγκη από τριπλάσιες δυνάμεις σε σχέση με αυτές που είχαν αρχικά υπολογίσει, με άμεση συνεπαγωγή την απότομη άνοδο των εξόδων συντήρησής τους. Και δεν ήταν μόνο οι 180.000 Γερμανοί στρατιώτες, οι 160.000 περίπου Ιταλοί καθώς και οι 60.000 Βούλγαροι που αποτέλεσαν τις καθεαυτό δυνάμεις Κατοχής, αλλά και τα γερμανικά στρατεύματα που μεταστάθμευσαν στην Ελλάδα, προκειμένου να μεταφερθούν στη Βόρειο Αφρική, τα οποία έπρεπε και αυτά να συντηρηθούν από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, το 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές που συμφωνήθηκε να καταβάλλει μηνιαία η Ελλάδα ως κατεχόμενη χώρα, για τα έξοδα αυτά, αποδείχθηκε πολύ λίγο. Γιατί, πέρα από το γεγονός ότι η χώρα βίωσε μια απίστευτη οικονομική καταστροφή που επιστεγάστηκε από τον λιμό του χειμώνα του 1941-1942, οι απαιτήσεις, ιδίως των Γερμανών, αύξαναν συνέχεια, ακολουθώντας και την τεράστια πληθωριστική έκρηξη. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1941 πληρώθηκαν 1.022 εκατομμύρια μάρκα για τον σκοπό αυτό, συμπεριλαμβανομένων 170 εκατομμυρίων προκειμένου να ανταλλαχθεί το πλαστό κατοχικό νόμισμα που προσωρινά κυκλοφόρησε. Το 1942 το ποσό υπερδιπλασιάστηκε, ενώ το 1943 τα έξοδα των κατοχικών δυνάμεων έφτασαν τα 850 δισεκατομμύρια δραχμές, με αποτέλεσμα το κατά κεφαλήν βάρος των κατοίκων της χώρας σε σχέση με τις δαπάνες αυτές να είναι πέντε φορές μεγαλύτερο στην Ελλάδα σε σχέση με τη Γαλλία.

Οι γερμανικές απαιτήσεις

 

Το πρόβλημα με τη συντήρηση τόσο μεγάλων δυνάμεων επιδεινώθηκε από τη ληστρική συμπεριφορά των κατακτητών –αρχικά με λεηλασίες, αργότερα με τη μεταφορά όλου του εναπομείναντος χρυσού και πολύτιμων μετάλλων– μαζί με τα πλαστά νομίσματα (τα κατοχικά μάρκα και λιρέτες), που εκτυπώθηκαν ανεξέλεγκτα σε κινητά λιθογραφεία τα οποία διέθεταν οι μονάδες των στρατευμάτων Κατοχής. Κυρίως, όμως, εξαιτίας της τεράστιας απόσπασης πρώτων υλών και γεωργικών προϊόντων από τη χώρα, που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, χωρίς να αποδοθούν στο ελληνικό κράτος ούτε καν τα έξοδα για τη μεταφορά τους.

Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν ήταν, ούτε στο ελάχιστο, σε θέση να ανταποκριθεί στις συνεχείς απαιτήσεις των κατακτητών, που περιελάμβαναν και τα έξοδα για τη δημιουργία οχυρωματικών έργων. Με έξοδα τα οποία, όπως αναγνώριζαν οι ίδιοι οι Γερμανοί, τον Νοέμβριο του 1941, είχαν υπερδιπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισεκατομμύρια δραχμές, η Ελλάδα (που προπολεμικά είχε κυκλοφορία 6-8 δισεκατομμύρια δρχ.) ήταν αδύνατο να πληρώνει μηνιαίως ποσά που ανέρχονταν στο μισό της νομισματικής κυκλοφορίας της περιόδου της ειρήνης. Ούτε βέβαια ήταν δυνατόν να αναπαραχθούν συνθήκες όπου οι δυνάμεις Κατοχής εισέπρατταν 2,5 φορές τον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους και πλησίαζαν τα 2/3 του εθνικού εισοδήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

O λαός έχει πάντα δίκιο;

Standard

 μια συζήτηση για τη δημοκρατία, τις χρήσεις του λαϊκισμού, τις αγορές και τα μήντια

συζητούν ο Ζακ-Λυκ Μελενσόν και ο  Ζακ Ζυλιάρ

μετάφραση: Νατάσσα Φουντουλάκη

Βέρνερ Τύμπκε, «Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-1973

 Ο λαϊκισμός έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, το τελευταίο διάστημα, συζήτηση η οποία διεθνώς έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις και ένταση στο φόντο της κρίσης, της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και των μαζικών κινητοποιήσεων. Δημοσιεύουμε σήμερα μια παλαιότερη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη συζήτηση μεταξύ του Ζακ-Λυκ Μελενσόν, υποψήφιου της Αριστεράς στις επικείμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές και του ιστορικού Ζακ Ζυλιάρ, και που δημοσιεύθηκε στη «Liberation» (31.12.2010). Εκκινώντας από το ζήτημα του λαϊκισμού, συζητώντας έντονα και διαφωνώντας σε πολλά, οι δύο συζητητές θίγουν τα μεγάλα ζητήματα της δημοκρατίας, της νομιμοποίησης της εξουσίας, της μηντιοκρατίας και της χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας, της πολιτικής του ΔΝΤ, της σχέσης αγορών και δημοκρατίας, της πολιτικής διαμαρτυρία και των ελίτ.

Στρ. Μπ.

Ζακ Ζυλιάρ: Ας ξεκινήσουμε με τον ορισμό του λαού. Αν ανατρέξουμε στη λατινική ρίζα του όρου, η λέξη «populus» περιγράφει το σύνολο του πληθυσμού, ενώ η λέξη la plèbe (πλήθος-όχλος) αφορά μόνο τη μερίδα εκείνη του πληθυσμού που αντιτίθεται στις ελίτ. Στη δημοκρατία, στις περιπτώσεις καθολικής ψηφοφορίας, τον τελευταίο λόγο τον έχει ο λαός ως «populus», δηλαδή στον λαό στην ολότητά του, συμπεριλαμβανομένων των ελίτ. Ο λαϊκιστής απευθύνεται μόνο σε αυτούς που συγκροτούν τον λαό με τη δεύτερη σημασία, δηλαδή της λέξης la plèbe. Ο Ρουσσώ ήταν λαϊκιστής. Στο Κοινωνικό συμβόλαιο θέτει ως αρχή ότι η γενική βούληση δεν μπορεί να σφάλλει «υπό την προϋπόθεση να είναι ελεύθερη και όχι παραποιημένη». Δεν πρέπει να υπάρχουν πολιτικά κόμματα, συνδικάτα ή εφημερίδες ικανά να παρεμποδίζουν τη βούληση του λαού. Στην πράξη, οι συνθήκες αυτές είναι αδύνατο να υπάρξουν. Ο Ρουσσώ διευκρινίζει ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο, ακόμη και σε καταστάσεις μη νομιμότητας. Ο κυρίαρχος λαός μπορεί να αλλάζει τη βούλησή του. Ο Μοντεσκιέ, αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο λαός είναι κυρίαρχος υπό την προϋπόθεση η βούλησή του να εξισορροπείται από τον σεβασμό στον νόμο, στην επικυρωμένη έκφραση της βούλησής του. Υπάρχουν άρα συμφέροντα επιμέρους και συμφέροντα διαχρονικά. Συντάσσομαι με τον Μοντεσκιέ. Με όλα του τα καπρίτσια, τις διαθέσεις του και τις χειραγωγήσεις στις οποίες υπόκειται, ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο. Αλλά και κανείς δεν έχει ποτέ δίκιο ενάντια στον λαό. Αν κάνει λάθος, οφείλουμε να σεβαστούμε τη βούλησή του, έστω και αν προσπαθήσουμε να την κάνουμε να εξελιχθεί.

 Ζαν-Λυκ Μελενσόν: Το ζήτημα δεν είναι να μάθουμε εάν ο λαός έχει πάντα δίκιο, αλλά να καθορίσουμε ποιος ασκεί την εξουσία. Η απάντηση είναι ο λαός. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα αμφισβητείται αυτό το προνόμιο. Μόνο οι επαρκώς μορφωμένοι μπορούσαν να αναλάβουν αυτό το λειτούργημα. Πρόκειται για πεφωτισμένο δεσποτισμό, σύγχρονη εκδοχή του οποίου είναι ο πεφωτισμένος ελιτισμός που βασίζεται στην απάθεια των πολλών. Ο 16ος αιώνας θα σηματοδοτήσει την αναγέννηση της λαϊκής συνείδησης. Η ιδέα της ελέω Θεού εξουσίας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Από τον Ρουσσώ, κρατώ κυρίως ότι η ρεπουμπλικανική ιδέα πηγάζει από την εξουσία του καθενός. Ο νόμος είναι νομιμοποιημένος, διότι γεννιέται από όλους, από τη γενική βούληση, και θα εφαρμοστεί σε όλους. Για να επαναλάβουμε τον Καρλ Μαρξ: «Μια ιδέα γίνεται δύναμη από τη στιγμή που θα κυριεύσει τις μάζες».

Ο Φρανσουά Μπαϋρού δήλωσε ότι, εάν κέρδιζε τις εκλογές, η κυβέρνησή του θα αποτελούνταν από τους καλύτερους, προερχόμενους τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Αντιλαμβάνεται άραγε ότι εφαρμόζει τον ορισμό της αριστοκρατίας κατά τον Αριστοτέλη: την κυβέρνηση των άριστων; Ζούμε υπό μια ολιγαρχία, υπό την εξουσία των ολίγων, την οποία ασκούν προς ίδιον όφελος. Οι ιθύνοντες, οι κυρίαρχοι –στην κορυφή των μήντια, των τραπεζών, της εξουσίας– προέρχονται από τις ίδιες σχολές, παντρεύονται μεταξύ τους. Κυβερνούν την κοινωνία προσποιούμενοι ότι δεν συγκροτούν κοινωνική τάξη. Κρύβονται πίσω από προσχηματικές λέξεις που κάνουν να αποφεύγουν τα πυρά της κριτικής.

 Ζακ Ζυλιάρ: Το πρόβλημα είναι ότι στη δημοκρατία ο λαός, ως populus, εκφράζει διαφορετικές απόψεις, αριστερής και δεξιάς κατεύθυνσης. Δεν μπορούμε μεμιάς να αποφασίσουμε εάν η μία ή η άλλη δεν ανήκει στον λαό. Αυτό δεν θα ήταν δημοκρατικό. Ο λαός δεν έχει μία ομόφωνη γνώμη. Παίρνω ένα παράδειγμα. Οι Γάλλοι ζητωκραύγαζαν τον Πεταίν και λίγους μήνες αργότερα τον στρατηγό Ντε Γκωλ. Αρχικά, κανείς δεν εγγυάται ότι ήταν οι ίδιοι που επευφημούσαν και τους δύο άνδρες. Στη συνέχεια, δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τη σκέψη του καθενός. Άλλο παράδειγμα. Ο λαός ήταν υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής; Όχι, οι ελίτ της εξουσίας τις οποίες αντιπροσώπευε ο Φρανσουά Μιττεράν την επέβαλαν. Ήδη αναγνωρίζεται ως μια δημοκρατική εξέλιξη. Ο λαϊκισμός είναι άρα ένας απλουστευτικός συλλογισμός, διότι θεωρεί ότι ο λαός είναι αδιαίρετος και έχει πάντα δίκιο. Η απαίτηση του πλουραλισμού, την οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε, αντιτίθεται σε αυτήν την απολυταρχική θεώρηση της δημοκρατίας.

Το υπάρχον πλαίσιο στην Ευρώπη ανοίγει τον δρόμο στον λαϊκισμό, κυρίως της Δεξιάς. Στην Ελβετία η Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (UDC) κερδίζει έδαφος, ενώ στη Γαλλία μεγαλώνει η απειλή της Μαρίν Λεπέν. Ο λαϊκισμός, είτε προέρχεται από την Αριστερά είτε από τη Δεξιά, είναι το αποτέλεσμα ενός ορισμένου ελιτισμού. Ο κίνδυνος έγκειται στο ότι αυτός ο συγκεκριμένος λαϊκισμός κινείται προς την κατεύθυνση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του προστατευτισμού. Ένας λαός περιχαρακωμένος στον εαυτό του. Η κρίση έφερε στο προσκήνιο ελίτ που ήταν συνηθισμένες να λειτουργούν σε έναν κλειστό κύκλο, προς όφελός τους. Ανακαλύψαμε εκ νέου ότι υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, ότι αυτές οι αποκλίσεις εντείνονται. Ο κόσμος δεν αποδέχεται πλέον ένα δικαιικό σύστημα πολλών ταχυτήτων. Το είδαμε με την υπόθεση Μπετανκούρ. Η αδικία είναι η βασική αιτία του λαϊκισμού. Ο Ροβεσπιέρος, ο Σαιντ-Ζυστ και ο Εμπέρ έκαναν την Επανάσταση όχι για να καταργήσουν τις κοινωνικές τάξεις –πάντα θα υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί– αλλά ενάντια στην ύπαρξη των θεσμοθετημένων τάξεων: αυτοί που είναι υπεράνω του νόμου και αυτοί που τον υφίστανται. Για μία κοινωνία όπου το δίκαιο θα είναι το ίδιο για όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την πράσινη ανάπτυξη

Standard

 Η συντηρητική πολιτική οικολογία, η οικολογική ατζέντα της Αριστεράς και ο οικοσοσιαλισμός

 

του Γ.Π. Στάμου

Χαρακτικό του Φρανσίσκο Γκόγια

Ανεξάρτητα από τα προεκλογικά φληναφήματα του ΓΑΠ, στις μέρες μας το πρόβλημα της πράσινης ανάπτυξης τίθεται, και μάλιστα με τρόπο επιτακτικό, από την ίδια τη συγκυρία. Πράγματι, κάτι η συζήτηση για τις ανανεώσιμες πηγές, κάτι η κουβέντα για τα πετρελαϊκά αποθέματα, κάτι η προοπτική ανασυγκρότησης της γεωργικής παραγωγής και της μεταποίησης, κοντολογίς το ζήτημα της επανεκκίνησης της οικονομίας θέτει επί τάπητος, πέρα από τα ποσοτικά, και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης. Είμαι της γνώμης ότι η συζήτηση για την πράσινη ανάπτυξη αποτελεί μια καλή βάση τοποθέτησης του ζητήματος της οικοσοσιαλιστικής προοπτικής.

Στις ΗΠΑ αναπτύσσεται αυτό τον καιρό ενδιαφέρουσα συζήτηση. Βασικό στοιχείο της νέας προβληματικής είναι η ανάγκη αποδόμησης των διαδικασιών της κλασικής οικονομικής ανάπτυξης και η επιδίωξη ποιοτικών έναντι ποσοτικών στόχων. Θίγεται επίσης ο κρίσιμος ρόλος της ενεργειακής βάσης της οικονομίας, προτείνεται η γενικευμένη χρήση της ηλιακής ενέργειας και γίνεται κουβέντα για τη μετάβαση προς μια ευσταθή πλανητική οικονομία στη βάση της εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα από την εφαρμογή της νέας αναπτυξιακής προοπτικής αναφέρονται η ποιότητα του αέρα και των νερών, η γενικευμένη κατανάλωση οργανικών τροφίμων, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Το αξιοσημείωτο για την οικοαριστερά είναι ότι για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στην απασχόληση με νόημα (αξία) για τον άνθρωπο και στον ελεύθερο παραγωγικό χρόνο. Μάλιστα, αναφέρεται ρητά ότι έτσι είναι δυνατή η δημιουργία μαζικής βάσης που θα ευνοεί τον οικοσοσιαλιστικό μετασχηματισμό, και όλα αυτά σε κλίμακα πλανητική.

Η πράσινη πολιτική κατά Σβάρτσμαν και οι παγίδες της κυρίαρχης συντηρητικής πολιτικής οικολογίας

Μια αξιόπιστη έκθεση αυτών των αντιλήψεων διατυπώθηκε από τον Σβάρτσμαν (Schwartzman) σε μια διάλεξή του τον Φεβρουάριο του 2010, καθώς και σε ένα κείμενό του που δημοσιεύτηκε το 2009 στο περιοδικό Capitalism Nature Socialism (τ. 20, σ. 6-33). Εκμεταλλευόμενος τη ρητορική γύρω από την κλιματική μεταβολή και την προφανή σπατάλη ενεργειακών πόρων, ο συγγραφέας προτείνει μια εκδοχή πράσινης πολιτικής που, ως επί το πλείστον, υιοθετείται και στην Ελλάδα από μερίδα των Οικολόγων-Πράσινων, αλλά, όπως φαίνεται, και από τη Δημοκρατική Αριστερά. Αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να συνοψιστεί στα ακόλουθα τέσσερα σημεία:

α) Ανάπτυξη υποδομής για την εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας σε πλανητικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, γίνεται η εκτίμηση ότι με τη μείωση των αρνητικών εξωτερικοτήτων που επάγει η προμήθεια ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, αλλά και από πυρηνικούς αντιδραστήρες, θα βελτιωθεί η ποιότητα ζωής, χωρίς παράλληλα να μεταβληθεί το επίπεδο διαβίωσης.

β) Εφαρμογή σε πλανητικό επίπεδο ενός συστήματος περιορισμών καθώς και αρχών περιβαλλοντικής προφύλαξης, με στόχους τη διάδοση της λεγόμενης βιομηχανικής οικολογίας, την επέκταση της οργανικής γεωργίας και το πρασίνισμα των πολεοδομικών συναθροίσεων. Στο εύλογο ερώτημα κατά πόσον θα μπορέσουν η βιομηχανική οικολογία και η αγροοικολογία να θρέψουν τον κόσμο, και μάλιστα χωρίς αρνητικές συνέπειες, η απάντηση δίνεται στη βάση επιστημονικών υποτίθεται τεκμηρίων και, σε συνδυασμό με τη γενικευμένη χρήση φωτοβολταϊκών είναι απολύτως καταφατική.

γ) Ταχεία διάδοση σε πλανητικά επίπεδα των πάσης φύσεως τεχνολογικών εξελίξεων στην πληροφορική και εφαρμογή προγραμμάτων απο-υλοποίησης της τεχνολογίας (π.χ. ασύρματη επικοινωνία), τα οποία μπορούν να μειώσουν την απαιτούμενη κατά κεφαλή κατανάλωση ενέργειας.

δ) Εφαρμογή πολιτικών που ευνοούν αυξημένη πληθυσμιακή συγκέντρωση στις πόλεις, συνδυασμένων με πολιτικές πρασινίσματος των τελευταίων. Η γη που απελευθερώνεται με αυτό τον τρόπο διατίθεται για τη δημιουργία εκτεταμένων βιοσφαιρικών αποθεμάτων (reserves), με στόχο την προστασία της βιοποικιλότητας

Προαπαιτούμενο γι’ αυτούς τους στόχους θεωρείται η ανατροπή της διαπλοκής του στρατού με τη βιομηχανία (φέρεται με το ακρωνύμιο MIC: Military Industrial Complex ή, κατά παράφραση, Molochian Instrument of Carnage), που θεωρείται το κατεξοχήν όργανο οικολογικής καταστροφής ή ο σύγχρονος Μολώχ. Αυτό, επειδή χαριτολογώντας αναφέρεται ότι η “αόρατος χειρ” της αγοράς δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει χωρίς την αόρατη γροθιά. Όπως ήδη προανέφερα, άλλα προαπαιτούμενα είναι και η ηλιοποίηση –όπως με δόση επιτήδευσης ονομάζεται– των ενεργειακών πηγών, η αγρο-οικολογία, η πράσινη βιομηχανία και η δημιουργία πράσινων μεγαλουπόλεων.

Με όλα τα παραπάνω, επιχειρείται να τεκμηριωθεί η απάντηση στην ερώτηση υπέρ ποιου συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο. Και, το κυριότερο, με βάση αυτή την απάντηση να αλλάξει η ατζέντα. Συγκεκριμένα, εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η πράσινη ανάπτυξη υπονομεύει τα επιχειρήματα της πολιτικοστρατιωτικής διαπλοκής, ενώ, στρατευόμενη κόντρα στην ιμπεριαλιστική ατζέντα και υπέρ της παγκόσμιας αποστρατιωτικοποίησης, προωθεί την ιδέα ενός ειρηνικού και συνεργατικού κόσμου. Συνέχεια ανάγνωσης

Καταναλωτικός ακτιβισμός ή καταναλωτική συνείδηση;

Standard

Σκέψεις με αφετηρία το «κίνημα της πατάτας»

 

του Δήμου Χλωπτσιούδη

 

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, "Οι πατατοφάγοι", 1885

Οι δημοσιογράφοι βρήκαν γρήγορα τον τίτλο της προσπάθειας: «κίνημα της πατάτας». Αυτό που ξεκίνησε σαν προσπάθεια αλληλεγγύης, με κοινά συμφέροντα και για τις δύο πλευρές, μετατράπηκε σε κίνημα. Γιατί όμως χρειάστηκε μια δράση ακτιβιστική για να φτάσουμε σε κίνημα;

Πολλοί λίγοι, πίσω από τον ακτιβισμό, είδαν ένα βασικό στοιχείο το οποίο, μαζί με την κυβερνητική αδράνεια δεκαετιών, έφερε τα νοικοκυριά σε τέτοιο τέλμα: την απουσία καταναλωτικής συνείδησης και κινήματος. Το ζήτημα δεν είναι όμως να ενισχυθεί απλώς το συγκεκριμένο κίνημα. Στόχος κάθε ενεργού πολίτη πρέπει να τεθεί η ανάπτυξη καταναλωτικής συνείδησης, να μετεξελιχθεί σε πραγματικό καταναλωτικό κίνημα, που θα αφορά όλα τα αγαθά.

Οι Έλληνες, σε συνθήκες υπερκατανάλωσης, δεν κατάφεραν να αναπτύξουν καταναλωτική συνείδηση. Και η Πολιτεία έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να εμποδίσει την ανάπτυξή της. Από νωρίς ακόμα το καταναλωτικό κίνημα γραφειοκρατικοποιήθηκε και, πριν ακόμα δράσει, επιβλήθηκε «από τα πάνω» μια λαϊκίστικης έμπνευσης Γενική Γραμματεία, ενώ σύντομα την προστασία των καταναλωτών ανέλαβαν –με τρόπο πατερναλιστικό– οι δημοσιογράφοι. Ουσιαστικά, η ελληνική Πολιτεία, στο όνομα των ελεύθερων αγορών και του ανταγωνισμού, αντιπάλευε κάθε σοβαρή προσπάθεια καταναλωτικής δράσης έχοντας, φυσικά, δίπλα και την πλειονότητα των μίντια που θα έχαναν διαφημίσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κρίση στα μάτια των αλβανών γειτόνων μας

Standard

 του Niko Ago

Μετά την πτώση της δικτατορίας στην Αλβανία, η οποία συνοδεύτηκε με την κατάρρευση της, έτσι κι αλλιώς σε τραγική κατάσταση, οικονομίας της, μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού της χώρας ξεχύθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Δημοφιλέστεροι προορισμοί κυρίως η Ελλάδα και η Ιταλία. Οι πιο θαρραλέοι ή και πιο τυχεροί προχώρησαν βαθύτερα στην Ευρώπη ή και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Λόγω και της γεωγραφικής εγγύτητας, η Ελλάδα απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος αυτού του μεταναστευτικού κύματος. Κατά χιλιάδες οι αλβανοί μετανάστες κατέκλυσαν απ’ άκρη σ’ άκρη την ελληνική επικράτεια, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα. Και για την Ελλάδα, αλλά και για την Αλβανία και για την Ευρώπη γενικότερα. Η Ελλάδα, πέρα από την «κοινωνική έκπληξη» και την κρατική ανετοιμότητα να διαχειριστεί σωστά, οργανωμένα και νηφάλια ένα τόσο μεγάλο μεταναστευτικό πληθυσμό, με το πέρασμα των ετών θα «έδρεπε» τα φυσιολογικά οφέλη. Καθώς στη συντριπτική πλειονότητά τους οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες βρίσκονταν σε παραγωγική ηλικία, το εργατικό δυναμικό της χώρας αναζωογονήθηκε απρόσμενα. Στα περισσότερα «δεύτερα» επαγγέλματα και τους «υποδεέστερους» κλάδους της οικονομίας, η παρουσία των μεταναστών και μεταναστριών αποδείχτηκε σωτήρια. Στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, όταν και η χώρα βρέθηκε να διαχειρίζεται τεράστια κονδύλια, χάριν των μεγάλων έργων και της Ολυμπιάδας, οι μετανάστες αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά της ανοικοδόμησης. Ωφελήθηκαν φυσικά και οι ίδιοι, αποκτώντας σπίτι, αυτοκίνητο, κομπόδεμα και βοηθώντας τους δικούς τους πίσω στην πατρίδα.

Και μετά ήρθε η κρίση. Ο ανεμοστρόβιλος αυτός δεν κάνει εξαιρέσεις στο πέρασμά του. Και, ως γνωστόν, ό,τι δεν είναι πολύ στέρεο ξεκολλάει ευκολότερα. Οι ευρισκόμενοι «και εδώ και εκεί» μετανάστες, αυτοί που παράλληλα με τη ζωή τους στην Ελλάδα είχαν και τον νου τους πίσω, να κάνουν κάτι στην πατρίδα, ήταν οι πρώτοι υποψήφιοι προς αναχώρησιν μόλις έχασαν τις δουλειές τους. Με την οικοδομική δραστηριότητα στο ναδίρ, η μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών αυτού του κλάδου ένιωσαν άμεσα την κρίση. Μαζί με αυτούς, σε πολύ μεγάλη κλίμακα επηρεάστηκαν και οι γυναίκες μετανάστριες απασχολούμενες ως οικιακοί βοηθοί. Κόπηκαν από πολλές μεσαίες οικογένειες τα «περιττά έξοδα» της κυρίας που συγύριζε το σπίτι, κρατούσε το μικρό παιδί ή έκανε παρέα στους ηλικιωμένους γονείς. Οι Έλληνες ανακάλυψαν ξανά τη χαρά της συγκατοίκησης με τους γονείς, οι Ελληνίδες στρώθηκαν ξανά στη λάντζα και την μπουγάδα, τα μικρά παιδιά έχασαν τις νταντάδες και μεγαλώνουν ξανά με τις μητέρες τους. Μιλάμε φυσικά για τις περιπτώσεις που αυτό γινόταν για επίδειξη νεοπλουτισμού, και όχι από πραγματική ανάγκη. Συνέχεια ανάγνωσης

Πρόταση για προβολή ταινίας: Whore’s Glory του Μ. Γκλαβόγκερ

Standard

Αυτή την Τρίτη, 20/3, στις 8, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά οδός 48, Κεραμεικός)

προβάλλει την ταινία του Μίχαελ Γκλαβόγκερ

Whore’s Glory

Για τον σκηνοθέτη και την ταινία του Workingman’s Death τα Ενθέματα είχαν δημοσιεύσει ένα άρθρο, στη στήλη Αντικλίμακα, τον Ιούλιο. Στο καινούργιο του ντοκιμαντέρ ο Γκλαβόγκερ ασχολείται με την πορνεία και τις πόρνες, και μάλιστα ανά τον κόσμο – κατά τον προσφιλή τρόπο του.

Επειδή οι ταινίες αυτού του σπουδαίου ντοκιμαντερίστα, που έχει ένα ιδιαίτερο βλέμμα στα θέματά του, δεν έχουν βρει ως τώρα διανομή στην Ελλάδα, ενδεχομένως να μην έχετε πολλές ευκαιρίες να ξαναδείτε τούτη την τελευταία του.

Διαβάστε περισσότερα για το ντοκιμαντέρ εδώ.

Τα Ενθέματα σάς συνιστούν ενθέρμως να παρακολουθήσετε την προβολή. Ελπίζουμε να σας συναντήσουμε εκεί!

στα Eνθέματα στις 11 Mαρτίου

Standard

Χαιρετίσματα από τον Γουσταύο Λε Μπον: Σταύρος Κωνσταντακόπουλος

Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός του Άνταμ Σμιθ: Βασίλης Γρόλλιος

Για έναν αριστερό λόγο που δεν φοβάται: Σίσσυ Βελισαρίου

«Ισραήλ, ένα καθεστώς απαρτχάιντ;»: ένα ενοχλητικό ερώτημα: Μαρία Καλαντζοπούλου

Το σημερινό σώμα: Νικόλας Σεβαστάκης

Από την ιστορική στη σύγχρονη πολυσυλλεκτική Δεξιά. Σκέψεις με αφορμή την επίθεση του αρχηγού της Ν.Δ. στην Αριστερά: Δημήτρης Χριστόπουλος

Η «παγκόσμια Ευρώπη», οι «σπουδές των υποδεέστερων» και η σημερινή κρίση: Ντιμπές Τσακραμπάρτυ

Επιλεγόμενα για την αριστερή ευθύνη: Σπ. Ι. Ασδραχάς

Xαιρετίσματα από τον Γουσταύο Λε Μπον

Standard

  του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Άνεργοι και άστεγοι στην ουρά για το δημοτικό συσσίτιο, Νέα Υόρκη 1932 (Imperial War Museum, Λονδίνο)

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2000, μια δεκαετία σχεδόν μετά την κατάρρευση του υπαρκτού-ανυπάρκτου σοσιαλισμού, και που έγινε περισσότερο γνωστό για τον τίτλο του παρά για το περιεχόμενό του, υπήρχε μια πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη που αφορούσε εκείνη τη συγκυρία. Στο Οι Mπόμποι στον Παράδεισο (Bobos in Paradise), o συγγραφέας του Νταίηβιντ Μπρουκς (David Brooks), δημοσιογράφος στους New York Times, ισχυριζόμενος ότι εκφράζει την οπτική και τα συναισθήματα των ανώτερων τάξεων, διαβεβαίωνε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας οι τάξεις αυτές αισθάνονται τόση ασφάλεια. Για πρώτη φορά, έγραφε χαρακτηριστικά, δεν φτάνουν στ’ αυτιά μας οι θόρυβοι από το αγριεμένο πλήθος που στήνει τις γκιλοτίνες έξω από τις πόρτες μας. Αναρωτιέται κανείς αν αυτό το αίσθημα ασφάλειας συνεχίζει να διακατέχει τους κρατούντες ή μήπως σκιρτήματα φόβου αρχίζουν να τους καταλαμβάνουν. Αν κανείς προσέξει τον ιδιαίτερα βίαιο τρόπο με τον οποίο γραφιάδες σαν τον Μπρουκς, γραφιάδες δηλαδή που έταξαν εαυτόν στην «ευγενή» υπηρεσία της προάσπισης των βλέψεων των ελίτ, στρέφονται κατά των μαζών και της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να θέσει αυτό το ερώτημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός του Άνταμ Σμίθ

Standard

τoυ Βασίλη Γρόλλιου

Έργο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπερθ

Κατά τον Άνταμ Σμιθ (1723-1790), στόχος του κράτους είναι να προστατέψει τους πλούσιους από τη βία και την αρπακτική διάθεση (rapacity) των φτωχών, διατηρώντας τη χρήσιμη ανισότητα στις περιουσίες, η οποία αναγκαία προκύπτει από τον διαφορετικό βαθμό εργατικότητας, ικανοτήτων και επιμέλειας των πολιτών. Το κράτος στον Σμιθ είναι σαφέστατα ταξικά προσανατολισμένο, με αποκλειστικό στόχο την προστασία της ιδιοκτησίας, δηλαδή της ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων έναντι της εργατικής τάξης. Στον Πλούτο των Εθνών ρητά αναφέρει ότι η αναγκαιότητα της δημιουργίας διακυβέρνησης προκύπτει όσο αυξάνεται η κατοχή ιδιοκτησίας.

Η ταξική πάλη στη σκέψη του Σμιθ

Από τη στιγμή που εγκαινιάστηκε η πρακτική της ιδιοποίησης μεγάλων εκτάσεων γης, εισήχθη και η λογική της συσσώρευσης του χρήματος, κάτι που ο Σμιθ περιγράφει με τον όρο στοκ (stock), ενώ ο Μαρξ θα περιγράψει ως κεφάλαιο. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι στον Σμιθ υπάρχουν δύο θεωρίες της αξίας ή, αν θέλετε, μία που είναι αμφίσημη. Από τη μία, υποστηρίζει ότι το ενοίκιο της γης και το κέρδος είναι δύο πηγές εισοδήματος που αφαιρούνται από την εργασία του εργάτη. Με άλλα λόγια, ο γαιοκτήμονας και ο καπιταλιστής υφαρπάζουν μέρος της εργασίας του εργάτη. Στον Σμιθ συναντάμε το γνωστό σχήμα των τριών τάξεων: των γαιοκτημόνων, των καπιταλιστών και της εργατικής τάξης. Οι εργάτες, μας λέει στον Πλούτο των Εθνών, αναγκάζονται να συνασπίζονται προκειμένω να διεκδικούν πιο υψηλούς μισθούς και οι εργοδότες να συνασπίζονται και αυτοί για να κρατάνε τους μισθούς πιο χαμηλά. Μάλιστα τα αφεντικά, γράφει, βρίσκονται σε μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους. Συνέχεια ανάγνωσης