στο φύλλο της 25ης μαρτίου

Standard

Έργο του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη! Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση: Συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ, ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ:  Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα: Αγγέλικα Ψαρρά

Με αφορμή το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού. Οι θλιμμένες καμπάνες της ζωής μου: Χρήστος Τριανταφύλλου

Μεγαλείων οψώνια. Σημειώσεις περί δημόσιου χώρου: Κώστας Σπαθαράκης

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ. Το μεγαλείο της πουτάνας: Ιωάννα Μεϊτάνη

Τα Κρίση-μα Σεμινάρια: Αντώνης Λιάκος

Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη!

Standard

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη

Στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής (18.3.2012) δημοσιεύτηκε η είδηση για την έκκληση που έκανε η Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα (μια ομάδα εργασίας κοινωνικών επιστημόνων του γερμανόφωνου χώρου που λειτουργεί από το 2004) με θέμα τη διαφορετική αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη. Δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένο ολόκληρο το κείμενο της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας και μαχητικής αυτής έκκλησης, το οποίο είχε συγκεντρώσει, ως την Πέμπτη το μεσημέρι, 1.724 υπογραφές (http://www.demokratie-statt-fiskalpakt.org), και καλεί σε συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ημέρα Δράσης «Ο καπιταλισμός είναι η κρίση» στις 31 Μαρτίου και στις επόμενες κινητοποιήσεις που ανακοινώνονται.

«Ε»

Έργο του Τζορτζ Μπέλοους, 1917

Άνοιξη 2012. Η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ τρέχουν από τη μια σύσκεψη κορυφής στην άλλη, προκειμένου να σώσουν το ευρώ. Ο κίτρινος Τύπος στρέφεται εναντίον των Ελλήνων. Ο αγώνας για την επίλυση της κρίσης παίρνει δραματικές διαστάσεις: μια αυταρχική νεοφιλελεύθερη συμμαχία, αποτελούμενη από συνδέσμους μεγαλοεπιχειρηματιών, τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη γερμανική κυβέρνηση και άλλες μεγάλες εξαγωγικές χώρες, θέλει να περάσει από τα κοινοβούλια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, έως τις αρχές του 2013, το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που υπογράφηκε πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Το Σύμφωνο αυτό υπαγορεύει μια πολιτική λιτότητας εχθρική προς την κοινωνία και προβλέπει ποινές για τις χώρες που αντιτίθενται στην πολιτική αυτή. Το Σύμφωνο περιορίζει, συνεπώς, ακόμη περισσότερο τη δημοκρατική αυτοδιάθεση. Είναι μια πρώτη κορύφωση σε μια αυταρχική εξελικτική πορεία στην Ευρώπη. Συνέχεια ανάγνωσης

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική

Standard

 συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

 Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου, από το λεύκωμα "Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά"

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ-ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «4 Αυγούστου» του Κώστα Πλεύρη, Φεβρουάριος 1971.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη.[1] Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

***

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).[2]

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης

Οι θλιμμένες καμπάνες της ζωής μου

Standard

Με αφορμή το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Ανρί Ρουσώ, «Οι παίκτες του ράγκμπυ», 1908

Το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, την προηγούμενη Κυριακή, ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ζητήματα που αφορούν την επίσημη διαχείριση του οπαδισμού, καθώς και τους καρπούς που δρέπει ένα συγκεκριμένο σύστημα από αυτόν, επενδύοντας σε πρακτικές εξωφρενικές, που όμως περιβάλλονται από έναν μανδύα κανονικότητας.

Όποιος βρίσκεται έστω και σε στοιχειώδη επαφή με τον συγκεκριμένο χώρο, γνωρίζει ότι υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ελλήνων αθλητικογράφων: οι δηλωμένοι οπαδοί κάποιας ομάδας, που ευθύνονται και για τα περίφημα «εμπρηστικά» πρωτοσέλιδα, και η μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «αντικειμενικών». Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις, η διάκριση δεν είναι σαφής, καθώς ο μανδύας της αντικειμενικότητας δεν είναι καλοραμμένος. Το ζήτημα που θα πραγματευθώ εδώ δεν είναι ούτε τα ίδια τα επεισόδια ούτε οι ευθύνες των προκλητικά φανατισμένων δημοσιογράφων· μια τέτοια πραγμάτευση θα έθετε αυτομάτως το άρθρο αυτό στη χορεία των κειμένων που «καταδικάζουν απερίφραστα τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», κατονομάζοντας τους θεσμικούς υπεύθυνους που «κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια». Το κλειδί εδώ θεωρώ πως είναι η «αγανάκτηση», ίσως η πιο διαδεδομένη έννοια εδώ και ένα περίπου χρόνο. Η αγανάκτηση για όλα και όλους, η αγανάκτηση που δείχνει με το δάχτυλο το δέντρο, ενώ το δάσος οργιάζει. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεγαλείων οψώνια

Standard

Σημειώσεις περί δημόσιου χώρου

του Κώστα Σπαθαράκη

Όλοι αυτοί οι φρόνιμοι γέροι, οι πρόθυμοι συμβουλάτορες, οπού ονομάζονται κάπου και «κακών παρακλήτορες», […] συνηθροίζοντο συνήθως εις το μικρόν καφενείον του Σκαρτσοπούλου […]. Εκεί εύρισκαν πολλά εύκολα θύματα. […] Αν ήτον όμως κανείς πτωχός, τότε αλλοίμονό του. Του έδιδαν συμβουλάς, πολλάς συμβουλάς και νουθεσίας, πώς να είναι φιλόπονος (ο άνθρωπος συνέβαινε να μη ευρίσκη εργασίαν), πώς να είναι οικονόμος (δεν είχε τι να οικονομήση), και να μην είναι και μέθυσος (ο άνθρωπος δεν είχε πεντάραν διά να πίη ένα ποτήρι).

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Μεγαλείων οψώνια», Άπαντα (4.421)

Γιάννης Τσαρούχης, "Θεατρίνοι"

Κυκλοφορεί γύρω μας, με διάφορες εκδοχές και πρόσημα, η αντίληψη ότι τώρα που κατέρρευσε το πελατειακό κράτος, τώρα που διαλύονται με την έξωθεν πίεση οι τεμαχικές συμφωνίες με επιμέρους επαγγέλματα και κοινωνικές ομάδες, τώρα που σταματάει πια εκ των πραγμάτων η εξαγορά των συνειδήσεων και της ψήφου, έχει έρθει η ώρα των ιδεών, ότι γίνεται δηλαδή ξανά εφικτή η αμιγής ιδεολογική πάλη, που είχε νοθευτεί από τα μεμονωμένα «συμφέροντα» και είχε διαστραφεί από την παραγνώριση του γενικού καλού.

Βασικός φορέας αυτής της αντίληψης είναι βεβαίως αυτές οι ετερόκλιτες ομαδώσεις διανοουμένων κυρίως, που από τον Μάιο του 2010 προχώρησαν σε μια σειρά δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ του μνημονίου, υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, υπέρ του Καμίνη, υπέρ του νόμου Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ, υπέρ της κυβέρνησης των αρίστων, και γενικώς υπέρ όλων των καλών πραγμάτων που εμποδίζονται από τα «συμφέροντα». Πέραν της φιλοδοξίας, βασικό κίνητρο τέτοιων παρεμβάσεων ήταν η καλόπιστη (σε βαθμό αφέλειας) αντίληψη ότι υπάρχει κοινωνικό ακροατήριο που περιμένει πολιτική καθοδήγηση από έγκριτους και σοβαρούς συνταγματολόγους, καλλιτέχνες, και πάει λέγοντας. Ήταν η αντίληψη πως, παρότι οι υλικοί όροι του δημόσιου χώρου καταστρέφονται, οι εφημερίδες φυτοζωούν, τα βιβλία πολτοποιούνται απούλητα, το ίντερνετ περνάει μια δύσκολη εφηβεία, ενώ αναγνώστες και ακροατές πνίγονται από τις βιοτικές μέριμνες, διανοίγεται πεδίο λαμπρό για τους αγνούς ιδεολόγους, που δεν ταυτίστηκαν με τα «συμφέροντα» και είναι οι αποκλειστικοί εκφραστές του γενικού καλού. Αυτή η γραφική αισιοδοξία σφράγισε εξαρχής όλες αυτές τις παρεμβάσεις και τους προσέδωσε τη χαρακτηριστική έπαρση και επιθετικότητα στο ύφος. Προβάλλεται λοιπόν η άποψη πως ο δημόσιος χώρος μπορεί κατά κάποιο τρόπο να αναγεννηθεί σήμερα, πιο καθαρός και αγνός από ό,τι υπήρξε σε όλη την επάρατο Μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Το μεγαλείο της πουτάνας

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Το μεγαλείο της πουτάνας ή Δόξα στην πουτάνα. Έντονα χρώματα, κορίτσια βαμμένα, κοντές φούστες, κάλτσες πάνω απ’ το γόνατο, κολλητές μπλούζες, τατουάζ. Το βλέμμα του πελάτη. Τσακωμοί μες στο μπουρδέλο. Δυο κορίτσια προσεύχονται πριν πάνε για δουλειά. Ένα κορίτσι στέκει αμήχανο την ώρα της δουλειάς. Τρία κορίτσια διασκεδάζουν μετά τη δουλειά. Άλλες δυο καπνίζουν κρακ και μιλάνε.

Σκηνή από την ταινία

Το ντοκιμαντέρ του Μίχαελ Γκλαβόγκερ (Michael Glawogger) Whores Glory, που προβλήθηκε σε μια ειδική προβολή στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας την Τρίτη 20 Μαρτίου, δεν είναι ούτε ενημερωτικό ούτε σφαιρικό ούτε συγκινητικό. Δεν προσπαθεί να πραγματευτεί το θέμα, δεν προσπαθεί να παρουσιάσει όλες τις πλευρές του, δεν αξιώνει να μας ταρακουνήσει, δεν είναι ρεπορτάζ. Παρατηρώ γράφοντας ότι αποφεύγω να το χαρακτηρίσω, εξού και όλες οι αρνητικές προτάσεις. Μού είναι δύσκολο να περιγράψω τι είναι η ταινία αυτή και να τη χαρακτηρίσω με δυο επίθετα. Χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό του σκηνοθέτη: η ταινία είναι Ένα τρίπτυχο.

Στην Ταϊλάνδη, το Μπαγκλαντές και το Μεξικό η πορνεία έχει διαφορετικά πρόσωπα. Οι νεαρές Ταϊλανδέζες δουλεύουν σε μαγαζί, με ωράριο· κατά τα άλλα είναι ανεξάρτητες, ζουν μόνες τους, έχουν συντρόφους. Στο Μπαγκλαντές το επάγγελμα είναι σχεδόν κληρονομικό: αν η μάνα σου είναι πουτάνα, κανείς δεν σ’ εκτιμάει, κανείς δεν θα σε πάρει σε άλλη δουλειά· το μπουρδέλο είναι το σπίτι σου, στο διπλανό δωμάτιο δουλεύει η μάνα σου, απ’ αυτήν παίρνεις το προφυλακτικό για τον πελάτη, εκεί κοιμάται το παιδί σου. Για φίλο έχεις τον πελάτη, και στο τηλέφωνο του κάνεις σκηνή γιατί μια μέρα διάλεξε μιαν άλλη αντί να έρθει σ’ εσένα. Στο Μεξικό η πορνεία είναι το αναπόδραστο παρόν για τα κορίτσια. Στο επάγγελμα μεγαλώνουν, στη «Ζώνη» έξω απ’ την πόλη ζουν νύχτα-μέρα, και στη Santa Muerte προσεύχονται για να ’χουν ένα καλό τέλος.

Σκηνή από την ταινία

Το Τρίπτυχο, όπως μας εξήγησε ο Γκλαβόγκερ, που ήταν παρών στην προβολή, αναφέρεται στις θρησκείες και ταυτόχρονα στην τριάδα Ουρανός-Γη-Θάνατος. Αναφέρεται όμως και σε τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις της σεξουαλικότητας, του σεξ, του αγοραίου έρωτα. Στη βουδιστική Ταϊλάνδη –όπου και η ταινία είναι πιο ανάλαφρη– τα κορίτσια δείχνουν μάλλον ευχαριστημένα, είναι σχετικά ανεξάρτητα, δουλεύουν με ωράριο σε μαγαζί και οι πελάτες είναι απολύτως συνειδητοί ως προς το τι κάνουν: ποικίλλουν τη σεξουαλική τους ζωή διαφορετικές γυναίκες, ενώ, όπως δηλώνουν, γι’ αυτούς η σύζυγός τους είναι κορώνα στο κεφάλι τους και παντοτινός σύντροφος στη ζωή τους. Στο ισλαμικό Μπαγκλαντές η πραγματικότητα είναι γήινη και σκληρή: προαγωγοί είναι οι μανάδες, τα κορίτσια δουλεύουν υπό την εποπτεία τους, τα υπόλοιπα κορίτσια τα αγοράζουν με συμβόλαιο τουλάχιστον ενός χρόνου κι αν δεν φέρνουν λεφτά τα διώχνουν, δίχως αύριο. Οι άντρες έρχονται για να ξαλαφρώσουν, όπως λένε, ακόμη και περισσότερες φορές τη μέρα. Στο σεξ κανείς δεν βγάζει τα ρούχα του. Στο καθολικό Μεξικό, όλες οι γυναίκες έχουν στο δωμάτιό τους αγαλματάκι της Santa Muerte, προσεύχονται, πάνε στον εξορκιστή. Συμφιλιώνονται με τον θάνατο, φιλοσοφούν, μπροστά στην κάμερα μιλάνε ανοιχτά για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, γελάνε, κλαίνε, καπνίζουν κρακ. Οι άντρες έρχονται για να δοκιμάσουν ό,τι δεν δοκιμάζουν στο σεξ ζώντας την καθολική ζωή τους. Συνέχεια ανάγνωσης