Το Σύνταγμα σε περιόδους κρίσεων, το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και οι μισθοί των πανεπιστημιακών

Standard

 του Σπύρου Βλαχόπουλου

Φραντς Μαρκ, "Τα μεγάλα γαλάζια άλογα", 1911

Α. Το Σύνταγμα δεν είναι ένα οποιοδήποτε νομικό κείμενο, και σίγουρα δεν είναι ευχολόγιο. Έχει αυξημένη τυπική ισχύ και –μέχρι να αναθεωρηθεί με τη διαδικασία που το ίδιο προβλέπει– δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις. Από την άποψη αυτή, το Σύνταγμα έχει ταυτόχρονα και «συντηρητικό» και «προοδευτικό» χαρακτήρα, αφού, αντιστεκόμενο στις αλλαγές, προασπίζει τις δικαιοκρατικές και κοινωνικές συνιστώσες του πολιτεύματός μας.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: Όλα αυτά ισχύουν σε ομαλές περιόδους, όταν όμως η χώρα διέρχεται κρίσιμες στιγμές –όπως συμβαίνει σήμερα– δεν είναι «πολυτέλεια» να μιλάμε για τήρηση του Συντάγματος; Θα συζητάμε γι’ αυτές τις «λεπτομέρειες», όταν κινδυνεύουμε με πτώχευση; Όπως το είχαν θέσει ήδη από την αρχαιότητα, «δεινής ανάγκης ουδέν ισχύει πλέον» (Ευριπίδης), «ανάγκη κρατεί πάντων» (Πλούταρχος) και «salus populi suprema lex» (Κικέρωνας). Ακόμη πιο χαρακτηριστικοί είναι οι έλληνες πολιτικοί του Μεσοπολέμου: «Τα πολιτεύματα γίνονται διά τους λαούς, και ουχί οι λαοί διά τα πολιτεύματα» (Α. Μιχαλακόπουλος), με αποκορύφωμα τη ρήση του δικτάτορα Ι. Μεταξά ότι είναι «προτιμότερον να σωθή η χώρα και να ανατραπή το Σύνταγμα, παρά να καταστραφή η χώρα διά να σωθή το Σύνταγμα».

Σίγουρα, το Σύνταγμα δεν μπορεί από μόνο του να αποτρέψει ή να δώσει διέξοδο σε μια οξεία οικονομική κρίση. Δύσκολα επίσης μπορεί να αμφισβητηθεί ότι πρέπει να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, γι’ αυτό άλλωστε τα συνταγματικά κείμενα είναι σκοπίμως λιτά και γενικόλογα. Πέρα όμως από το ότι η «σωτηρία της πατρίδας» χρησιμοποιείται συνήθως ως πρόσχημα, το Σύνταγμα αποκτάει νόημα στους δύσκολους καιρούς. Τότε πρέπει να ξεδιπλώσει την κανονιστική του δύναμη και να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε πρακτικές και πολιτικές που αντιστρατεύονται θεμελιώδεις επιλογές του. Ένα Σύνταγμα που εφαρμόζεται σε ανέφελες περιόδους και παραβιάζεται σε δύσκολες εποχές δεν είναι Σύνταγμα. Τα ανωτέρω ωστόσο δεν φαίνεται να είναι αυτονόητα. Παρά το γεγονός, λ.χ., ότι το Σύνταγμά μας καθιερώνει ρητά μια σειρά από κοινωνικά δικαιώματα και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25), ο κοινός νομοθέτης μειώνει διαρκώς το επίπεδο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων, χωρίς να τίθεται κανένα όριο και χωρίς να προσδιορίζεται κανένας «πυρήνας» κοινωνικού κράτους που δεν επιτρέπεται να θιγεί.

Β. Το ίδιο ισχύει και για τα πανεπιστήμια. Υπάρχει η συνταγματική διάταξη του άρθρου 16, η οποία, είτε συμφωνούμε de constitutione ferenda με αυτήν είτε όχι, αποτελεί ισχύον δίκαιο. Επειδή στο Σύνταγμα (το νομικό κείμενο με τη μεγαλύτερη κανονιστική πυκνότητα) έχουν σημασία όλες οι λέξεις και όλα τα σημεία στίξης, δύσκολα μπορεί να παραβλέψει κανείς τη συνταγματική επιταγή της «πλήρους αυτοδιοίκησης» των ΑΕΙ. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 για τα Συμβούλια Διοίκησης με τη συμμετοχή εξωτερικών μελών είναι, κατά την άποψή μου, αντισυνταγματικές. Εξίσου σημαντικό είναι ότι στην εποχή των θεσμικών αντιβάρων και των διαδικαστικών εγγυήσεων της αξιοκρατίας, με τις ρυθμίσεις του Ν. 4009/2011 δημιουργείται ένα πανίσχυρο μονοπρόσωπο όργανο, ο κοσμήτορας, ο οποίος μέσω της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων θα έχει αποφασιστικό λόγο στην εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ. Ελάχιστα όμως πράγματα θα μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν νόμο, ο οποίος από τη μία φέρεται να αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων και από την άλλη υιοθετεί ρυθμίσεις των ταραγμένων δεκαετιών του 1920 και 1930. Έτσι, το άρθρο 81 του Ν. 4009/2011 διατηρεί ρητώς το «ιδιώνυμο» του άρθρου 120 του Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ν. 5343/1932), τιμωρώντας με την ποινή της διαρκούς αποβολής όποιον φοιτητή διαδίδει ιδέες που σχετίζονται με την ανατροπή «του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος» ή «την διάσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας».

Οι θεσμοί όμως λειτουργούν με ανθρώπους. Έκπληκτοι λοιπόν πληροφορηθήκαμε πρόσφατα ότι, στο γενικότερο πλαίσιο των περικοπών των αποδοχών για όλες τις κατηγορίες εργαζομένων και προκειμένου να επιτευχθεί η νέα δανειακή σύμβαση, θα μειωθεί κατά 10% ακόμη το «ειδικό» (κατ’ ευφημισμό) μισθολόγιο των πανεπιστημιακών. Τι και εάν οι μισθοί τους παρέμειναν καθηλωμένοι από το 2004 έως το 2009; Τι και εάν τη διετία 2009-2010 οι αποδοχές των μελών ΔΕΠ μειώθηκαν περίπου 12% και μέσα στο 2011 ακόμη περισσότερο; Τι και εάν οι καθαρές αποδοχές των περισσότερων νέων πανεπιστημιακών κυμαίνονται ανάμεσα στα 1.100 με 1.600 ευρώ, και με αυτά πρέπει να αγοράζουν βιβλία και περιοδικά, να μεταβαίνουν σε συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, να συμμετέχουν σε εκλεκτορικά σώματα και σε υποστήριξη διδακτορικών διατριβών σε άλλα πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στη «διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων» όπως αναφέρει ο τίτλος του Ν. 4009/2011;

Γ. Το θέμα είναι και βαθύτατα συνταγματικό. Τη συνταγματική πτυχή ανέδειξε μια απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που δημοσιεύθηκε, κατά ειρωνεία της τύχης, τις ίδιες ημέρες που στην Ελλάδα ανακοινωνόταν η νέα μείωση των μισθών των πανεπιστημιακών.

Το Δικαστήριο[1] δέχθηκε ότι ο κοινός νομοθέτης έχει ένα ευρύτατο περιθώριο εκτίμησης κατά τη διαμόρφωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών. Ωστόσο, το περιθώριο αυτό περιορίζεται από το άρθρο 33 παρ. 5 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης: το δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών θα πρέπει να διαμορφώνεται με βάση ορισμένες παραδοσιακές θεμελιώδεις αρχές, στις οποίες συγκαταλέγεται και η παροχή ενός μισθού που θα επιτρέπει να προσελκύονται οι καλύτεροι για τη στελέχωση του δημόσιου τομέα. Ταυτόχρονα, με τον μισθό θα πρέπει να εξασφαλίζεται στους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς η αναγκαία οικονομική ασφάλεια και ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάποιος δεν γίνεται καθηγητής πανεπιστημίου πριν από την ηλικία των 35-40 και ότι άλλες κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο αμείβονται καλύτερα από τους πανεπιστημιακούς, το Δικαστήριο δέχθηκε (με άνετη πλειοψηφία έξι προς ένα) ότι οι μισθοί των πανεπιστημιακών (που ξεκινάνε στην κατώτερη βαθμίδα από 3.500-4.000 ευρώ) προφανώς δεν συνάδουν με τα αυξημένα προσόντα, το κύρος και την υπευθυνότητα του πανεπιστημιακού λειτουργήματος.[2]

Οι παραδοχές αυτές ισχύουν αναμφίβολα και για τη χώρα μας, ιδίως ενόψει του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, που χαρακτηρίζει τους πανεπιστημιακούς καθηγητές ως δημόσιους λειτουργούς και τους περιβάλλει με ιδιαίτερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας.[3] Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και δεν είναι «συντεχνιακό» (μομφή που αποδίδεται δυστυχώς απλόχερα σε όσους διατυπώνουν διαφορετική άποψη): όχι μόνο γιατί πολλά μέλη ΔΕΠ δεν έχουν τη δυνατότητα της παράλληλης απασχόλησης (π.χ. οι συνάδελφοι των Θεολογικών Σχολών θα πρέπει να αρχίσουν να πιστεύουν σε θαύματα για να τα βγάλουν πέρα), αλλά και επειδή το θέμα αντανακλά τη γενικότερη στάση μας για τον χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης: Θέλουμε ή όχι ένα δημόσιο πανεπιστήμιο με ανεξάρτητους και αξιοπρεπείς διδάσκοντες, το οποίο θα παρέχει παιδεία υψηλού επιπέδου και στο οποίο θα στηριχθεί η ανάπτυξη του τόπου μας;

 

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών


[1] Για το πλήρες κείμενο της απόφασης, βλ. www.bverfg.de/entscheidungen/ls20120214_2bvl000410.html.

[2] Η απόφαση αυτή μας υπενθυμίζει ταυτόχρονα ότι υπάρχει και η άλλη Γερμανία. Γιατί Γερμανία δεν είναι μόνον οι γερμανοί πολιτικοί που φέρονται να θέλουν να επιβάλουν τον χρόνο των εκλογών ούτε μόνον όσοι Γερμανοί ενδίδουν στον λαϊκισμό, όπως λ.χ. κάποιος που σχολίασε την απόφαση ως εξής στην ιστοσελίδα του Spiegel (www.spiegel.de/unispiegel/jobundberuf/0,1518,815139,00.html): «Deutschlands Beamte — unsere Griechen» («Οι γερμανοί δημόσιοι υπάλληλοι — οι Έλληνές μας»). Γερμανία είναι και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έχει συμβάλει, ίσως όσο κανένα άλλο δικαστήριο, στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και προεδρεύεται σήμερα από τον Andreas Voßkuhle, σαράντα εννέα μόλις ετών. Η Γερμανία είναι επίσης η χώρα όπου, χωρίς να απαγορεύονται συνταγματικά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, κανείς δεν αμφισβητεί τον απολύτως κυρίαρχο ρόλο της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

[3] Για το μισθολογικό των μελών ΔΕΠ , βλ. το αφιέρωμα της εφημερίδας Εδώ Πανεπιστήμιο (Το Καποδιστριακό), Φεβρουάριος 2012, σ. 6-7.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το Σύνταγμα σε περιόδους κρίσεων, το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και οι μισθοί των πανεπιστημιακών

  1. Πίνγκμπακ: Το Σύνταγμα σε περιόδους κρίσεων, το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και οι μισθοί των πανεπιστημιακών | My Politics

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s