Στα Ενθέματα στις 18 Μαρτίου

Standard

Είμαστε όλοι PIIGS: Collectivo Prezzemolo

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη: Ντιέγκο Ριβέρα

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση: Μιχάλης Λυμπεράτος

O λαός έχει πάντα δίκιο; Ζακ-Λυκ Μελενσόν, Ζακ Ζυλιάρ

Για την πράσινη ανάπτυξη: Γ.Π. Στάμου

Καταναλωτικός ακτιβισμός ή καταναλωτική συνείδηση; Δήμος Χλωπτσιούδης

Η κρίση στα μάτια των αλβανών γειτόνων μας: Niko Agο

Είμαστε όλοι PIIGS

Standard

της Collectivo Prezzemolo

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

"Είμαστε όλοι PIIGS": από τη διαμαρτυρία της Collectivo Prezzemollo εναντίον του Β. Σόιμπλε, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, 7 Μαρτίου 2012.

H Collectivo Prezzemollo, συλλογικότητα φοιτητών, ερευνητών και εργαζόμενων του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας (EUI), έγινε ευρέως γνωστή διεθνώς τον περασμένο Νοέμβριο, από τη  δυναμική της διαμαρτυρία στην εναρκτήρια εκδήλωση του ακαδημαϊκού έτους, με ομιλητή τον Χέρβαν βαν Ρομπέι. Με την ευκαιρία αυτή, είχαμε  ζητήσει από την Collectivo Prezzemollo  ένα κείμενο  για την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, που φιλοξενήσαμε  στις σελίδες των «Ενθεμάτων» (Δεν αρκεί να ρίξεις τον «καβαλιέρε» — Πρέπει να πέσει και το άλογο  https://enthemata.wordpress.com/2011/11/20/colletivo/). Αυτές τις μέρες τους συναντάμε ξανά, ως PIIGS αυτήν τη φορά, απέναντι στον Βόλφγκαγκ Σόιμπλε και τη διάλεξή του στο Eυρωπαϊκό Πανεπιστήμιο με θέμα: «Οι οικονομικές και θεσμικές προοπτικές της Ευρώπης» στις 7 Μαρτίου. Δεκάδες μέλη της κολεκτίβας φόρεσαν μάσκες γουρουνιών και μπλουζάκια που δήλωναν την αλληλεγγύη τους προς τις χώρες «PIIGS» (Portugal, Ireland, Italy, Greece, Spain), φώναξαν συνθήματα και τραγούδησαν, διαμαρτυρόμενοι έτσι για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας που διαλύει, μέρα με τη μέρα, την Ευρώπη και τους πολίτες της. Στις αφίσες που τοιχοκολλήθηκαν στο κτίριο του Πανεπιστημίου, καθώς και στο κείμενο που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, η Collectivo Prezzemolo απορρίπτει τη λογική του μονοδρόμου, διεκδικώντας τίποτα λιγότερο από κοινωνική ισότητα, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και δημοκρατία· τίποτα λιγότερο απ’ το δικαίωμα στο μέλλον.

«Ε»

 

Ως ερευνητές και εργαζόμενοι στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, ένα καθόλα ευρωπαϊκό ίδρυμα, δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στη παρουσία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ενός από τους αρχιτέκτονες της κοινωνικής σφαγής που βρίσκεται σε εξέλιξη, καταστρέφοντας τις ζωές εκατομυρίων ευρωπαίων πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ»

του Ντιέγκο Ριβέρα

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί ο πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

***

 

Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα). Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη -- αλληγορία για τη δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη -- αναφορά στον «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ, στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού ανθρώπου των μήντια.

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση

Standard

Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση

 

του Μιχάλη Λυμπεράτου

Η σβάστικα κυματίζει στην Ακρόπολη (Βundesarchiv, Koblenz)

Η μόνη περίπτωση στην ιστορία της που η Ελλάδα, τρόπον τινά, δάνεισε μια χώρα, και μάλιστα ιμπεριαλιστική, ήταν, όπως έχει επισημάνει και ο Μανώλης Γλέζος, κατά τη διάρκεια της Κατοχής με το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου του 1942. Το δάνειο αυτό ήταν αποκύημα της αδυναμίας των κατακτητών να συντηρήσουν διαφορετικά τον στρατό Κατοχής, οι απαιτήσεις και το μέγεθος του οποίου αυξήθηκε υπερβολικά εξαιτίας της ήττας τους στη Μέση Ανατολή, τον χειμώνα του 1942, αλλά και των αναγκών αστυνόμευσης και καταστολής έναντι μιας Αντίστασης που συνεχώς διευρυνόταν. Γιατί ο κίνδυνος μιας πιθανής συμμαχικής απόβασης στην Κρήτη ή την Πελοπόννησο ήταν σταδιακά όλο και πιο πιθανός, ενώ οι αντάρτες βαθμηδόν μετέτρεπαν την κατεχόμενη χώρα σε ένα απέραντο πεδίο δολιοφθορών, ιδίως κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, αλλά και στα ίδια τα εργοστάσια εξόρυξης νικελίου, χρωμίου και βωξίτη, τα οποία είχε άμεση ανάγκη η γερμανική στρατιωτική μηχανή.

 Ως συνέπεια αυτών, οι κατακτητές είχαν επείγουσα ανάγκη από τριπλάσιες δυνάμεις σε σχέση με αυτές που είχαν αρχικά υπολογίσει, με άμεση συνεπαγωγή την απότομη άνοδο των εξόδων συντήρησής τους. Και δεν ήταν μόνο οι 180.000 Γερμανοί στρατιώτες, οι 160.000 περίπου Ιταλοί καθώς και οι 60.000 Βούλγαροι που αποτέλεσαν τις καθεαυτό δυνάμεις Κατοχής, αλλά και τα γερμανικά στρατεύματα που μεταστάθμευσαν στην Ελλάδα, προκειμένου να μεταφερθούν στη Βόρειο Αφρική, τα οποία έπρεπε και αυτά να συντηρηθούν από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, το 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές που συμφωνήθηκε να καταβάλλει μηνιαία η Ελλάδα ως κατεχόμενη χώρα, για τα έξοδα αυτά, αποδείχθηκε πολύ λίγο. Γιατί, πέρα από το γεγονός ότι η χώρα βίωσε μια απίστευτη οικονομική καταστροφή που επιστεγάστηκε από τον λιμό του χειμώνα του 1941-1942, οι απαιτήσεις, ιδίως των Γερμανών, αύξαναν συνέχεια, ακολουθώντας και την τεράστια πληθωριστική έκρηξη. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1941 πληρώθηκαν 1.022 εκατομμύρια μάρκα για τον σκοπό αυτό, συμπεριλαμβανομένων 170 εκατομμυρίων προκειμένου να ανταλλαχθεί το πλαστό κατοχικό νόμισμα που προσωρινά κυκλοφόρησε. Το 1942 το ποσό υπερδιπλασιάστηκε, ενώ το 1943 τα έξοδα των κατοχικών δυνάμεων έφτασαν τα 850 δισεκατομμύρια δραχμές, με αποτέλεσμα το κατά κεφαλήν βάρος των κατοίκων της χώρας σε σχέση με τις δαπάνες αυτές να είναι πέντε φορές μεγαλύτερο στην Ελλάδα σε σχέση με τη Γαλλία.

Οι γερμανικές απαιτήσεις

 

Το πρόβλημα με τη συντήρηση τόσο μεγάλων δυνάμεων επιδεινώθηκε από τη ληστρική συμπεριφορά των κατακτητών –αρχικά με λεηλασίες, αργότερα με τη μεταφορά όλου του εναπομείναντος χρυσού και πολύτιμων μετάλλων– μαζί με τα πλαστά νομίσματα (τα κατοχικά μάρκα και λιρέτες), που εκτυπώθηκαν ανεξέλεγκτα σε κινητά λιθογραφεία τα οποία διέθεταν οι μονάδες των στρατευμάτων Κατοχής. Κυρίως, όμως, εξαιτίας της τεράστιας απόσπασης πρώτων υλών και γεωργικών προϊόντων από τη χώρα, που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, χωρίς να αποδοθούν στο ελληνικό κράτος ούτε καν τα έξοδα για τη μεταφορά τους.

Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν ήταν, ούτε στο ελάχιστο, σε θέση να ανταποκριθεί στις συνεχείς απαιτήσεις των κατακτητών, που περιελάμβαναν και τα έξοδα για τη δημιουργία οχυρωματικών έργων. Με έξοδα τα οποία, όπως αναγνώριζαν οι ίδιοι οι Γερμανοί, τον Νοέμβριο του 1941, είχαν υπερδιπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισεκατομμύρια δραχμές, η Ελλάδα (που προπολεμικά είχε κυκλοφορία 6-8 δισεκατομμύρια δρχ.) ήταν αδύνατο να πληρώνει μηνιαίως ποσά που ανέρχονταν στο μισό της νομισματικής κυκλοφορίας της περιόδου της ειρήνης. Ούτε βέβαια ήταν δυνατόν να αναπαραχθούν συνθήκες όπου οι δυνάμεις Κατοχής εισέπρατταν 2,5 φορές τον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους και πλησίαζαν τα 2/3 του εθνικού εισοδήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

O λαός έχει πάντα δίκιο;

Standard

 μια συζήτηση για τη δημοκρατία, τις χρήσεις του λαϊκισμού, τις αγορές και τα μήντια

συζητούν ο Ζακ-Λυκ Μελενσόν και ο  Ζακ Ζυλιάρ

μετάφραση: Νατάσσα Φουντουλάκη

Βέρνερ Τύμπκε, «Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-1973

 Ο λαϊκισμός έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, το τελευταίο διάστημα, συζήτηση η οποία διεθνώς έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις και ένταση στο φόντο της κρίσης, της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και των μαζικών κινητοποιήσεων. Δημοσιεύουμε σήμερα μια παλαιότερη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη συζήτηση μεταξύ του Ζακ-Λυκ Μελενσόν, υποψήφιου της Αριστεράς στις επικείμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές και του ιστορικού Ζακ Ζυλιάρ, και που δημοσιεύθηκε στη «Liberation» (31.12.2010). Εκκινώντας από το ζήτημα του λαϊκισμού, συζητώντας έντονα και διαφωνώντας σε πολλά, οι δύο συζητητές θίγουν τα μεγάλα ζητήματα της δημοκρατίας, της νομιμοποίησης της εξουσίας, της μηντιοκρατίας και της χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας, της πολιτικής του ΔΝΤ, της σχέσης αγορών και δημοκρατίας, της πολιτικής διαμαρτυρία και των ελίτ.

Στρ. Μπ.

Ζακ Ζυλιάρ: Ας ξεκινήσουμε με τον ορισμό του λαού. Αν ανατρέξουμε στη λατινική ρίζα του όρου, η λέξη «populus» περιγράφει το σύνολο του πληθυσμού, ενώ η λέξη la plèbe (πλήθος-όχλος) αφορά μόνο τη μερίδα εκείνη του πληθυσμού που αντιτίθεται στις ελίτ. Στη δημοκρατία, στις περιπτώσεις καθολικής ψηφοφορίας, τον τελευταίο λόγο τον έχει ο λαός ως «populus», δηλαδή στον λαό στην ολότητά του, συμπεριλαμβανομένων των ελίτ. Ο λαϊκιστής απευθύνεται μόνο σε αυτούς που συγκροτούν τον λαό με τη δεύτερη σημασία, δηλαδή της λέξης la plèbe. Ο Ρουσσώ ήταν λαϊκιστής. Στο Κοινωνικό συμβόλαιο θέτει ως αρχή ότι η γενική βούληση δεν μπορεί να σφάλλει «υπό την προϋπόθεση να είναι ελεύθερη και όχι παραποιημένη». Δεν πρέπει να υπάρχουν πολιτικά κόμματα, συνδικάτα ή εφημερίδες ικανά να παρεμποδίζουν τη βούληση του λαού. Στην πράξη, οι συνθήκες αυτές είναι αδύνατο να υπάρξουν. Ο Ρουσσώ διευκρινίζει ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο, ακόμη και σε καταστάσεις μη νομιμότητας. Ο κυρίαρχος λαός μπορεί να αλλάζει τη βούλησή του. Ο Μοντεσκιέ, αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο λαός είναι κυρίαρχος υπό την προϋπόθεση η βούλησή του να εξισορροπείται από τον σεβασμό στον νόμο, στην επικυρωμένη έκφραση της βούλησής του. Υπάρχουν άρα συμφέροντα επιμέρους και συμφέροντα διαχρονικά. Συντάσσομαι με τον Μοντεσκιέ. Με όλα του τα καπρίτσια, τις διαθέσεις του και τις χειραγωγήσεις στις οποίες υπόκειται, ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο. Αλλά και κανείς δεν έχει ποτέ δίκιο ενάντια στον λαό. Αν κάνει λάθος, οφείλουμε να σεβαστούμε τη βούλησή του, έστω και αν προσπαθήσουμε να την κάνουμε να εξελιχθεί.

 Ζαν-Λυκ Μελενσόν: Το ζήτημα δεν είναι να μάθουμε εάν ο λαός έχει πάντα δίκιο, αλλά να καθορίσουμε ποιος ασκεί την εξουσία. Η απάντηση είναι ο λαός. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα αμφισβητείται αυτό το προνόμιο. Μόνο οι επαρκώς μορφωμένοι μπορούσαν να αναλάβουν αυτό το λειτούργημα. Πρόκειται για πεφωτισμένο δεσποτισμό, σύγχρονη εκδοχή του οποίου είναι ο πεφωτισμένος ελιτισμός που βασίζεται στην απάθεια των πολλών. Ο 16ος αιώνας θα σηματοδοτήσει την αναγέννηση της λαϊκής συνείδησης. Η ιδέα της ελέω Θεού εξουσίας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Από τον Ρουσσώ, κρατώ κυρίως ότι η ρεπουμπλικανική ιδέα πηγάζει από την εξουσία του καθενός. Ο νόμος είναι νομιμοποιημένος, διότι γεννιέται από όλους, από τη γενική βούληση, και θα εφαρμοστεί σε όλους. Για να επαναλάβουμε τον Καρλ Μαρξ: «Μια ιδέα γίνεται δύναμη από τη στιγμή που θα κυριεύσει τις μάζες».

Ο Φρανσουά Μπαϋρού δήλωσε ότι, εάν κέρδιζε τις εκλογές, η κυβέρνησή του θα αποτελούνταν από τους καλύτερους, προερχόμενους τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Αντιλαμβάνεται άραγε ότι εφαρμόζει τον ορισμό της αριστοκρατίας κατά τον Αριστοτέλη: την κυβέρνηση των άριστων; Ζούμε υπό μια ολιγαρχία, υπό την εξουσία των ολίγων, την οποία ασκούν προς ίδιον όφελος. Οι ιθύνοντες, οι κυρίαρχοι –στην κορυφή των μήντια, των τραπεζών, της εξουσίας– προέρχονται από τις ίδιες σχολές, παντρεύονται μεταξύ τους. Κυβερνούν την κοινωνία προσποιούμενοι ότι δεν συγκροτούν κοινωνική τάξη. Κρύβονται πίσω από προσχηματικές λέξεις που κάνουν να αποφεύγουν τα πυρά της κριτικής.

 Ζακ Ζυλιάρ: Το πρόβλημα είναι ότι στη δημοκρατία ο λαός, ως populus, εκφράζει διαφορετικές απόψεις, αριστερής και δεξιάς κατεύθυνσης. Δεν μπορούμε μεμιάς να αποφασίσουμε εάν η μία ή η άλλη δεν ανήκει στον λαό. Αυτό δεν θα ήταν δημοκρατικό. Ο λαός δεν έχει μία ομόφωνη γνώμη. Παίρνω ένα παράδειγμα. Οι Γάλλοι ζητωκραύγαζαν τον Πεταίν και λίγους μήνες αργότερα τον στρατηγό Ντε Γκωλ. Αρχικά, κανείς δεν εγγυάται ότι ήταν οι ίδιοι που επευφημούσαν και τους δύο άνδρες. Στη συνέχεια, δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τη σκέψη του καθενός. Άλλο παράδειγμα. Ο λαός ήταν υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής; Όχι, οι ελίτ της εξουσίας τις οποίες αντιπροσώπευε ο Φρανσουά Μιττεράν την επέβαλαν. Ήδη αναγνωρίζεται ως μια δημοκρατική εξέλιξη. Ο λαϊκισμός είναι άρα ένας απλουστευτικός συλλογισμός, διότι θεωρεί ότι ο λαός είναι αδιαίρετος και έχει πάντα δίκιο. Η απαίτηση του πλουραλισμού, την οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε, αντιτίθεται σε αυτήν την απολυταρχική θεώρηση της δημοκρατίας.

Το υπάρχον πλαίσιο στην Ευρώπη ανοίγει τον δρόμο στον λαϊκισμό, κυρίως της Δεξιάς. Στην Ελβετία η Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (UDC) κερδίζει έδαφος, ενώ στη Γαλλία μεγαλώνει η απειλή της Μαρίν Λεπέν. Ο λαϊκισμός, είτε προέρχεται από την Αριστερά είτε από τη Δεξιά, είναι το αποτέλεσμα ενός ορισμένου ελιτισμού. Ο κίνδυνος έγκειται στο ότι αυτός ο συγκεκριμένος λαϊκισμός κινείται προς την κατεύθυνση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του προστατευτισμού. Ένας λαός περιχαρακωμένος στον εαυτό του. Η κρίση έφερε στο προσκήνιο ελίτ που ήταν συνηθισμένες να λειτουργούν σε έναν κλειστό κύκλο, προς όφελός τους. Ανακαλύψαμε εκ νέου ότι υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, ότι αυτές οι αποκλίσεις εντείνονται. Ο κόσμος δεν αποδέχεται πλέον ένα δικαιικό σύστημα πολλών ταχυτήτων. Το είδαμε με την υπόθεση Μπετανκούρ. Η αδικία είναι η βασική αιτία του λαϊκισμού. Ο Ροβεσπιέρος, ο Σαιντ-Ζυστ και ο Εμπέρ έκαναν την Επανάσταση όχι για να καταργήσουν τις κοινωνικές τάξεις –πάντα θα υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί– αλλά ενάντια στην ύπαρξη των θεσμοθετημένων τάξεων: αυτοί που είναι υπεράνω του νόμου και αυτοί που τον υφίστανται. Για μία κοινωνία όπου το δίκαιο θα είναι το ίδιο για όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την πράσινη ανάπτυξη

Standard

 Η συντηρητική πολιτική οικολογία, η οικολογική ατζέντα της Αριστεράς και ο οικοσοσιαλισμός

 

του Γ.Π. Στάμου

Χαρακτικό του Φρανσίσκο Γκόγια

Ανεξάρτητα από τα προεκλογικά φληναφήματα του ΓΑΠ, στις μέρες μας το πρόβλημα της πράσινης ανάπτυξης τίθεται, και μάλιστα με τρόπο επιτακτικό, από την ίδια τη συγκυρία. Πράγματι, κάτι η συζήτηση για τις ανανεώσιμες πηγές, κάτι η κουβέντα για τα πετρελαϊκά αποθέματα, κάτι η προοπτική ανασυγκρότησης της γεωργικής παραγωγής και της μεταποίησης, κοντολογίς το ζήτημα της επανεκκίνησης της οικονομίας θέτει επί τάπητος, πέρα από τα ποσοτικά, και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης. Είμαι της γνώμης ότι η συζήτηση για την πράσινη ανάπτυξη αποτελεί μια καλή βάση τοποθέτησης του ζητήματος της οικοσοσιαλιστικής προοπτικής.

Στις ΗΠΑ αναπτύσσεται αυτό τον καιρό ενδιαφέρουσα συζήτηση. Βασικό στοιχείο της νέας προβληματικής είναι η ανάγκη αποδόμησης των διαδικασιών της κλασικής οικονομικής ανάπτυξης και η επιδίωξη ποιοτικών έναντι ποσοτικών στόχων. Θίγεται επίσης ο κρίσιμος ρόλος της ενεργειακής βάσης της οικονομίας, προτείνεται η γενικευμένη χρήση της ηλιακής ενέργειας και γίνεται κουβέντα για τη μετάβαση προς μια ευσταθή πλανητική οικονομία στη βάση της εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα από την εφαρμογή της νέας αναπτυξιακής προοπτικής αναφέρονται η ποιότητα του αέρα και των νερών, η γενικευμένη κατανάλωση οργανικών τροφίμων, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Το αξιοσημείωτο για την οικοαριστερά είναι ότι για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στην απασχόληση με νόημα (αξία) για τον άνθρωπο και στον ελεύθερο παραγωγικό χρόνο. Μάλιστα, αναφέρεται ρητά ότι έτσι είναι δυνατή η δημιουργία μαζικής βάσης που θα ευνοεί τον οικοσοσιαλιστικό μετασχηματισμό, και όλα αυτά σε κλίμακα πλανητική.

Η πράσινη πολιτική κατά Σβάρτσμαν και οι παγίδες της κυρίαρχης συντηρητικής πολιτικής οικολογίας

Μια αξιόπιστη έκθεση αυτών των αντιλήψεων διατυπώθηκε από τον Σβάρτσμαν (Schwartzman) σε μια διάλεξή του τον Φεβρουάριο του 2010, καθώς και σε ένα κείμενό του που δημοσιεύτηκε το 2009 στο περιοδικό Capitalism Nature Socialism (τ. 20, σ. 6-33). Εκμεταλλευόμενος τη ρητορική γύρω από την κλιματική μεταβολή και την προφανή σπατάλη ενεργειακών πόρων, ο συγγραφέας προτείνει μια εκδοχή πράσινης πολιτικής που, ως επί το πλείστον, υιοθετείται και στην Ελλάδα από μερίδα των Οικολόγων-Πράσινων, αλλά, όπως φαίνεται, και από τη Δημοκρατική Αριστερά. Αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να συνοψιστεί στα ακόλουθα τέσσερα σημεία:

α) Ανάπτυξη υποδομής για την εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας σε πλανητικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, γίνεται η εκτίμηση ότι με τη μείωση των αρνητικών εξωτερικοτήτων που επάγει η προμήθεια ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, αλλά και από πυρηνικούς αντιδραστήρες, θα βελτιωθεί η ποιότητα ζωής, χωρίς παράλληλα να μεταβληθεί το επίπεδο διαβίωσης.

β) Εφαρμογή σε πλανητικό επίπεδο ενός συστήματος περιορισμών καθώς και αρχών περιβαλλοντικής προφύλαξης, με στόχους τη διάδοση της λεγόμενης βιομηχανικής οικολογίας, την επέκταση της οργανικής γεωργίας και το πρασίνισμα των πολεοδομικών συναθροίσεων. Στο εύλογο ερώτημα κατά πόσον θα μπορέσουν η βιομηχανική οικολογία και η αγροοικολογία να θρέψουν τον κόσμο, και μάλιστα χωρίς αρνητικές συνέπειες, η απάντηση δίνεται στη βάση επιστημονικών υποτίθεται τεκμηρίων και, σε συνδυασμό με τη γενικευμένη χρήση φωτοβολταϊκών είναι απολύτως καταφατική.

γ) Ταχεία διάδοση σε πλανητικά επίπεδα των πάσης φύσεως τεχνολογικών εξελίξεων στην πληροφορική και εφαρμογή προγραμμάτων απο-υλοποίησης της τεχνολογίας (π.χ. ασύρματη επικοινωνία), τα οποία μπορούν να μειώσουν την απαιτούμενη κατά κεφαλή κατανάλωση ενέργειας.

δ) Εφαρμογή πολιτικών που ευνοούν αυξημένη πληθυσμιακή συγκέντρωση στις πόλεις, συνδυασμένων με πολιτικές πρασινίσματος των τελευταίων. Η γη που απελευθερώνεται με αυτό τον τρόπο διατίθεται για τη δημιουργία εκτεταμένων βιοσφαιρικών αποθεμάτων (reserves), με στόχο την προστασία της βιοποικιλότητας

Προαπαιτούμενο γι’ αυτούς τους στόχους θεωρείται η ανατροπή της διαπλοκής του στρατού με τη βιομηχανία (φέρεται με το ακρωνύμιο MIC: Military Industrial Complex ή, κατά παράφραση, Molochian Instrument of Carnage), που θεωρείται το κατεξοχήν όργανο οικολογικής καταστροφής ή ο σύγχρονος Μολώχ. Αυτό, επειδή χαριτολογώντας αναφέρεται ότι η “αόρατος χειρ” της αγοράς δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει χωρίς την αόρατη γροθιά. Όπως ήδη προανέφερα, άλλα προαπαιτούμενα είναι και η ηλιοποίηση –όπως με δόση επιτήδευσης ονομάζεται– των ενεργειακών πηγών, η αγρο-οικολογία, η πράσινη βιομηχανία και η δημιουργία πράσινων μεγαλουπόλεων.

Με όλα τα παραπάνω, επιχειρείται να τεκμηριωθεί η απάντηση στην ερώτηση υπέρ ποιου συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο. Και, το κυριότερο, με βάση αυτή την απάντηση να αλλάξει η ατζέντα. Συγκεκριμένα, εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η πράσινη ανάπτυξη υπονομεύει τα επιχειρήματα της πολιτικοστρατιωτικής διαπλοκής, ενώ, στρατευόμενη κόντρα στην ιμπεριαλιστική ατζέντα και υπέρ της παγκόσμιας αποστρατιωτικοποίησης, προωθεί την ιδέα ενός ειρηνικού και συνεργατικού κόσμου. Συνέχεια ανάγνωσης

Καταναλωτικός ακτιβισμός ή καταναλωτική συνείδηση;

Standard

Σκέψεις με αφετηρία το «κίνημα της πατάτας»

 

του Δήμου Χλωπτσιούδη

 

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, "Οι πατατοφάγοι", 1885

Οι δημοσιογράφοι βρήκαν γρήγορα τον τίτλο της προσπάθειας: «κίνημα της πατάτας». Αυτό που ξεκίνησε σαν προσπάθεια αλληλεγγύης, με κοινά συμφέροντα και για τις δύο πλευρές, μετατράπηκε σε κίνημα. Γιατί όμως χρειάστηκε μια δράση ακτιβιστική για να φτάσουμε σε κίνημα;

Πολλοί λίγοι, πίσω από τον ακτιβισμό, είδαν ένα βασικό στοιχείο το οποίο, μαζί με την κυβερνητική αδράνεια δεκαετιών, έφερε τα νοικοκυριά σε τέτοιο τέλμα: την απουσία καταναλωτικής συνείδησης και κινήματος. Το ζήτημα δεν είναι όμως να ενισχυθεί απλώς το συγκεκριμένο κίνημα. Στόχος κάθε ενεργού πολίτη πρέπει να τεθεί η ανάπτυξη καταναλωτικής συνείδησης, να μετεξελιχθεί σε πραγματικό καταναλωτικό κίνημα, που θα αφορά όλα τα αγαθά.

Οι Έλληνες, σε συνθήκες υπερκατανάλωσης, δεν κατάφεραν να αναπτύξουν καταναλωτική συνείδηση. Και η Πολιτεία έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να εμποδίσει την ανάπτυξή της. Από νωρίς ακόμα το καταναλωτικό κίνημα γραφειοκρατικοποιήθηκε και, πριν ακόμα δράσει, επιβλήθηκε «από τα πάνω» μια λαϊκίστικης έμπνευσης Γενική Γραμματεία, ενώ σύντομα την προστασία των καταναλωτών ανέλαβαν –με τρόπο πατερναλιστικό– οι δημοσιογράφοι. Ουσιαστικά, η ελληνική Πολιτεία, στο όνομα των ελεύθερων αγορών και του ανταγωνισμού, αντιπάλευε κάθε σοβαρή προσπάθεια καταναλωτικής δράσης έχοντας, φυσικά, δίπλα και την πλειονότητα των μίντια που θα έχαναν διαφημίσεις. Συνέχεια ανάγνωσης