Η τυραννία του αυτονόητου. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής

Standard

 

Εισαγωγικό σημείωμα

του Νικόλα Σεβαστάκη

Δημοσιεύουμε το εισαγωγικό σημείωμα του Νικόλα Σεβαστάκη από το βιβλίο του «Η τυραννία του αυτονόητου. Σκέψεις για τον ψυχισμό της εποχής», που μόλις κυκλόφόρησε από τις «Εκδόσεις των Ενθεμάτων» (288 σελ. , 11 ευρώ). «Eνθέματα» και Rednotebook θα παρουσιάσουν το βιβλίο αύριο, Μεγάλη Δευτέρα 9 Απριλίου  στις 19.30 στην ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20).

Στο πρώτο μέρος της εκδήλωσης, θα μιλήσει ο Νικόλας Σεβαστάκης, με θέμα «Η αντίθεση και η απόχρωση. Για την κοινωνική κριτική σε χαλεπούς καιρούς». Στο δεύτερο μέρος, θα μιλήσουν για το βιβλίο ο Αριστείδης Μπαλτάς (ΕΜΠ),  o Nίκος Ξυδάκης (αρχισυντάκτης της εφ. Η Καθημερινή), ο Δημοσθένης ΠαπαδάτοςΑναγνωστόπουλος (RedNotebook) και ο Σπύρος Παπαδόπουλος (μπλογκ «το βυτίο»). Θα χαιρετίσει ο  διευθυντής της Αυγής  Νίκος Φίλης.

Μετά το πέρας της εκδήλωσης, θα ακολουθήσει οινοποσία και τσικουδοποσία) με πλούσιο μπουφέ εδεσμάτων (νηστίσιμων και μη), στο εντευκτήριο των Ενθεμάτων (Βαλτετσίου 50-52, 6ος όροφος, Εξάρχεια).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ REDNOTEBOOK

 

Εδώ και καιρό, η λεγόμενη μνημονιακή λογική τείνει να μετατραπεί σε ηθική προσταγή και θεραπευτικό πρωτόκολλο για μια άρρωστη χώρα, για μια χώρα «υπό ανακατασκευή». Στο όνομα του Ορθού Λόγου, της εθνικής Σωτηρίας ή της μάχης με τον «κακό εαυτό» των Ελλήνων. Η πολυδαίδαλη κρίση, από την πρώτη στιγμή, έγινε πεδίο όπου αντιπαρατίθενται διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων κοινόχρηστων λέξεων. Και στη δημόσια σκηνή πληθαίνουν οι πρόχειρες ψυχολογίες του πλήθους, οι ηθικοί ξορκισμοί και οι νεκρολογίες της (αιώνιας) μεταπολίτευσης. Η πρωτοφανής πυκνότητα των πολιτικών γεγονότων και η δραματοποίηση της ελληνικής δημόσιας σκηνής δεν μπορούν ωστόσο να κρύψουν τα δυο κεντρικά αποτελέσματα που είχε η υπάρχουσα διακυβέρνηση της κρίσης: υπονόμευση ακόμα και των τυπικών λειτουργιών μιας συνταγματικής δημοκρατίας και εκτόξευση της κοινωνικής οδύνης πολύ πέρα από τις λεγόμενες «ευπαθείς κατηγορίες» του πληθυσμού.

Τα κείμενα που παρουσιάζονται εδώ συναντούν πλευρές αυτής της συνθήκης και των τραυματικών της επεισοδίων. Δεν έχουν φυσικά την αξίωση μιας περιεκτικής εξήγησης της κρίσης, αφού επικεντρώνονται στο παιχνίδι των ιδεών και στις μεταμορφώσεις του κυρίαρχου λόγου. Ελέγχουν τις απόπειρες να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία για λιγότερη δημοκρατία και μεγαλύτερη ένταση της οικονομικής βίας που καθιστά περισσότερο ευάλωτες τις ζωές των πολλών. Συγχρόνως, είναι κείμενα που αναζητούν περάσματα για μια ριζοσπαστική πολιτική του πνεύματος, για την παρέμβαση στο πεδίο των αξιών και των σχεδίων ζωής για το αύριο.

 Αφετηρία τους είναι μια προσωπική εμπλοκή στις δημόσιες αγωνίες και σε μια κοινότητα ευαισθησιών. Πιστεύω ότι αυτή η κοινότητα ευαισθησιών διαμορφώνεται, με δυσκολίες, μέσα από διαφορετικά οδοιπορικά, από διαφορετικές γενιές και με ποικίλες διανοητικές εμπειρίες. Συγκροτείται ωστόσο ως διαφωνία με τις ιδέες και τις πρακτικές των κυρίαρχων δυνάμεων, με τις υποθήκες μιας εθνικοφιλελεύθερης Δεξιάς ή μιας νεοφιλελεύθερης Κεντροαριστεράς. Αρθρώνεται ως διαφωνία, εν τέλει, με τα ηθικολογικά και τα τεχνοκρατικά «σχέδια αναμόρφωσης» των υποκειμένων, σχέδια που επιδιώκουν την εξάλειψη κάθε εναλλακτικού δρόμου. Πέρα ωστόσο από μια πολιτική ηθική της διαφωνίας, οι σκέψεις που κατατίθενται εδώ αναζητούν νεύματα κατάφασης και ελπίδας. Αναρωτιούνται επίσης για τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να έχει μια σύγχρονη αριστερή υπόσχεση. Ξεκινούν από την ιδέα ότι κάθε ριζοσπαστική κριτική στο καθεστώς του «αυτονόητου» χρειάζεται να δοκιμάζει τις υποθέσεις της, να αναγνωρίζει ευθαρσώς τα κενά και τις αποτυχίες της, να λογαριάζεται με τη μελαγχολία δίχως την αυταπάτη της αυτάρκειας, της θεωρητικής και πολιτικής αλαζονείας. Η «αγία καθαρολογία», ο πειρασμός δηλαδή της υποτίμησης των πρακτικών εμπειριών, των υπαρξιακών και πολιτιστικών βιωμάτων του άλλου, είναι ο μεγάλος εσωτερικός αντίπαλος κάθε κριτικής ριζοσπαστικής σκέψης. Και συχνά, στις περιστάσεις της πολεμικής στο πεδίο των ιδεών, οι αποχρώσεις θυσιάζονται για να αναδειχτούν οι αντιθέσεις, τα μέτωπα, οι σαφείς γραμμές μιας αντιπαράθεσης.

Με όλους αυτούς τους κινδύνους πορεύεται η δημόσια παρουσία της γραφής, της διατύπωσης γνώμης, στους καιρούς της κρίσης. Επειδή ακριβώς σε τέτοιες περιστάσεις η γραφή δυσκολεύεται να πάρει τις αποστάσεις της, να σεβαστεί τα πρωτόκολλα των καλών τρόπων και των φιλοφρονήσεων. Από τα προεόρτια της κρίσης (2007) ως τις σημερινές προσδοκία για τη συγκρότηση ενός αντίπαλου δέους, ο «ψυχισμός της εποχής» συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση και αίνιγμα, διανοητική και πολιτική δοκιμασία για όλους μας.

Η φιλοδοξία του συγγραφέα είναι κι εδώ η ίδια: μια γονιμοποιός συνάντηση με τα ερωτήματα, τις ανησυχίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του άλλου. Αν η συνάντηση πετύχει, τόσο το καλύτερο. Σε αυτή την περίπτωση, ο συγγραφέας έχει το δικαίωμα να αισθανθεί ότι άξιζε τον κόπο… Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα στις 8 Απριλίου

Standard

Eπικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»: Ελένη Καλαμπάκου, Δημήτρης Χριστόπουλος

Kοινωνικό κράτος και δημοκρατία: η δίκαιη υπεράσπιση: Γιάννης Παπαθεοδώρου

Mικροί ουρανοξύστες στην Αθήνα: Φωτεινή Μαργαρίτη

Εθνικοί επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;  Παναγιώτης Στάθης

Συρία: το δράμα ενός λαού: Γιάννης Πλάκας

Σχετικά με τη Συρία: Αλέν Γκρες

Oι επερχόμενες εκλογές: ένα πείραμα βιοπολιτικής: Αντρέας Καρίτζης

Επικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»

Standard

της Ελένης Καλαμπακου και του Δημήτρη Χριστόπουλου

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, 1914

Τον τελευταίο καιρό, οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης και Υγείας Α. Λοβέρδος έχουν φέρει, για μία ακόμη φορά, στην επικαιρότητα το μεταναστευτικό ζήτημα ενόψει των επικείμενων εκλογών. Ως αποτελεσματικό τρόπο επίλυσης ενός προβλήματος που προκλήθηκε όχι μόνο –ούτε καν κυρίως– από την αύξηση των μεταναστευτικών ροών, αλλά από την –συνειδητή ή μη– επί σειρά ετών απουσία οποιασδήποτε ορθολογικής διαχείρισής του, την αδυναμία και απροθυμία απορρόφησης ακόμα και ενός ελάχιστου ποσοστού των ευρωπαϊκών κονδυλίων-μαμούθ που έλαβε η χώρα μας, οι ως άνω υπουργοί προκρίνουν τη δημιουργία άρον άρον τριάντα κέντρων κράτησης σε όλη την Ελλάδα, όπου θα υπάρχει η δυνατότητα να κρατηθούν 30.000 αλλοδαποί. Σύμφωνα δε με το προοίμιο της πράξης νομοθετικού περιεχομένου της 21ης Μαρτίου 2012 για τη «Ρύθμιση θεμάτων συμβάσεων που αφορούν Κέντρα Πρώτης Υποδοχής και εγκαταστάσεων κράτησης παράνομα διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών και τρόπο φύλαξης αυτών», συντρέχει έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη δημιουργία και άμεση λειτουργία εγκαταστάσεων κράτησης παρανόμως διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών που έχουν κατακλύσει το κέντρο της πρωτεύουσας και άλλες μεγάλες πόλεις, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία. Επίσης, πρόσφατα έχει τεθεί ως δικαιολογητικός λόγος των παραπάνω ρυθμίσεων το ζήτημα του κινδύνου εξόδου της Ελλάδας από τη συμφωνία Σένγκεν. Φυσικά, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με το ζήτημα γνωρίζουν ότι η κινδυνολογία αυτή δεν προέκυψε τώρα, αντίθετα είναι υπαρκτή εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Την ίδια στιγμή δε αναφέρεται ότι οι παραπάνω ενέργειες υπαγορεύονται δήθεν από τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας.

Είναι ωστόσο εφικτός ο στόχος που ευαγγελίζονται οι υπουργοί; Θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί έτσι, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, το μεταναστευτικό; Θα επιλυθούν τα  εξ αυτού δημιουργηθέντα προβλήματα σχετικά με την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία; Και, κυρίως, η ως άνω πρόταση αποτελεί αφεαυτής κατάλληλο κι ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του μεταναστευτικού; Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικό κράτος και δημοκρατία: η δίκαιη υπεράσπιση

Standard

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

 

Έργο του Τζωρτζ Γκρος, 1919

Το νέο «κοινωνικό ζήτημα»

 Παρόλο που, εδώ και μήνες, η δημόσια συζήτηση γύρω από την κρίση εξαντλείται στις διαχειριστικές δυσκολίες των δανειακών συμβάσεων (Μνημόνιο 1, 2 PSI κλπ.), ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι η κρίση επιτείνει την ταχύτατη αποσύνθεση όλων των δομών την κοινωνικής συνοχής και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών. Είναι πια προφανές πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δημοσιονομικό πρόβλημα μιας υπερχρεωμένης χώρας αλλά μπροστά σε ένα νέο «κοινωνικό ζήτημα»,  που διαχέεται παντού: στο πολιτικό σύστημα, στις εργασιακές σχέσεις, στη σχέση μας με την Ευρώπη, στην ίδια την καθημερινότητα. Η κρίση εκδιπλώνεται πλέον μέσα από μια ακραία τάση πόλωσης, που διαχωρίζει οριστικά την πολιτική από την κοινωνία, την παραγωγή από την αναδιανομή, την ανταγωνιστικότητα από την αλληλεγγύη, τον πολιτικό φιλελευθερισμό των δικαιωμάτων από την εξατομίκευση της διαπραγματευτικής ισχύος. (βλ. κατάργηση συλλογικών συμβάσεων).

Με άλλα λόγια, η κρίση, τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή της διάσταση, έχει ήδη καταδείξει πως η κοινωνική συνοχή εξαρτάται από την αλληλεξάρτηση του κοινωνικού με το οικονομικό πεδίο  και πως οι αιτίες των σημερινών αδιεξόδων δεν βρίσκονται μόνο στην παθογένεια του ελληνικού παραγωγικού συστήματος αλλά στο ίδιο το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Ένας τρόπος, λοιπόν, για να σκεφτούμε διαφορετικά την κρίση είναι να επιστρέψουμε σε αυτές ακριβώς τις έννοιες, ακριβώς για να αποφύγουμε το στερεοτυπικό λόγο περί του «αυτονόητου μονόδρομου», αλλά και την εύκολη αντιπαράθεση μεταξύ μνημονιακής και αντιμνημονιακής ρητορείας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η πρόσφατη πρωτοβουλία για την «Υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας» (www. koindim.eu) συγκεντρώνει ένα ευρύ ενδιαφέρον πολιτών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ακριβώς επειδή άνοιξε με τόλμη αυτή τη συζήτηση, αλλάζοντας την ποιότητα του διαλόγου στη δημόσια σφαίρα.

 Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους 

 Στην παρούσα φάση της κρίσης, η σχέση του κοινωνικού κράτους με τη δημοκρατία δεν είναι απλώς μια τυπική σχέση θεσμικού εκσυγχρονισμού και πολιτειακής μέριμνας γύρω από τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού. Είναι το κεντρικότερο ίσως ζήτημα που θα κρίνει την ίδια την έννοια των μεταρρυθμίσεων, την αποτελεσματικότητα των μέτρων της κοινωνικής πολιτικής αλλά και την ίδια τη συμβολαιακή σχέση των υποκειμένων με την πολιτική. Για να το πω σχηματικά: σε καιρούς κρίσης, το θέμα δεν είναι να μιλάμε απλώς για «λιγότερο κράτος» αλλά να αντικαταστήσουμε το παθητικό κοινωνικό κράτος «των αποζημιώσεων και των επιδοτήσεων» με ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος του δικαιώματος στην εργασία, στην κοινωνική απασχόληση, στην ένταξη, στο δικαίωμα στη ζωή εν κοινωνία, όπως το ορίζει στις οξυδερκείς αναλύσεις του ο Πιέρ Ροζανβαλόν. Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους αλλά η δομή ενός νέου δίκαιου φορολογικού συστήματος εμπεριέχει ένα τύπο «συμβολαίου» που θα επιτρέψει στους πολίτες να εμπιστευτούν ξανά την πολιτική αλλά και τη δημοκρατία, εμποδίζοντας τη μοναδοποίηση, τον ατομικισμό, την εξαθλίωση. Ας μην το ξεχνάμε: η δημοκρατία είναι ένα σύστημα που προγραμματικά προϋποθέτει τη μείωση των ανισοτήτων ως εγγύηση της λειτουργίας της. (Για αυτό, άλλωστε, και ο σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατικός, αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση). Συνέχεια ανάγνωσης

Μικροί ουρανοξύστες στην Αθήνα

Standard

Όψιμη… ανακάλυψη της Αμερικής

της Φωτεινής Μαργαρίτη

Κατεδάφιση «μικρών ουρανοξυστών» σε προάστιο του Παρισιού.

Τελευταία έχουν έρθει συχνά στη δημοσιότητα απόψεις που υπεραμύνονται  της  οικοδόμησης «μικρών ουρανοξυστών» στην Αθήνα. Ο αναπληρωτής υπουργός περιβάλλοντος  Ν. Σηφουνάκης παρουσιάζοντας το νέο γενικό οικοδομικό κανονισμό (ΓΟΚ), τόνισε πως «πρέπει να διαμορφωθεί μια νέα στρατηγική που θα προτάσσει την καθ’ ύψος οικοδόμηση προκειμένου να υπάρξει συμπύκνωση της δόμησης και απελευθέρωση του εδάφους».

Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, η στρατηγική αυτή προϋποθέτει την μεγάλης κλίμακας κατεδάφιση κτιρίων που έχουν κλείσει τον «φυσιολογικό» κύκλο της ζωής τους: «Πρέπει να αναβαθμίσουμε το κτιριακό απόθεμα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χρόνος εξάντλησης της ζωής των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδερμα ολοένα και πλησιάζει. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την υποχρέωση κατεδάφισης των πρώτων προβληματικών πολυκατοικιών» (Τα Νέα, 29.2.2012).

Το πρόσχημα της διάρκειας ζωής του σκυροδέματος. Η παραπάνω άποψη για τη διάρκεια ζωής των κτιρίων από σκυρόδεμα δεν μπορεί όμως να γενικευθεί. Η ανθεκτικότητα μιας κατασκευής δεν εξαρτάται μόνο από το υλικό, αλλά και την ποιότητά της, τη χρήση και τη συντήρηση των κτιρίων κλπ.  Η διεθνής μάλιστα εμπειρία από την κατεδάφιση ανάλογων κτιρίων αποδεικνύει  πως συχνά δεν γίνεται για τεχνικούς λόγους, αλλά για λόγους κοινωνικής δυσλειτουργίας της πόλης, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα των προαστίων του Παρισιού, όπου κτίρια είκοσι  μόλις ετών κατεδαφίστηκαν..

Από την κοινωνική στην επιχειρηματική πολεοδομία. Μετά το 1945 και  την αποτυχία της καθολικής ουτοπίας του Μεσοπολέμου στην Ευρώπη,  δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρηματική διάσταση της πόλης και στη σταδιακή εγκατάλειψη της κοινωνικής πολεοδομίας. Αυτή η λογική  επικράτησε στην Αμερική, η οποία ας μην ξεχνάμε πως βιώθηκε σαν την παρθένα γη, όπου μπορείς να ξαναρχίσεις την ιστορία από το μηδέν, όπου η «καινοτομία» είναι αξία και έκφραση μιας συνεχούς αντίστασης  εναντίον του παρελθόντος. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι ουρανοξύστες λειτούργησαν ως μοντέλο ανοικοδόμησης μιας ολόκληρης πόλης. Σήμερα, το μοντέλο της επιχειρηματικής πόλης, με επίκεντρο τα ψηλά κτίρια, επεκτείνεται με ταχύτατους ρυθμούς στις αναδυόμενες παγκόσμιες μητροπόλεις, συμπαρασύροντας σαν «τσουνάμι» όλες τις  ιδιαιτερότητες.

Από τη δεκαετία του 1980, στον ευρωπαϊκό χώρο αναπτύσσονται γόνιμες απόψεις και εφαρμογές, οι οποίες αντιτάσσουν στο αμερικανικό μοντέλο της καθ’ ύψος οικοδόμησης, το μοντέλο της αστικής πυκνότητας και της ανάμιξης των χρήσεων που χαρακτήριζαν την παλιά ευρωπαϊκή πόλη.

Η ευρωπαϊκή εξαίρεση. Στην Ευρώπη δεν έγινε ποτέ  μαζική ανοικοδόμηση ουρανοξυστών. Σοβαρός όμως είναι και ο κριτικός αντίλογος για την παγκόσμια γενίκευση των ουρανοξυστών, η οποία διαφοροποιείται ακόμη και από το αμερικανικό μοντέλο. Η πρώτη κάθετη ανοικοδόμηση των αμερικανικών πόλεων (Σικάγο, Ν. Υόρκη κλπ.) εμπεριείχε, σ’ ένα βαθμό, τα ψήγματα της κοινωνικής πολεοδομίας, εργαζόταν δηλαδή με την έννοια της αστικής πυκνότητας. Οι παλιοί ουρανοξύστες Art Deco, με τη χωροθέτησή τους, αλλά και με τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής όψης στο επίπεδο του δρόμου, φρόντιζαν να δημιουργήσουν την οικειότητα και φυσικότητα των κοινωνικών αποστάσεων, εναρμονίζονταν με τα περιβάλλοντα κτίρια, διατηρούσαν ένα χαρακτήρα «πολιτισμένο», στοιχεία που σήμερα έχουν πλήρως εγκαταλειφθεί.

Ελληνική περιχαράκωση. Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα φαίνεται να μην παρακολουθεί τον παραπάνω προβληματισμό. Προηγήθηκε μια περίοδος όπου κυριάρχησε  ένα είδος υβριδικής σκέψης, που εκφράστηκε κατεξοχήν με μια μιντιακή γλώσσα «θανάτου του κοινωνικού». Εξιδανίκευσε την εικόνα μιας Αθήνας-Μητρόπολης σε σαθρές βάσεις, όπως αποδεικνύει το πρόβλημα του κέντρου (και όχι μόνο), με ευθύνη κατεξοχήν της πολιτείας, αλλά και των ειδικών επιστημόνων (αρχιτεκτόνων κλπ.), οι οποίοι πάσχουν συχνά από ένα είδος μεγαλομανίας, που  αγνοεί ότι η τέχνη τους είναι έντονα «μολυσμένη» από την ζωή και την κοινωνία. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικές επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;

Standard

του Παναγιώτη Στάθη

Από την παρέλαση στην Πάτρα, 25.3.2012

Οι πολλαπλές και πολύμορφες διαμαρτυρίες και εντάσεις στις τελευταίες εθνικές επετείους οδήγησαν σε ζωηρές συζητήσεις στα ΜΜΕ που κατέληγαν στην πλειονότητά τους σε σφοδρή αποδοκιμασία και καταδίκη των γεγονότων. Τι είναι αυτό που κάνει τα συγκεκριμένα γεγονότα διαμαρτυρίας να θεωρούνται ξεχωριστά και να επικρίνονται σε βαθμό ακόμη και αμφισβήτησης του δικαιώματος διαμαρτυρίας κατά τις ημέρες των εθνικών γιορτών;

Ο συμβολικός χαρακτήρας των επετείων

Κεντρική εκδήλωση των εθνικών επετείων είναι η σε στρατιωτικούς σχηματισμούς παρέλαση μαθητών, στρατού και σωμάτων ασφαλείας, συλλόγων και σωματείων ενώπιον εκπροσώπων των κεντρικών ή περιφερειακών αρχών και παρουσία θεατών από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Στη δομή αυτού του θεάματος είναι εγκατεστημένη μια τριμερής ιεραρχημένη σχέση με ισχυρή συμβολική σημασία: κεντρική εξουσία-συντεταγμένες εθνικές δυνάμεις-λαός. Οι παρελαύνοντες δηλαδή συμβολίζουν το, οιονεί ή πράγματι, στρατιωτικά οργανωμένο τμήμα του έθνους που, σήμερα ή στο μέλλον, έχει αποστολή την προάσπιση των αξιών που διέπουν την ελληνική κοινωνία και αρθρώνονται στο γεγονός της επετείου όπως αυτό εκάστοτε νοηματοδοτείται από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή νομιμοποιεί και στηρίζει την πολιτική εξουσία, της οποίας ο συσχετισμός δύναμης αντιπροσωπεύεται στην εξέδρα των επισήμων. Μάλιστα, σε μια ιεραρχικά δομημένη εξέδρα στην οποία ο πρόεδρος της δημοκρατίας στέκεται ξεχωριστά και ακολουθούν εκατέρωθεν και πίσω του οι υπόλοιποι εκπρόσωποι των φορέων εξουσίας. Το συντεταγμένο σώμα του έθνους παρελαύνοντας έμπροσθεν των εκπροσώπων της εξουσίας στρέφει την κεφαλή προς αυτούς σε μια συμβολική κίνηση νομιμοποίησης της δομής εξουσίας. Η παρουσία του λαού ως θεάμονος κοινού που χειροκροτεί παρέχει λαϊκή αποδοχή και νομιμοποίηση της εν λόγω ιεραρχημένης δομής και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος. Συνιστά, άλλωστε, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία χρόνια οπότε οι προεκλογικές συγκεντρώσεις έχουν υποκατασταθεί από τηλεοπτικές συζητήσεις. Επιπλέον στις παρελάσεις αποτυπώνονται πολλαπλώς κυρίαρχες εκδοχές της δημόσιας ιστορίας: ενσωματώνονται νοερές ιστορικές γενεαλογίες (π.χ. παρελαύνουν ανάπηροι πολέμου, απόγονοι των Μακεδονομάχων, τμήματα ευζώνων, σύλλογοι με παραδοσιακές ενδυμασίες κλπ.), συχνά ένας εκφωνητής διανθίζει την περιγραφή της παρέλασης με αφηγήσεις των ιστορικών γεγονότων των τιμώμενων επετείων και συνδέσεις του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, ενώ στο τέλος της παρέλασης οι επίσημοι κάνουν δηλώσεις εκθέτοντας την εκδοχή τους για το μήνυμα της επετείου. Συνακόλουθα, οι επετειακές εκδηλώσεις συνιστούν τόπους συνάντησης της ιστορικής μνήμης και της επικαιρότητας, και συνακόλουθα τόπους όπου το ιστορικό παρελθόν φιλτράρεται από τη συγκυρία. Καθώς, λοιπόν, οι επέτειοι αποτελούν δημόσια γεγονότα με σημαντική εμβέλεια, η δημόσια ιστορία που ενσαρκώνεται σε αυτές αποκτά αντίστοιχη σημασία.

Επομένως, οι παρελάσεις συνιστούν συμβολικές τελετές συναίνεσης ή και νομιμοποίησης των πολιτικών ελίτ και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας και της δημόσιας ιστορίας. Από αυτή την άποψη, οι εθνικές επέτειοι αποτελούν επινοημένες παραδόσεις, σύμφωνα με την ανάλυση του Έρικ Χομπσμπάουμ,[1] και αποκτούν ισχύ εθνικού συμβόλου, του οποίου η προσβολή προσλαμβάνεται ως βαρύ αμάρτημα που στρέφεται ενάντια στην εθνική ιστορία.

Οι επέτειοι ως ευκαιρία πολιτικής διαμαρτυρίας

Πράγματι, σε περιόδους ομαλής πολιτικής κατάστασης διαμορφώνονται βαθμιαία συναινετικές προσλήψεις των ιστορικών γεγονότων που τιμώνται στις επετείους και των τρόπων εορτασμού τους. Σε περιόδους όμως πολιτικής κρίσης είναι δυνατόν οι συναινέσεις να διαρρηγνύονται. Τότε κοινωνικές ομάδες ή πολιτικές συλλογικότητες αντιπαρατίθενται στο πολιτικό σύστημα, ή έστω σε ορισμένες πλευρές του, εκφράζοντας μια αντίπαλη ιδεολογία που περιλαμβάνει επίσης μια διαφορετική εκδοχή ιστορίας, η οποία συχνά εκβάλλει σε δημόσιες τελετές όπως οι εθνικοί επέτειοι, παίρνοντας τη μορφή είτε γεγονότων διαμαρτυρίας είτε εναλλακτικών και αντίπαλων τελετών εορτασμού.

Στο παρελθόν δεν είναι λίγα τέτοια παραδείγματα. Μεταξύ 1838 (που θεσπίστηκε η επέτειος της 25ης Μαρτίου) και 1843 (κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη που επέβαλε σύνταγμα) αντιοθωνικοί κύκλοι οργάνωσαν εναλλακτικούς εορτασμούς που τόνιζαν το φιλελεύθερο χαρακτήρα του Εικοσιένα έναντι του απολυταρχικού καθεστώτος του Όθωνα.[2] Το 1875 ιδιωτικοί σύλλογοι διοργάνωσαν εορτασμούς της 25ης Μαρτίου στους οποίες συνέδεαν την επανάσταση με το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη καταγγέλλοντας έτσι την ανώμαλη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος της εποχής. Παράλληλα ο λαός παρακολούθησε τη βασιλική πομπή και τη στρατιωτική παρέλαση ψυχρά, χωρίς ζητωκραυγές και επευφημίες.[3]Στην επέτειο του 1936 φοιτητές φώναξαν αντιφασιστικά συνθήματα συνδέοντας την πράξη τους με τον φιλελεύθερο αγώνα του Εικοσιένα.[4] Στις πρώτες μεταπολεμικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου, το 1944-1945, το ΕΑΜ, το μπλοκ Κέντρου-Δεξιάς και η Ακροδεξιά αντιπαρατίθενται τόσο στους τρόπους εορτασμού όσο και στην ιστορική ερμηνεία της επετείου. Οι εαμικές δυνάμεις προβαίνουν σε διαδηλώσεις, ενώ οι αντίπαλοι πριμοδοτούν το στρατιωτικό χαρακτήρα της παρέλασης. Η Αριστερά, με σύνθημα λαοκρατία, τονίζει την αντιφασιστική διάσταση του πολέμου. Τα αστικά κόμματα δίνουν έμφαση στον πανεθνικό χαρακτήρα του πολέμου αποφεύγοντας πολιτικές συνδηλώσεις. Η ακροδεξιά υπογραμμίζει το «Όχι» των Μεταξά και βασιλιά Γεωργίου στην προοπτική της επιστροφής του τελευταίου. Η νοηματοδότηση της επετείου με βάση τις προτεραιότητες της συγκυρίας είναι εμφανής.[5]Στις εθνικές επετείους των ετών 1963-1966 πλήθη πολιτών φώναζαν συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας, διαμαρτυρόμενοι για την ανώμαλη πολιτική κατάσταση της περιόδου.[6] Στα 1979-1980 οι προσπάθειες αριστερών σωματείων της Εθνικής Αντίστασης να καταθέσουν στεφάνια και να συμμετέχουν στις παρελάσεις κατέληξε σε επεισόδια και συλλήψεις. Ήταν η εποχή που η Αριστερά διεκδικούσε την αναγνώριση της συμβολής της στην Εθνική Αντίσταση του 1941-1944.[7]

Οι τελευταίες εθνικές (28η Οκτωβρίου, 17η Νοέμβρη, 25η Μαρτίου) και τοπικές επέτειοι (Γιάννενα, Ρόδος), ακόμη και η θρησκευτική γιορτή των Θεοφανείων χρωματίστηκαν από μια ευρεία γκάμα εκδηλώσεων διαμαρτυρίας: αποδοκιμασίες των πολιτικών, διαδηλώσεις – αντι-παρελάσεις, στροφή της κεφαλής στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή των επισήμων, παρέλαση τμημάτων με μαύρα μαντίλια, παρεμπόδιση της παρέλασης μέχρι να αποχωρήσουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι από τις εξέδρες των επισήμων, αλλά και ορισμένες βιαιότερες ενέργειες όπως μούντζες στους πολιτικούς, εκτόξευση γιαουρτιών, επιθέσεις στις αστυνομικές δυνάμεις όταν εμπόδιζαν ομάδες διαδηλωτών να πλησιάσουν τους επισήμους, μέχρι και μεμονωμένες ατομικές επιθέσεις σε πολιτικούς. Η αντίδραση των αρχών ήταν επίσης ποικίλη: αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων επιτήρησης, τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων για τον περιορισμό των θεατών-διαδηλωτών, απόσυρση των εξεδρών των επισήμων για να μην ξεχωρίζουν οι πολιτικοί από το πλήθος, αποφυγή των πολιτικών να εμφανιστούν στις παρελάσεις, ματαίωση της παρέλασης μπροστά στον όγκο των διαμαρτυρομένων.

Την 25ης Μαρτίου η αστυνομία προχώρησε ακόμη και σε προληπτικές προσαγωγές και κράτηση πολιτών  στα αστυνομικά τμήματα στη διάρκεια της παρέλασης, μέτρο που σαφώς παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα εφόσον η προσαγωγή διενεργήθηκε σε πολίτες που δεν έδωσαν αφορμή. Στην κεντρική τελετή της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη αποχώρησε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ματαιώθηκε η στρατιωτική παρέλαση. Η αντίστοιχη παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά με μόνους θεατές τους επισήμους και την αστυνομία εφόσον οι πολίτες απαγορεύτηκε πλησιάσουν στο Σύνταγμα, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δημόσιο χαρακτήρα της τελετής. Στο μέτρο δηλαδή που η παρέλαση συνιστά μια συμβολική απότιση φόρου τιμής του έθνους στους αγωνιστές του Εικοσιένα, στην πρόσφατη περίπτωση το έθνος απουσίαζε αποκλεισμένο από εκείνες τις δυνάμεις που είναι ταγμένες να το προστατεύουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: το δράμα ενός λαού

Standard

του Γιάννη Πλάκα

Σουβενίρ με τον Άσαντ, από μαγαζί της Δαμασκού. Φωτογραφία του Τζόναθαν Κλαρκ, από το flickr, 2005

Ένας χρόνο μετά το πρώτο ξέσπασμα της εξέγερσης στη Συρία, η χώρα βυθίζεται στον φαύλο κύκλο της βίας, βαδίζοντας αργά σε έναν εμφύλιο που θα καταστρέψει και τους τελευταίους εναπομείναντες συνεκτικούς δεσμούς της κοινωνίας. Το αδιέξοδο οφείλεται στο γεγονός ότι καμία από τις δυο πλευρές δεν είναι σε θέση να κερδίσει ταυτόχρονα τόσο τη στρατιωτική υπεροχή στο πεδίο της μάχης όσο και την πολιτική ηγεμονία που θα της επιτρέψει να ασκήσει τη διακυβέρνηση.

Η μάχη επιβίωσης του καθεστώτος. Το καθεστώς Άσαντ βρίσκεται στην δυσκολότερη ίσως καμπή της ιστορίας του. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, δίνει μια μάχη ζωής και θανάτου. Τη μάχη αυτή τη δίνει όχι μόνο η οικογένεια Άσαντ, αλλά και όλες οι συνιστώσες που συναπαρτίζουν το καθεστώς. Πρώτη και σημαντικότερη, τα ανώτερα κλιμάκια του στρατού που προέρχονται κατά πλειοψηφία από την αλεβίτικη μειονότητα της χώρας, μειονότητα από την οποία προέρχεται και η οικογένεια Άσαντ. Στον σκληρό πυρήνα του καθεστώτος ανήκουν επίσης η ηγεσία και πολλά στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας, υπηρεσιών που και ελέγχουν τα πάντα, σε κάθε γωνιά της συριακής επικράτειας. Τέλος, συνδεδεμένη με το καθεστώς είναι και η μεσαία τάξη που δημιουργήθηκε με την εύνοιά του τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία αποτελείται από πολλούς σουνίτες και χριστιανούς επιχειρηματίες και εμπόρους. Η μεσαία αυτή τάξη έχει ως βάση της τα αστικά κέντρα της Δαμασκού και του Χαλεπιού και φοβάται ότι η πιθανή αλλαγή καθεστώτος θα σημάνει την απώλεια των προνομίων που απολαμβάνει. Καθώς όλες αυτές οι συνιστώσες μόνο να χάσουν είχαν από την πτώση του καθεστώτος, δεν διαφοροποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όπως συνέβη στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζεται συμπαγές στην πολιτική της καταστολής της εξέγερσης.[1]

   Μαζί με το καθεστώς συμπαρατάσσεται, ηθελημένα ή άθελα της, η αλεβιτική μειονότητα της χώρας. Η μειονότητα αυτή έχει κάθε λόγο να φοβάται για τη θέση της στη μετά Άσαντ Συρία, καθώς ταυτίζεται, σε επίπεδο της κοινής συνείδησης, με το καταπιεστικό καθεστώς, και μάλιστα με τις πιο βίαιες και τρομοκρατικές εκφάνσεις του, τις Αλ Σαμπίχα. Οι τελευταίες είναι παραστρατιωτικές αλεβιτικές οργανώσεις, πιστές στο καθεστώς, που το έχουν βοηθήσει σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας του (λιβανικός πόλεμος, εξέγερση του 1982). Με την ανοχή του καθεστώτος, οι οργανώσεις αυτές ελέγχουν την παραοικονομία της χώρας και συνδέονται με κυκλώματα εκβιασμού και προστασίας της νύχτας. Ως άλλοι πραιτωριανοί του καθεστώτος ενεπλάκησαν στην καταστολή της αντιπολίτευσης, και κατηγορούνται «για πυροβολισμούς αθώων διαδηλωτών, σωρεία βίαιων πράξεων και σκληρά εγκλήματα σε αρκετές περιφέρειες, όπως Μπανιάς, Λατάκια, Χομς και Νταραά».[2] Όλα αυτά τρομοκρατούν τους Αλεβίτες, που φοβούνται μια πιθανή αντεκδίκηση των σουνιτών εις βάρος τους, και τους οδηγούν να στηρίξουν το καθεστώς. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν και άλλες μειονότητες της χώρας (π.χ. χριστιανική), που μπορεί να μην εμπλέκονται άμεσα στην καταστολή εναντίον της σουνιτικής κατά βάση αντιπολίτευσης, έχουν όμως δυσάρεστες εμπειρίες από την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την παλαιά σουνιτική ελίτ της προ-Μπάαθ εποχής (παραγκωνισμός) και δεν θέλουν την επιστροφή σε αυτή.

   Έχοντας τη στήριξη, ή τουλάχιστον την ανοχή, των παραπάνω κοινωνικών ομάδων, το καθεστώς επιδίδεται σε μια διπλή πολιτική: καταρχάς της καταστολής της αντιπολίτευσης και τρομοκράτησης του πληθυσμού και στη συνέχεια της προβολής της δικής του μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Για την καταστολή χρησιμοποιήθηκαν οι τακτικές δυνάμεις του συριακού στρατού με χρήση πυροβολικού και τεθωρακισμένων, ελεύθεροι σκοπευτές και παραστρατιωτικές ομάδες. Το παραπάνω πλέγμα δυνάμεων στρέφεται όχι μόνο εναντίον των ένοπλων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αλλά και άοπλων διαδηλωτών, γεμίζοντας τους δρόμους θύματα και σπέρνοντας τον τρόμο στην κοινωνία. Τρόμο ο οποίος ενισχύεται ποικιλοτρόπως και από την προπαγανδιστική μηχανή του καθεστώτος, το οποίο άλλοτε με την ανάρτηση πανό που προειδοποιούν τους πολίτες για ανεξέλεγκτες συγκρούσεις σε περίπτωση συνέχισης της «ανωμαλίας», και άλλοτε με την εμφάνιση κατασκευασμένων εικόνων περί δήθεν συγκέντρωσης όπλων σε τζαμιά από σουνίτες με στόχο την εγκαθίδρυση ισλαμικού χαλιφάτου, πολώνει τις σχέσεις των κοινοτήτων και συσπειρώνει τις μειονότητες γύρω του.[3] Συνέχεια ανάγνωσης