Επικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»

Standard

της Ελένης Καλαμπακου και του Δημήτρη Χριστόπουλου

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, 1914

Τον τελευταίο καιρό, οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης και Υγείας Α. Λοβέρδος έχουν φέρει, για μία ακόμη φορά, στην επικαιρότητα το μεταναστευτικό ζήτημα ενόψει των επικείμενων εκλογών. Ως αποτελεσματικό τρόπο επίλυσης ενός προβλήματος που προκλήθηκε όχι μόνο –ούτε καν κυρίως– από την αύξηση των μεταναστευτικών ροών, αλλά από την –συνειδητή ή μη– επί σειρά ετών απουσία οποιασδήποτε ορθολογικής διαχείρισής του, την αδυναμία και απροθυμία απορρόφησης ακόμα και ενός ελάχιστου ποσοστού των ευρωπαϊκών κονδυλίων-μαμούθ που έλαβε η χώρα μας, οι ως άνω υπουργοί προκρίνουν τη δημιουργία άρον άρον τριάντα κέντρων κράτησης σε όλη την Ελλάδα, όπου θα υπάρχει η δυνατότητα να κρατηθούν 30.000 αλλοδαποί. Σύμφωνα δε με το προοίμιο της πράξης νομοθετικού περιεχομένου της 21ης Μαρτίου 2012 για τη «Ρύθμιση θεμάτων συμβάσεων που αφορούν Κέντρα Πρώτης Υποδοχής και εγκαταστάσεων κράτησης παράνομα διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών και τρόπο φύλαξης αυτών», συντρέχει έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη δημιουργία και άμεση λειτουργία εγκαταστάσεων κράτησης παρανόμως διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών που έχουν κατακλύσει το κέντρο της πρωτεύουσας και άλλες μεγάλες πόλεις, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία. Επίσης, πρόσφατα έχει τεθεί ως δικαιολογητικός λόγος των παραπάνω ρυθμίσεων το ζήτημα του κινδύνου εξόδου της Ελλάδας από τη συμφωνία Σένγκεν. Φυσικά, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με το ζήτημα γνωρίζουν ότι η κινδυνολογία αυτή δεν προέκυψε τώρα, αντίθετα είναι υπαρκτή εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Την ίδια στιγμή δε αναφέρεται ότι οι παραπάνω ενέργειες υπαγορεύονται δήθεν από τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας.

Είναι ωστόσο εφικτός ο στόχος που ευαγγελίζονται οι υπουργοί; Θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί έτσι, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, το μεταναστευτικό; Θα επιλυθούν τα  εξ αυτού δημιουργηθέντα προβλήματα σχετικά με την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία; Και, κυρίως, η ως άνω πρόταση αποτελεί αφεαυτής κατάλληλο κι ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του μεταναστευτικού;Από μια ρεαλιστική προσέγγιση του ζητήματος προκύπτουν τα ακόλουθα: Καταρχάς, σύμφωνα με έκθεση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην Ελλάδα περίπου 400.000 αλλοδαποί χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα — αριθμός πολύ μεγάλος ομολογουμένως για μια χώρα όπως η Ελλάδα–, το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων διαμένει στο κέντρο της Αθήνας. Ακόμα λοιπόν και εάν απομακρυνθούν 30.000 από αυτούς και μεταφερθούν σε κέντρα κράτησης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσο θα υπάρξει ορατή βελτίωση στο κέντρο της Αθήνας.

Δεύτερον, η μεταφορά τους σε εγκαταλελειμμένα στρατόπεδα και άλλες αχρησιμοποίητες πεπαλαιωμένες δομές φαντάζει περισσότερο ως μια μετατόπιση των ανθρώπων αυτών παρά ως μια συνολική και υπεύθυνη αντιμετώπιση του ζητήματος. Και τούτο διότι, με τα σημερινά δεδομένα, αφενός μεν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα εξακολουθήσουν να παραμένουν εγκλωβισμένοι στα γρανάζια του εξαιρετικά ανεπαρκούς, αργού και αναποτελεσματικού συστήματος ασύλου, το οποίο όμως τους καθιστά μη απελάσιμους για χρόνια, αφετέρου δε οι ρυθμοί απελάσεων θα παραμείνουν εξαιρετικά χαμηλοί. Αρκεί να αναφερθεί ότι αυτή τη στιγμή εκκρεμούν 3.000 αιτήσεις αλλοδαπών στο Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ), στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου από την ΕΕ προγράμματος εθελοντικού επαναπατρισμού, οι οποίες δεν προωθούνται λόγω της αδυναμίας της Ελλάδας να αναλάβει το κόστος του 25% της χρηματοδότησης που της αναλογεί. Σε αυτό το σημείο μάλιστα, εύλογα ερωτηματικά γεννά το γεγονός ότι η πολιτεία δεν ζητά, όπως έχει δικαίωμα, να μειωθεί η συμμετοχή της στο 5% του προγράμματος. Το παράδοξο είναι επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εφαρμοστεί ο νόμος 3907/2011 αναφορικά με τις οικειοθελείς αναχωρήσεις, όταν δηλαδή ο αλλοδαπός που αιτείται να ενταχθεί στο πρόγραμμα αυτό αναλαμβάνει να καλύψει αποκλειστικά εξ ιδίων τα έξοδα του ταξιδιού του. Και τέτοιες περιπτώσεις έχουν παρουσιαστεί πολλάκις. Μάλιστα, ορισμένες εξ αυτών δεν προχώρησαν λόγω του ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν μπορούσε να διαθέσει όχημα για τη μεταγωγή τους από την επαρχία στην Αθήνα, ενώ άλλες επειδή δεν έχει εκδοθεί ερμηνευτική εγκύκλιος και οι αστυνομικές αρχές δεν γνωρίζουν τι διαδικασία να ακολουθήσουν.

Ένα ακόμη πολύ σημαντικό ερώτημα που τίθεται αφορά το ποιοι θα κρατούνται στα υπόψη κέντρα κράτησης. Και τούτο διότι οι μεταναστευτικές ροές είναι μεικτές, δηλαδή εκτός από οικονομικούς μετανάστες (οι κατεξοχήν απελάσιμοι) υπάρχουν και άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, όπως λ.χ. πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, θύματα trafficking, ασυνόδευτοι ανήλικοι κ.ά., οι οποίοι κατά νόμο χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος αυτών δεν έχει καταγραφεί και ο τρόπος με το οποίον πραγματοποιούνται οι επιχειρήσεις «σκούπα» της ελληνικής αστυνομίας δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το ότι δεν πρόκειται να καταγραφούν, γεγονός που θέτει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας των ως άνω μέτρων. Στις παραπάνω ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να προστεθούν και οι «de facto μη απελάσιμοι», αυτοί δηλαδή που η πολιτεία ό,τι και αν κάνει δεν μπορεί για αντικειμενικούς λόγους να τους επιστρέψει στην χώρα τους. Σημειωτέον ότι για την κατηγορία αυτή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει την κράτηση παράνομη, ακριβώς διότι αποδεδειγμένα η απέλασή τους είναι, με τα ελληνικά δεδομένα, πρακτικά ανέφικτη. Αλλά  ακόμα και για τους θεωρητικά απελάσιμους πρέπει να επισημανθεί ότι με τον ρυθμό με τον οποίο πραγματοποιούνται σήμερα οι απελάσεις θα απαιτηθεί για κάποιους μετανάστες διάστημα τουλάχιστον δεκαπέντε ετών μέχρι εν τέλει να επιστραφούν στη χώρα τους, ενώ είναι αυτονόητα παράνομη, αντισυνταγματική και αντικείμενη στις διεθνείς συνθήκες η κράτησή τους ενόψει απέλασης για διάστημα ανώτερο του ενός έτους. Επομένως, ποια η σκοπιμότητα και η νομιμότητά κράτησής τους σε στρατόπεδα χωρίς την ανάλογη επιτάχυνση και εν τέλει υλοποίηση των διαδικασιών απομάκρυνσης;

Σε κάθε περίπτωση, η εμπειρία στο μεταναστευτικό αλλά και το γενικότερο ζήτημα της κράτησης στην Ελλάδα, έχουν καταδείξει την απόλυτη αποτυχία της πολιτείας αναφορικά με την εξασφάλιση συνθηκών κράτησης, σύμφωνων με τα διεθνή πρότυπα, η οποία μάλιστα δεν αφορά μόνο τους αλλοδαπούς, αλλά και τους ημεδαπούς, ακόμα και αυτούς που κρατούνται σε φυλακές και όχι σε κρατητήρια (πλούσια είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου/ΕΔΔΑ για το θέμα αυτό). Με αυτά ως δεδομένα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα τριάντα νέα κέντρα κράτησης, τα οποία μάλιστα υποτίθεται ότι θα είναι έτοιμα μέσα σε ένα μήνα, δεν θα κατασκευαστούν με τρόπο που να διασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στους κρατούμενους, η δε κράτηση ανθρώπων σε αυτά θα θέτει σημαντικότατα ζητήματα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων τους κατά το Σύνταγμα και κατ’ άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου / ΕΣΔΑ.

Εν κατακλείδι, ο τρόπος με τον οποίο για μια ακόμα φορά ενόψει εκλογών επιχειρείται να αντιμετωπιστεί από την πολιτεία το ζήτημα της μετανάστευσης δεν πρόκειται να επιλύσει κανένα πρόβλημα σχετικά με την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία, όπως ισχυρίζονται οι δύο πολιτευόμενοι στη Β΄ Αθηνών υπουργοί, η οποία (τυχαίνει να) είναι και η μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της χώρας. Το επιχειρησιακό πλάνο δεν είναι καν νέο ούτε καινοτόμο, καθώς ακολουθεί την πεπατημένη και πλήρως αποτυχημένη πολιτική όλων των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια που βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην αποτροπή και την καταστολή και εξέθρεψε την κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Σίγουρα, η κράτηση 30.000 από τους 400.000 παράνομους δεν θα λύσει το πρόβλημα, όπως ο φράχτης του Έβρου των 12,5 χλμ. δεν πρόκειται να ανακόψει της μεταναστευτικές ροές σε μία χώρα με ακτογραμμή 15.000 χλμ. Γι’ αυτό άλλωστε ούτε ο φράχτης ούτε τα τριάντα νέα κέντρα κράτησης δεν έλαβαν έγκριση για χρηματοδότηση από την αρμόδια Επίτροπο κα Cecilia Malmström. Το μεταναστευτικό ζήτημα δεν θα αντιμετωπιστεί αν δεν τεθεί άμεσα σε εφαρμογή ο Ν. 3907/2011, που προβλέπει την ίδρυση και λειτουργία Κέντρων Πρώτης Υποδοχής· αν δεν ξεμπλοκαριστούν οι διαδικασίες περί το άσυλο και δεν λειτουργήσει η σχετική νέα υπηρεσία, αν δεν εφαρμοστούν στην πράξη οι υπάρχουσες νομοθετικές ρυθμίσεις για τις οικειοθελείς αποχωρήσεις και τη δυνατότητα παροχής εξάμηνων βεβαιώσεων αναβολής απέλασης για τους μη απελάσιμους, αν δεν χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα εθελοντικού επαναπατρισμού του ΔΟΜ και, τελικά, αν δεν αποφασίσει επιτέλους η ελληνική πολιτεία να ασχοληθεί σοβαρά και ολοκληρωμένα με το ζήτημα, αντί να προβαίνει σε τέτοιου είδους σπασμωδικές, δαπανηρές και εν τέλει αναποτελεσματικές και επικίνδυνες ενέργειες.

Η Ελένη Καλαμπάκου και ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι μέλη του ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Επικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s