Στα Ενθέματα την κυριακή του πάσχα

Standard

Τα όνειρα των ξοφλημένων: Μάνος Αυγερίδης

Ποια είναι τα δρώντα σήμερα «κοινωνικά κινήματα»: Παναγιώτης Νούτσος

Kόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα: Σταύρος Παναγιωτίδης

Oρθώς κείμενα – Αγάπα τον πλησίον σου: Γιάννης Αλμπάνης

Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας: Ελένη Πορτάλιου

H αυτοκτονία: Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Ονειρική παρανομία: Γιώργος Κ. Μπουγελέκας

Το εντεύθεν και το εκείθεν των δημοσκοπήσεων: Τάκης Καφετζής

Τα όνειρα των ξοφλημένων

Standard


του Μάνου Αυγερίδη

«Τα όνειρα των ξοφλημένων είναι ο εφιάλτης των τραπεζιτών», Ραβάλ, Βαρκελώνη.

Βαρκελώνη, 10 Απριλίου 2012.

«Υποστηρίζουμε τον ελληνικό λαό. Αγάπη και δύναμη από την Ισπανία. Αλληλεγγύη στον Δημήτρη Χριστούλα. Είμαστε στους δρόμους». Αυτό το μήνυμα συμπαράστασης, δεν είναι τηλεγράφημα μιας άλλης εποχής, με αποστολέα και παραλήπτη κάποιες αριστερές πολιτικές οργανώσεις ή νεολαιίστικες συλλογικότητες. Δεν μπορεί να το βρει κανείς στο κουτί ενός αρχείου, με κακοτυπωμένα κεφαλαία γράμματα πάνω στη σκούρα και ταλαιπωρημένη απ’ το χρόνο, χάρτινη φόρμα της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Θα βρει, σίγουρα, παρόμοια, αλλά όχι αυτό. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα από τα εκατοντάδες μηνύματα που ανακαλύπτει κανείς ξεφυλλίζοντας, με την «ψηφιακή» έννοια, τη σχετική με την αυτοκτονία του συνταξιούχου φαρμακοποιού, θεματική στο τουίτερ: «Todo mi apoyo al pueblo griego. #greece Desde #españa amor y fuerza. Solidaridad con #DimitrisChristoulas. Seguimos en las calles». Τηλεγραφήματα με τον τρόπο του τουίτερ, και μαζί τους τραγούδια, κείμενα, φωτογραφίες, σκίτσα, κραυγές και σιωπές, ό,τι μπορεί να χωρέσει το μέσο.

Δεν είναι στις προθέσεις μου μια ανάλυση για τα νέα μέσα, οι χρήσεις των οποίων, ωστόσο, συνεχίζουν να εκπλήσσουν, τόσο τους επιφυλακτικούς και τους ψηφιακά αναλφάβητους, όσο και εκείνους για τους οποίους οι νεολογισμοί «τουίτ» και «χάσταγκ» αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς τους. Δεν γνωρίζω ποιος ξεκίνησε, ποιος έστειλε το πρώτο μήνυμα δημιουργώντας τη σχετική θεματική. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι το «χάσταγκ» κατακλύστηκε από μηνύματα Ισπανών πολιτών, τα οποία πλειοψηφούν ακόμη και των αντίστοιχων ελληνικών. Γιατί, λοιπόν το συγκεκριμένο γεγονός άγγιξε, τόσο πολύ, τους Ισπανούς χρήστες; Δεν είναι δύσκολο, νομίζω, να σκεφτούμε τι είναι αυτό που κινητοποιεί και ενώνει τους ανθρώπους σε κοινά συναισθήματα, αγωνίες και τελικά, σε κοινούς αγώνες.

Γράφει η Ιρέν Λοσάνο στην εφημερίδα El Confidencial: «Αναρωτιέμαι, πόσες φορές δεν είχε ακούσει [ο αυτόχειρας] τον τελευταίο καιρό την κατηγορία ότι έχει ζήσει πάνω από τις δυνάμεις του, αυτή τη χοντροκομμένη κατηγορία που μετατρέπει τον πόνο των ανθρώπων (ακόμα και τον θάνατό τους) σε δίκαιη τιμωρία επιβαλλόμενη απ’ την κρίση». Κι αναρωτιέμαι κι εγώ, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει οι Ισπανοί ανάλογες κατηγορίες, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει για την κρίση και τα σκληρά μα αναγκαία μέτρα, για τις μεταρρυθμίσεις και τις δύσκολες αποφάσεις. Αν παρακολουθήσει κανείς ένα δελτίο ειδήσεων στην ισπανική τηλεόραση, η άποψη που προβάλλεται είναι σαφέστατη, ως προς την πολιτική της ένταξη: «Η συντεχνιακή λογική και οι ανεύθυνες πολιτικές οδηγούν την Ισπανία στον δρόμο της Ελλάδας». Τα έως τώρα μέτρα, ο νέος προϋπολογισμός και η περιβόητη εργασιακή μεταρρύθμιση, το μόνο που υπόσχονται ξεκάθαρα, είναι περισσότερη φτώχεια, διάλυση των εργασιακών σχέσεων και αύξηση των ήδη τεράστιων ποσοστών ανεργίας. Αλλά και η εφαρμογή της Συνθήκης της Μπολόνια, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη εν μέσω δυσκολιών και αντιδράσεων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες σχετικά με το «πανεπιστήμιο του μέλλοντος». Η συντηρητική και αυταρχική Ευρώπη, η ταξική Ευρώπη, δείχνει ήδη το σκληρό της πρόσωπο και στην Ισπανία, σε βαθμό που ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, μπορεί δικαίως πια να νιώθει (και να φωνάζει) ότι αυτό που βιώνει «Δεν είναι Κρίση. Είναι Απάτη».

Οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης, λοιπόν, προς τον ελληνικό λαό δεν πρέπει να οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα. Δεν πρόκειται ούτε για κάποιον αναδυόμενο «νέο φιλελληνισμό», ούτε για κινήσεις συμπάθειας απέναντι στον πιο αδύναμο κρίκο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όσο περνάει ο καιρός, τα αποτελέσματα των πολιτικών της λιτότητας και του αυταρχισμού, γίνονται πια αισθητά, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο. Παρά τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αντιμετωπίζουμε ένα κοινό πρόβλημα. Ως τέτοιο το αντιλαμβάνονται οι ηγεσίες της Ευρώπης και οι οικονομικές ελίτ, γι’ αυτό και οι «λύσεις» είναι παντού ίδιες· ως τέτοιο, κρίνοντας απ’ τη θέση του επισκέπτη και εξωτερικού παρατηρητή, το αντιλαμβάνεται και ένα μεγάλο μέρος της ισπανικής κοινωνίας. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να το δούμε και στην Ελλάδα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποια είναι τα δρώντα σήμερα «κοινωνικά κινήματα»

Standard

 του Παναγώτη Νούτσου

Ρόι Λιχτενστάιν, «Κίτρινες και πράσινες πινελιές», 1966

 Προφανώς παραμένει πρώτο, παρά την αυξομείωση και τις μεταπλάσεις της δυναμικής του, το κίνημα που προτάσσει τα του εργάσιμου χρόνου. Επιπλέον, ό,τι συνδέει αυτόν το χρόνο με τον υπό διάθεση, με σημείο αναφοράς αρκετά κοινωνικά στρώματα. Και τέλος ό,τι διεκδικεί άνεση, ανεξαρτησία και ποιότητα στον υπό διάθεση χρόνο. Εκείνο βέβαια που υπολείπεται, παρά τις κάποιες αποσπασματικές κινήσεις, είναι ό,τι τα συναρθρώνει, τόσο σε εθνικό όσο και σε πλανητικό τουλάχιστον πεδίο. Η κινηματική είναι πρωτίστως «κοινωνική λογική» που διέπεται από εθελοντισμό και ανακλητότητα.

Βέβαια, η επίτευξη της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων μπορεί να εξασφαλίζει την ευκολότερη εκδίπλωση των υπολοίπων κοινωνικών κινημάτων. Αν δηλαδή επιτυγχάνεται η μείωση του εργάσιμου χρόνου, χωρίς τούτο να εμφανίζεται ως σύμπτωμα και ως τρόπος αντιμετώπισης της ανεργίας, και συνακόλουθα αν διασφαλίζεται η αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων. Συναφώς, αν ενισχύεται η σύμφυτη προσδοκία, στους κόλπους όμως μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας, η κοινωνικά αναγκαία εργασία να καλύπτει –με αξιοπρεπείς συνθήκες για όλους– ένα μικρό μέρος της δραστηριότητας των μελών της.

Από την άλλη πλευρά εκτυλίσσεται η πολυσχιδής απάντηση στη διευρυνόμενη εμπορευματοποίηση του διαθέσιμου χρόνου. Δηλαδή σ’ αυτήν που επέβαλε ο μονοπωλιακός καπιταλισμός με την καταναλωτική του εκτύλιξη ανά τον πλανήτη και με την προσαγωγή του «περιττού» πριν από το «αναγκαίο». Συχνά αυτή η απάντηση προκύπτει ως αυθόρμητη και κάποτε χαλαρά οργανωμένη αντίδραση στην καταστροφή των δυνατοτήτων «αυτοέκφρασης».

Συμφυής είναι η πολυμέτωπη αμφισβήτηση του τρόπου συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων. Ό,τι δηλαδή αρχίζει από τους «κανόνες» για την καταστολή των ορμών και την καθιέρωση μιας «επιτρεπτής» ή «καθωσπρέπει» συμπεριφοράς, η οποία θα εγγυάται τη διάρκεια και τη συνοχή του υφιστάμενου κοινωνικού σχηματισμού. Και ό,τι επίσης οδηγεί προς την αποχειραγώγηση του λόγου, προφορικού και ηλεκτρονικού, για την άρση της νομιμοποίησης που αυτός παρέχει στις κυρίαρχες κοινωνικές δομές.

Από παρόμοια εστία ενδιαφερόντων εκπορεύεται η ολοένα συλλογικότερη αντίληψη ότι η ληστρική εκμετάλλευση της φύσης δεν αφορά απλώς τα όρια της τεχνολογικής εξέλιξης. Τούτο πρώτιστα συνάπτεται με το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής του πλανήτη μας και ολόκληρης σχεδόν της ανθρώπινης κοινωνίας —κάποιοι μάλλον θα έχουν ήδη διαφύγει στο εξωτερικό του. Και βέβαια θα πρόκειται για κοινωνία που στις περισσότερο «αναπτυγμένες» μορφές θα έχει αποκτήσει, μέσω των τεχνολογικών της επιτεύξεων, συγκεντρωτική, ιεραρχική και αστυνομευόμενη δομή. Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

 

Χαρακτικό του Λώρενς Χάυντ, από το λεύκωμα «Σταυρός του Νότου», 1951

Μια από τις πολλές φράσεις και όρους που εισήχθησαν στην καθημερινότητα μας, συγκροτώντας αυτό που θα λέγαμε «το γλωσσάρι της κρίσης», είναι οι περίφημες «κόκκινες γραμμές». Όπως αυτές που διέθετε ο κ. Σαμαράς, οι οποίες εσχάτως εξελίχθησαν από ευθείες σε καμπύλες για να ραγίσουν τελικά και να γίνουν διακεκομμένες. Σαν αυτές που, όπως μας πληροφόρησαν κατά σειρά ο εκπρόσωπος του κυνισμού της εξουσίας κ. Πάγκαλος, και της εξουσίας του κυνισμού κ. Παπαδήμος, δεν έχουμε εμείς, αλλά μόνο οι δανειστές μας. Δανειζόμενοι οι ίδιοι, αλλά και πολλοί άλλοι ένθερμοι ζηλωτές της εξουσίας και του πλούτου, απλουστευτικά σχήματα ερμηνείας με βάση την καθημερινή μας εμπειρία (η οποία βεβαίως αφορά το μικροεπίπεδο της ατομικής μας ζωής και όχι αυτό της πολιτικής, αλλά σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με μεθοδολογικές ιδιοτροπίες) μας θύμιζαν διαρκώς: «Όταν δανείζεσαι χρήματα από κάποιον, δεν του βάζεις εσύ όρους, αυτός σου βάζει».

Δεν είναι στις προθέσεις μου να εξηγήσω σε αυτό το κείμενο το γιατί είναι γελοίο να στήνει κανείς τέτοιες αναλογίες, του τύπου «οι οικονομικές σχέσεις των κρατών είναι όπως οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων», ούτε να αποδείξω το γιατί η συγκρότηση μίας αναλογίας δεν συνεπάγεται και την συγκρότηση μίας απόδειξης. Άλλωστε, αυτή η τεχνική είναι από τις πιο παλιές της ρητορικής τέχνης: Εμφανίζω μια κατάσταση όπου η αλήθεια είναι αυταπόδεικτη, την παραλληλίζω αυθαίρετα με την κατάσταση που εξετάζω και εμφανίζω το συμπέρασμα της μίας ως να ισχύει αναλογικά και για την άλλη. Αλλά, είπαμε: όχι μεθοδολογία. Τι μας μένει; Μα, η Ιστορία. Αυτό που θέλω λοιπόν με αυτό το κείμενο είναι να παρουσιάσω δύο περιπτώσεις στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, που η εξέτασή τους κάνει την επιχειρηματολογία περί μονόπλευρων κόκκινων γραμμών να καταρρέει μέσα σε γέλια και απαξίωση.

Πρώτη στάση. 1942. Η Κατοχή βαθαίνει τις δομές της στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και η ήττα του Άξονα στη Μέση Ανατολή, όπως μας θύμισε και ο Μιχάλης Λυμπεράτος πριν από λίγες Κυριακές στην Αυγή,[1] προκαλεί την όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία των αρχών Κατοχής και τη διαρκή αύξηση των οικονομικών τους απαιτήσεων. Για αυτό οι ναζί επιτάσσουν μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων αλλά και τροφίμων, με αποτέλεσμα τη λιμοκτονία ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων σε ημερήσια βάση. Ο Μουσολίνι φτάνει να δηλώσει πως «οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ως και τα κορδόνια των παπουτσιών τους». Ήδη από το 1941 η υποχρεωτική οικονομική αρωγή της Ελλάδας προς τις αρχές Κατοχής ξεπερνάει το ένα δις μάρκα και τα επόμενα χρόνια πολλαπλασιάζεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δοσίλογος και τοποθετημένους από τους ίδιους τους ναζί, πρωθυπουργός της κατεχόμενης Ελλάδας, στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, ενημερώνει τις ναζιστικές αρχές για την πρόθεση του να παραιτηθεί αν η κατάσταση εξακολουθήσει ως έχει! Αστείο θα ήταν βεβαίως το να υποστηρίξει κανείς πως ο Τσολάκογλου πραγματοποίησε κάποιο πραγματικά πατριωτικό πολιτικό διάβημα με εκείνη του την κίνηση. Αποδεικνύεται όμως η δυνατότητα άσκησης (ή απειλής άσκησης) πολιτικής πίεσης, ακόμη και σε ακραία δεσμευτικές συνθήκες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς Κείμενα: Αγάπα τον πλησίον σου

Standard

αναδημοσίευση από το RedNotebook

του Γιάννη Αλμπάνη  

Γιάννης Κεφαλληνός, «Αποικιοκρατία», 1924

«Και ποιος είναι ο πλησίον, κύριε Βεργολιά;».

Το ερώτημα της 6ης Δημοτικού απαντήθηκε με αναπάντεχο τρόπο (μυστήριες γαρ οι βουλές του Κυρίου), είκοσι πέντε χρόνια μετά. Ο πλησίον ήταν τελικά ένα ζευγάρι συνταξιούχων που είχαν κολλήσει στις γραμμές του τρένου. Αναπάντεχη η απάντηση, όπως αντίστοιχα με αναπάντεχο τρόπο απαντήθηκε ένα ερώτημα που μπορεί να μην τέθηκε στον κ. Βεργολιά, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές σε σχολικές αίθουσες και κατηχητικά: «Ποιος ακολουθεί σωστά τη διδασκαλία του Ιησού, ποιος είναι τελικά ο καλός χριστιανός;».

Στο Κρυονέρι διαπιστώσαμε ότι οι καλοί χριστιανοί ήταν δύο μη χριστιανοί, δύο μουσουλμάνοι, «λαθραίοι», και χωρίς όνομα — γιατί σε αυτή τη χώρα οι μετανάστες δεν δικαιούνται να έχουν όνομα, όπως ακριβώς είναι πάντοτε ανώνυμοι το «παιδί με το μηχανάκι» και «η κοπέλα που σηκώνει τα τηλέφωνα». Ούτε λοιπόν αυτοί που έχουν πιάσει ονομαστικό στασίδι στην εκκλησία, ούτε οι θεοφοβούμενοι νοικοκυραίοι, ούτε οι ορθόδοξοι, παλιοί και νέοι. Δύο μετανάστες από το Πακιστάν ήταν, που θεώρησαν σκόπιμο να τζογάρουν τη ζωή τους (για να χάσουν στο τέλος), προσπαθώντας να σώσουν ένα ζευγάρι αγνώστων τους. Όχι γιατί είχαν να κερδίσουν κάτι από αυτό, αλλά γιατί θεώρησαν αυτονόητο να σταθούν σε αυτούς που βρέθηκαν δίπλα τους και τους είχαν ανάγκη. Κι ας μην ήταν αυτοί οι πλησίον Πακιστανοί και μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες και χριστιανοί∙ και ας έχουν ταπεινώσει οι Έλληνες τους Πακιστανούς με κάθε δυνατό τρόπο, δεκαπέντε χρόνια τώρα∙ και ας φωνάζουν οι υπουργοί των Ελλήνων ότι οι Πακιστανοί είναι εγκληματίες και γεμάτοι αρρώστιες. Για τους δύο καλούς χριστιανούς, που ήταν όμως μουσουλμάνοι, όλα αυτά τα «και ας» για τα οποία έγινε λόγος, δεν έπαιξαν κανένα ρόλο. Αυτό που είχε σημασία ήταν το «αμέσως» για τη σωτηρία των δύο γερόντων, των δύο πλησίον.

Προφανώς, οι δύο Πακιστανοί δεν ακολούθησαν την αλληλουχία των σκέψεων που οδηγεί στο επιβληθεί το ηθικό καθήκον στους εύλογους ανθρώπους δισταγμούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις ούτε σκέφτεσαι, ούτε ανακαλείς αυτά που έχεις διαβάσει. Πράττεις με ενστικτώδη τρόπο τα αυτονόητα σου, αυτά που σ’ έμαθαν από πολύ μικρό οι γονείς σου, σε μια μακρινή ή σε τούτη εδώ την κοντινή πατρίδα. Και προφανώς αυτό που είχαν μάθει οι δυο μετανάστες από πολύ μικροί, ήταν ότι πρέπει να βοηθάνε τον πλησίον που βρίσκεται σε ανάγκη. Έτσι φαίνεται να τους τα είχαν πει οι δικοί τους. Δεν είχε βρεθεί δηλαδή κανείς «μεγάλος» να τους διδάξει από μικρά παιδιά ότι πρέπει να κοιτάνε τη δουλειά τους και να μην μπλέκονται, ότι η ζωή είναι πόλεμος όλων εναντίον όλων. Συνέχεια ανάγνωσης

Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας

Standard

της Ελένης Πορτάλιου

Η πόρτα του Παράδεισου

είναι γερά κλεισμένη

κι απέξω παραδέρνουνε

τη γης οι κολασμένοι

Από τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» του Μάνου Χατζιδάκι

Πρόσφυγες στην αρχαία αγορά

Η πόλη είναι ένα ζωντανό σώμα ανθρώπινων και κοινωνικών καταστάσεων, που αναδύονται μέσα από την ακίνητη υλικότητα της κατασκευής της. Ότι περιγράφουν εξ αποστάσεως οι στατιστικές της κρίσης και οι σωτηριολογική ρητορεία της πολιτικής, μιλά εδώ τη γλώσσα των προσώπων και των σωμάτων. Αυτή η εισβολή της πραγματικής ζωής στην καρδιά της πόλης, που ενσαρκώνουν, από τη μια, οι «άθλιοι» των Αθηνών και, από την άλλη, οι χιλιάδες των «αγανακτισμένων», είναι απειλητική για την εξουσία. Είναι μια κατάσταση έκρυθμη και γι’ αυτό επικίνδυνη, τόσο για τα επενδεδυμένα κεφάλαια στο Ιστορικό Κέντρο όσο και για τις επενδεδυμένες στα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις πολιτικές κυριαρχίας της δυναστείας του πλούτου.

Ο προεκλογικός πυρετός του υπουργού Καταστολής του Πολίτη και του δημάρχου Αθηναίων για την εκκαθάριση του κέντρου της πόλης και τη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής, υγειονομικής ζώνης ευταξίας, χωρίς «απόβλητους» μετανάστες, άστεγους, άπορους και διαμαρτυρόμενους ανθρώπους, είναι ένα ρατσιστικό, εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα, αν και με πολλές αντιφάσεις για τους εμπνευστές του. Γιατί το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας δεν στεγάζει μόνο την ακραία φτώχεια και εγκατάλειψη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και τις διαμαρτυρίες των νεόπτωχων Ελλήνων, αλλά αποτελεί, επίσης, προνομιακό χώρο κερδοσκοπίας στη γη και τα ακίνητα και ανεξέλεγκτης δράσης διεθνικών εγκληματικών μαφιών, με τεράστιους τζίρους μαύρου χρήματος από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και άλλων εισαγόμενων λαθραία ειδών, την καταναγκαστική πορνεία γυναικών και παιδιών, τα οργανωμένα δίκτυα κλοπών και επαιτείας.

Αυτές οι καθόλου ευγενείς επιχειρηματικές δραστηριότητες, που οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους αφήνουν ανενόχλητες γιατί στον παγκοσμιοποιημένο μαφιόζικο καπιταλισμό το χρήμα δεν έχει χρώμα, και οι οποίες εμπλέκουν στα κυκλώματά τους, για ένα κομμάτι ψωμί, εξαθλιωμένους αλλοδαπούς και ντόπιους, είναι ανταγωνιστικές στη λειτουργία του κέντρου ως τόπου κατανάλωσης –εμπορίου, αναψυχής και τουρισμού– και επομένως στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτούς τους τομείς. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η συνασπισμένη κρατική και δημοτική εξουσία, μη μπορώντας να συμβιβάσει δύο αντιθετικές μερίδες κεφαλαίων, ενεργεί σχεδόν αποκλειστικά με καταστολή απέναντι στους μετανάστες, τους νεόπτωχους των Αθηνών και τους διαδηλωτές, που κατονομάζει ως μοναδικούς υπεύθυνους της υποβάθμισης του κέντρου. Προφανώς το εμπόριο, η αναψυχή και ο τουρισμός στο Ιστορικό Κέντρο μαστίζονται σήμερα, αλλά από τις μνημονιακές πολιτικές σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της εργασίας και από τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα εκατοντάδες καταστήματα να κλείνουν, δημιουργώντας κενά στο χώρο και ενισχύοντας την εικόνα εγκατάλειψης από την απουσία δημόσιας φροντίδας για την πόλη.

Η ετερογένεια του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας

Το κέντρο της πόλης χαρακτηρίζεται ιστορικά από μεταβαλλόμενη αλλά έντονη ετερογένεια. Η εμφύτευση στο ακανόνιστο πολεοδομικά, οθωμανικό χωριό, που ήταν η Αθήνα την εποχή της απελευθέρωσης από την τουρκοκρατία, της κλασικής γεωμετρίας των μεγάλων αξόνων με εστιακά σημεία –σχέδιο Κλεάνθη, Σάουμπερτ και Κλέντσε– δεν εξαφάνισε τα λαϊκά χαρακτηριστικά της πόλης. Στο κέντρο της Αθήνας αποτυπώνεται χωρικά η παρουσία τόσο της πολιτικής εξουσίας και της αναδυόμενης αστικής τάξης όσο και του λαϊκού κόσμου: των μεροκαματιάρηδων, των ανέργων, των μικροεμπόρων, των πλανόδιων και των φοιτητών.

Η Αθήνα σχεδιάστηκε στη βάση δύο τριγώνων, του μεγαλύτερου Μητροπόλεως-Αθηνάς-Πανεπιστημίου και του μικρότερου Ερμού-Αιόλου-Σταδίου, με τρεις πλατείες στις κορυφές τους: Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι. Εξαρχής, στο σχεδιασμό αυτό ενσωματώθηκαν και διατηρήθηκαν οι κοινωνικές διακρίσεις. Από τη μια, αναπτύσσεται η περιοχή Πλάκας, Ανακτόρων, Συντάγματος, Σταδίου, Πανεπιστημίου και, από την άλλη, η περιοχή Μοναστηρακίου, Ψυρρή, Θησείου, με την πλατεία Ομονοίας στο μεταίχμιο των δύο.

H Ομόνοια το 1931

Στην ανατολική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου, με όριο τους άξονες Αιόλου και Αθηνάς, που αρχικά δεν διαφοροποιούνται από τις περιοχές Συντάγματος, Πανεπιστημίου, Ερμού, στεγάζονται οι χώροι της πολιτικής εξουσίας, τα μέγαρα της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης, τα πνευματικά ιδρύματα (τριλογία), το πολυτελές εμπόριο και η αστική δημόσια σφαίρα στα καφενεία.

Στη δυτική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου ανήκει η λαϊκή γειτονιά του Ψυρρή, εσωστρεφής, με μικρή μεταποιητική παραγωγή και εμπόριο, με χαρακτηριστικά λαϊκά καφενεία και τρόπους διασκέδασης, όπου συχνάζουν κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες της εποχής. Η πλατεία Μοναστηρακίου, κέντρο της παλιάς πόλης πριν την απελευθέρωση, συνεχίζει να είναι το κέντρο της αγοράς της Αθήνας, που επεκτείνεται στην Αθηνάς όταν η αγορά μεταφέρεται, μετά την πυρκαγιά στο Μοναστηράκι, στη σημερινή της θέση (Βαρβάκειος Αγορά).

Η πλατεία Λουδοβίκου (Κουμουνδούρου και σήμερα Ελευθερίας) συγκεντρώνει στα μέσα του 19ου αι., μετά την Αιόλου, τα μεγαλύτερα και καλύτερα εμπορικά καταστήματα, ξενοδοχεία, εστιατόρια και κέντρα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Ταυτόχρονα, ο γύρω χώρος διατηρεί τη λαϊκότητά του και γειτονεύει με τη συνοικία του Μεταξουργείου-θεατρικό κέντρο της Αθήνας. Στην πλατεία Ομονοίας κτίζονται αστικά μέγαρα και επιβλητικά ξενοδοχεία ως συνέχεια των οδών Αιόλου και Αθηνάς, πάντοτε, όμως, η Ομόνοια αποτελεί σημείο αναφοράς και διέλευσης των λαϊκών τάξεων, προσχωρώντας σταδιακά στο λαϊκό τμήμα της πόλης.

Το κέντρο είναι μια πολυλειτουργική συμπύκνωση της πόλης, που αρχικά σχεδόν ταυτίζεται με αυτή. Το παλάτι, η βουλή, υπουργεία, πανεπιστήμια, αστικά μέγαρα, μεγάλα ξενοδοχεία, λαμπρά θέατρα και καφέ αλλά και ταπεινά σπίτια όπου συγκατοικούν πολλές οικογένειες γύρω από μια αυλή, λαϊκά καφενεία, βιοτεχνία, πλανόδιο εμπόριο και θεάματα δρόμου, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, διερχόμενοι ξένοι και επαρχιώτες, συνθέτουν ένα μωσαϊκό χωρικών καταστάσεων και ανθρώπων, που συγχρωτίζονται και συγκρούονται. Γιατί το κέντρο της Αθήνας στέγασε ιστορικά και στεγάζει τη δημόσια σφαίρα του δρόμου, με έντονη, συγκρουσιακή παρουσία του λαού της πόλης σε όλες τις σημαντικές ιστορικές στιγμές και σε κάθε στιγμή που οι αποκάτω αναδύονται στο δημόσιο χώρο και κάνουν αισθητή την παρουσία τους: δημοκρατικό σύνταγμα και κατάργηση της βασιλείας του Όθωνα, αντίσταση στους Ιταλούς και τη γερμανική κατοχή, Ιουλιανά, 1-1-4, παιδεία και Κυπριακό, αντίσταση στη δικτατορία, φοιτητικές, εργατικές, αντιπολεμικές διαδηλώσεις, αγανακτισμένοι. Η διαδρομή Σύνταγμα-Πανεπιστήμιο-Ομόνοια είναι ένα ζωντανό μνημείο, ένα παλίμψηστο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που γράφτηκε συχνά με αίμα και δάκρυα.

Όπως όλη η Αθήνα, το κέντρο της γίνεται αποδέκτης της μαζικής έλευσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922. Αυτός ο αναπτυγμένος και προοδευτικός πληθυσμός, που αιμοδότησε την ανάπτυξη της χώρας και την Αριστερά, στεγάστηκε σε σκηνές και παραπήγματα, σε δημόσια κτήρια και κάθε μορφής κατάλυμα, μέχρι να αρχίσει η στέγασή του, με κρατική στήριξη και ατομικούς πόρους, η οποία ολοκληρώθηκε αρκετά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι θα έλεγαν σήμερα οι διώκτες της φτώχειας και των μεταναστών για την εικόνα της προσφυγιάς, που 90 χρόνια πριν κατέκλυζε την πόλη μέχρι τους αρχαιολογικούς της χώρους;

Η Αθήνα δεν υπήρξε ιστορικά αποστειρωμένη πόλη και η ένδεια, η παραβατικότητα, όπως και το κοινωνικό περιθώριο, είναι κομμάτι της ιστορίας της. Όταν, μετά τον πόλεμο, ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ο δρόμος αυτός, όπως και η πλατεία Ομονοίας, έχουν περάσει στη δυτική όχθη της πόλης. Η οδός «των τεράτων και των θαυμάτων» διέλαθε του εξευρωπαϊσμού. Πλανόδιο μικροεμπόριο, συντεχνιακά στέκια, φτηνά ξενοδοχεία, υπόγεια μαγειρεία, κουρεία, μάντρες, πορνεία, παπατζήδες, αρκουδιάρηδες, αργυραμοιβοί — εδώ ζει και κινείται ένα αποσυναρμολογημένο αστικό περιθώριο. «Καθιστός ο βίος των Αγίων / σε δωμάτια λαϊκών πορνείων / μέσ’ στις μυρωδιές των μαγειρείων / συντελείται ο νόμος των οργίων», είναι στίχοι από τις «Μπαλάντες».

Ο Γιώργος Ιωάννου εκδίδει το 1980 τη δική του Ομόνοια, γλυκόπικρη, τρυφερή, σκληρή και πάντα αστυνομικά επιτηρούμενη, την Ομόνοια της μοναξιάς, της επαρχίας και του απαγορευμένου έρωτα. «Μαθήτεψε αν σου βαστάει στην πλατεία. Είναι η πλατεία όλων των χωριών και όλων των πόλεων της χώρας. Όταν συχνάζεις εδώ, συχνάζεις παντού» … «και μπαινοβγαίνουν άνθρωποι αλλόθροοι, μαυριδεροί και μελαψοί και άλλοι λευκότεροι που μόνο από τα χείλη τους καταλαβαίνονται».

 

Το ιστορικό κέντρο μετά το 1990

 Η ραγδαία μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που έφτασε την Αττική πάνω στα βουνά και μέσα στη θάλασσα, δεν κατάφερε ν’ αλλάξει την αρχιτεκτονική και πολεοδομική φυσιογνωμία του Ιστορικού Κέντρου. Το 1985, με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, αναγνωρίστηκε η αξία του και η ανάγκη προστασίας του πολυλειτουργικού και κατ’ επέκταση ετερογενούς κοινωνικά χαρακτήρα του. Αν και η θέση αυτή αποτύπωνε την προοδευτική ιδεολογία της εποχής και της κοινωνικής πολεοδομίας, έμεινε ευγενής διακήρυξη. Γιατί η εφαρμογή της απαιτούσε δημόσιες παρεμβάσεις, σχεδιασμό και έλεγχο του χώρου από τους αρμόδιους φορείς — υπουργεία και δήμο. Ήδη, όμως, το Ιστορικό Κέντρο μετασχηματιζόταν με τους αγοραίους νόμους του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ονειρική παρανομία

Standard

διήγημα του Γιώργου K. Μπουγελέκα

 

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010. Λάδι σε πανί.

Έχουν περάσει ακριβώς εκατό χρόνια από τη γέννηση του πατέρα μου μέσα σ’ ένα καράβι φορτωμένο πρόσφυγες, που ξεκίνησε απ’ τον Τσεσμέ και κατέληξε στον Πειραιά. Μεγάλωσε στη φτώχεια, στη στέρηση και στην αδικία. Δούλεψε από παιδάκι στις φάμπρικες της Νέας Ιωνίας. Αγωνίστηκε, νίκησε και νικήθηκε, όπως ο κάθε άνθρωπος. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ από εκείνον είναι ότι, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν σταμάτησε να ονειρεύεται. Ίσως μάλιστα, περισσότερο τότε.

***

Το λεωφορείο του δρομολογίου Αιγάλεω-Αθήνα δεν έμπαινε πια στο κέντρο. Μας άφηνε στη Γεωπονική. Εκείνο το πρωί ανέβαινα την Πειραιώς λίγο βιαστικά. Δεν ήταν μόνο γιατί φοβόμουν τους εκατοντάδες πεινασμένους, άρρωστους και άστεγους, που είχαν στήσει το τσαρδί τους στις εσοχές των εισόδων των πολυκατοικιών, στο πλήρως κατειλημμένο παλιό κτίριο του ΙΚΑ, στους, περιφρουρημένους από μια μοίρα καταδρομέων, κήπους γύρω απ’ τη Δημοτική Πινακοθήκη, στα ανενεργά –λόγω έλλειψης αυτοκινήτων– οικόπεδα των αλλοτινών πάρκινγκ, στα πεζοδρόμια της κεντρικής οδού∙ αλλά και γιατί, πολύ απλά, κρύωνα. Κρύωνα και για να ζεσταθώ περπατούσα γρήγορα.

Έφθασα στην Ομόνοια, προχώρησα στη Σταδίου και έστριψα αριστερά στην Μπενάκη. Η εικόνα της Αθήνας ήταν πληκτικά τρομακτική. Παντού υπήρχαν απελπισμένοι περιπλανώμενοι∙ με δυο κουβέρτες, έναν υπνόσακο από πάνω, κοντά σ’ ένα βαρέλι που άναβε μια κόκκινη φωτιά και θύμιζε αμυδρά την αίσθηση μιας εστίας, πάλευαν να κρατηθούν στη ζωή. Στρατιωτικά καμιόνια μάζευαν τα πτώματα της προηγούμενης νύχτας από τα μαύρα χαράματα, αρκετά πιο νωρίς από τις, σπάνιες πια, εξορμήσεις των δημοτικών αυτοκινήτων καθαριότητας.

Το ραντεβού με τον Τάσο ήταν στη γωνία της Σολωμού με την πλατεία Εξαρχείων. Τον ήξερα από παλιά, από τις αρχές του αιώνα, τότε που δούλευα σε ένα τεχνικό γραφείο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκείνος ήταν ηλεκτρολόγος και είχε συνεταιριστεί με έναν γνωστό μηχανολόγο. Στα συνεργαζόμενα γραφεία που δουλεύαμε τα είχαμε βρει και κάναμε παρέα. Για ένα διάστημα πρέπει να συνυπήρξαμε και στο Πολυτεχνείο, αλλά τότε δεν γνωριζόμασταν. Εγώ στους πολιτικούς, εκείνος σε άλλη σχολή, αγνοούσε ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αυτή την εποχή, αν και ήμαστε και οι δύο άνεργοι, δεν σταματήσαμε να βλεπόμαστε και να τα λέμε. Στον Τάσο είχα εμπιστοσύνη.

«Κοίταξε, Χρήστο, το πρόβλημά σου είναι πλέον μια άλλου είδους επιδημία. Όσοι δεν είναι στους δρόμους και πρέπει να παλέψουν για να βγάλουν το βράδυ τους, αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα με σένα. Η ψυχίατρος που με καθοδηγεί έχει κρατήσει μέσα σ’ αυτόν το χαμό κάποιας μορφής, απλοϊκά ίσως, στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο. Γι’ αυτό άλλωστε κι εγώ στρώθηκα στη δουλειά μπας και δώσω μια λύση. Να βοηθήσω κάποιους φίλους στην αρχή, κι όταν αλλάξουν τα πράγματα να το εκμεταλλευτώ και εμπορικά. Στο λέω πάντως από τώρα, γιατί θέλω να είμαστε εξηγημένοι. Δεν είμαι σίγουρος για τα αποτελέσματα. Είμαι ακόμα σε πειραματικό στάδιο και δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω για τη συνεργασία και την εχεμύθεια, φίλε μου».

«Κόφτο, ρε γαμώτο! Εμείς είμαστε σαν αδέλφια. Μου εμπιστεύεσαι το μυστικό σου για το μηχάνημα κι εγώ σου εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σαν πειραματόζωο. Πατσίσαμε. Όσο για το άλλο, δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά. Πράγματι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα. Το τηλεοπτικό κανάλι του Συνδέσμου Βιομηχάνων ανακοίνωσε σημαντική πτώση της ανεργίας κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες. Από σαράντα οκτώ κόμμα δύο τοις εκατό έπεσε στις σαράντα έξι κόμμα τέσσερις τον τελευταίο χρόνο. Αν συνεχίσουμε έτσι, λέει, σε τέσσερα χρόνια, θα φθάσουμε στα επίπεδα του 2018!»

«Όταν ερχόσουν, πρόσεξες μήπως σε παρακολούθησε κανείς;»

«Και βέβαια πρόσεχα. Κάθε τόσο σταματούσα στα κέντρα διανομής συσσιτίου κι έκανα πως στεκόμουν στην ουρά για να ελέγξω τι γινόταν πίσω μου. Είχα το νου μου, μην ανησυχείς».

«Λοιπόν, θα πάω πρώτος ν’ ανοίξω το μηχάνημα, να φορτώσει τα προγράμματα. Εσύ θα ξεκινήσεις σε δέκα λεπτά από τη στιγμή που θα φύγω. Μην σταθείς σαν ξυλάγγουρο εδώ. Δεν πρέπει να προκαλέσεις κανένα βλέμμα! Κάνε καμιά βόλτα γύρω απ’ την πλατεία».

«Και να ήθελα, ρε Τάσο, δεν θα μπορούσα να σταθώ ακίνητος. Θα ξεπάγιαζα. Όμως ακόμα δεν ξέρω πού θα έλθω. Είναι μακριά από δω;»

«Μπροστά σου είναι, αγόρι μου! Μπροστά σου, στην μπλε πολυκατοικία! Τρίτος όροφος, διαμέρισμα τριάντα πέντε».

«Μ’ έστειλες! Ούτε που πήγε το μυαλό μου».

«Φεύγω. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε επάνω. Σε δέκα λεπτά, έτσι;»

«Εντάξει».

Ξεκίνησα το περπάτημα. Ανακουφίστηκα κάπως με όσα μου είπε ο Τάσος για την έξαρση της αδυναμίας κατασκευής ονείρων. Δεν ήμουνα μόνος μου. Είχα να ονειρευτώ, να κάνω σχέδια, να οραματιστώ ένα μέλλον του γούστου μου πάνω από δύο χρόνια. Ήταν βέβαια και κυβερνητική εντολή, αλλά δεν μπορούσα πια να την ακολουθήσω.

 «Αποφεύγετε να κάνετε όνειρα για τη ζωή σας. Κανένας δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις για το μέλλον. Ούτε εμείς, η υπεύθυνη κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, που σας έσωσε από την καταστροφή πριν έντεκα χρόνια. Από την πρώτη στιγμή σάς είχαμε προειδοποιήσει: η προσπάθεια θα είναι σκληρή και μακροπρόθεσμη. Κάνετε υπομονή και σε καμία περίπτωση όνειρα. Είναι απολύτως επικίνδυνο για την εθνική οικονομία και το μέλλον της πατρίδας. Μην ξεχνάτε: ονειρεύονται μόνο οι τρομοκράτες και οι εχθροί των διαρθρωτικών αλλαγών».

Αυτό το κείμενο το έβλεπες παντού. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα κέντρα διανομής τροφής, στις κολώνες. Ο κόσμος το πρώτο διάστημα συμμορφώθηκε, όμως σύντομα διαπίστωσαν οι Αθηναίοι ότι και να ήθελαν να ονειρευτούν τους ήταν αδύνατον. Έτσι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια. Εγώ δεν τα κατάφερα. Τα όνειρα για το αύριο –ένα αύριο πάντα πιο φωτεινό από το όποιο σήμερα– με έτρεφαν, μου έδιναν κουράγιο, δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτά. Η στέρησή τους ήταν για μένα επώδυνη. Έτσι μέσα από μισόλογα στην αρχή και λίγο πιο μετά με λόγια καθαρά και ξάστερα ο Τάσος, ένα μήνα πριν, μου είχε μιλήσει για το μηχάνημα υποβοήθησης παραγωγής ονείρων και, με χίλιες προφυλάξεις, κανονίσαμε το σημερινό ραντεβού.

Χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματος. Μου άνοιξε ο φίλος μου και πέρασα μέσα. Με οδήγησε σε ένα μεγάλο δωμάτιο που πρέπει να ήταν το σαλόνι του διαμερίσματος. Στο κέντρο του ήταν ένα ιατρικό κρεβάτι κι όλος ο τοίχος πίσω από το κεφάλι του κρεβατιού ήταν καλυμμένος με οθόνες. Μπροστά τους ήταν ένας μακρύς λευκός πάγκος που περιείχε πάνω από δέκα πύργους υπολογιστών, τέσσερα πληκτρολόγια και ένα ηλεκτρονικό κλαβιέ. Στο πλάι του κρεβατιού και από τη μεριά των παραθύρων του δωματίου βρισκόταν ένα νοσηλευτικό τρόλεϊ με λίγες γάζες, ένα απολυμαντικό και ένα συνονθύλευμα από μικρές βεντούζες, σαν αυτές που κολλάνε στο σώμα μας όταν πρόκειται να κάνουμε καρδιογράφημα. Αυτά τα ηλεκτρόδια κατέληγαν στον πάγκο των υπολογιστών αλλά ήταν αδύνατον να καταλάβω με ποιους από τους υπολογιστές ήταν συνδεδεμένα.

«Καλημέρα σας», άκουσα μια άχρωμη φωνή πίσω μου. Γύρισα και βρέθηκα μπροστά σε μία κυρία μέσης ηλικίας με λευκή μπλούζα, με ένα στηθοσκόπιο κρεμασμένο από το λαιμό της, με μισά γυαλιά πρεσβυωπίας που ισορροπούσαν στο μέσον της μύτης και με ένα άψογο όσο και απεχθές χτένισμα κομμωτηρίου. Στεκόταν στην κάτω μεριά του κρεβατιού.

«Είναι η συνεργάτιδα και καθοδηγήτριά μου στην κοινή μας προσπάθεια∙ η κυρία Μαίρη, ψυχίατρος», έκανε τις συστάσεις ο ηλεκτρονικός υπεύθυνος του εγχειρήματος.

«Ξαπλώστε, παρακαλώ» , μου είπε η άχρωμη φωνή, «και φυσικά χαλαρώστε». Συνέχεια ανάγνωσης

H αυτοκτονία

Standard

του Bασίλη  Κ. Δωροβίνη

Η αυτοκτονία στην πλατεία Συντάγματος κυριολεκτικά έκαμε τον γύρο του κόσμου. Σε αυτό το σύντομο άρθρο προτίμησα να μεταφέρω καταρχήν ένα ηλεκτρονικό σημείωμα που έλαβα χθες από τον Καναδά.  Ο αποστολέας, ας πούμε Θ.Ζ., είναι γνωστός μου ψυχίατρος που εκπατρίστηκε από τη δεκαετία του 1970, σταδιοδρόμησε μέχρι πρόσφατα σε μία ευνομούμενη χώρα, συνταξιοδοτήθηκε πρόσφατα και παρακολουθεί, ιδίως τελευταία, με έντονο ενδιαφέρον, όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Σκεπτικιστής και περισσότερο στραμμένος, όπως πολλοί Έλληνες του εξωτερικού, προς το εδώ κοινωνικό υπόστρωμα και τη «βαθιά κοινωνία» αντιδρά έντονα στην κομματικοποίηση.

Διάβασα, λοιπόν, μου γράφει, σε αθηναϊκή εφημερίδα ότι ο συνταξιούχος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία λόγω της αίσχιστης διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Σε άλλα σημειώματά του μου έχει τονίσει ότι στον Καναδά τα «φακελάκια» είναι αδιανόητα, λόγω και της άμεσης παραπομπής τυχόν ενόχων σε δικαστήρια και επίσης άμεσης διαγραφής τους από το ιατρικό σώμα. Η κοινωνική-ιατρική ασφάλιση είναι γενικευμένη σε ενιαίο φορέα, δίχως δικαίωμα «διαπραγμάτευσης» για επιλογή γιατρού στα νοσοκομεία, η δε φορολογία των γιατρών (μια και γίνεται εδώ λόγος γι’ αυτούς) φτάνει το 50% των εισοδημάτων.

Η αντίδρασή του στο δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδας ήταν άμεση. Μου γράφει: «Η ψυχωτική κατάθλιψη, με παραισθήσεις λόγω φτώχειας και ιδεάσεις αυτοκτονίας, είναι ασθένεια, όχι ασυνήθης για τους γηραιότερους, και μπορεί να υπάρξει φαρμακευτική αγωγή με ΕΟΤ. Έγινε ενδελεχής ιατροδικαστική έρευνα, μαζί με πεπειραμένο αρμόδιο ψυχίατρο; Πόσο μπορεί να είναι βέβαιος κανείς για το τι οδήγησε τον άτυχο άνθρωπο να βάλει τέλος στη ζωή του; Ακόμα κι αν αποκλειστεί η ψυχασθένεια ως αιτία, υπάρχουν πολλές αιτίες να θέσει κανείς τέρμα στη ζωή του, όταν υπάρχουν οικονομικοί λόγοι σε μεγάλη ηλικία, και τούτο δεν οφείλεται αποκλειστικά σε λάθη κυβερνήσεων ή πολιτικών. Γιατί τα ελληνικά ΜΜΕ ορμούν να βγάλουν αμέσως συμπεράσματα;» (η μετάφραση δική μου).

Οι παρατηρήσεις αυτές, που ασφαλώς δεν είναι μεμονωμένες, μπορούν να ερμηνευθούν με πολλούς τρόπους. Και, πρώτα απ’ όλα, ως ένα ψυχιατρικό-ερμηνευτικό αντίστοιχο, ακόμα και κυρίων άρθρων δημοσιευμάτων του δικομματισμού, τα οποία διακρίθηκαν αμέσως μετά το συμβάν για τη στάση τους του «μη μου άπτου», εννοείται κατά της όποιας πολιτικοποίησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Το εντεύθεν και το εκείθεν των δημοσκοπήσεων

Standard

του Τάκη Καφετζή

 Ένα τριπλό ερώτημα διαπερνά έμμονα τις πολιτικές δημοσκοπήσεις, εβδομήντα κοντά χρόνια τώρα που διεκδικούν μια θέση στο ριπίδιο των μεθόδων πολιτικής ανάλυσης: Tι είναι αυτό που μετράνε, (άρα) πόσο μπορούν να το μετρήσουν, (άρα) πώς το μετράνε; Ο συμπερασματικός σύνδεσμος ανάμεσα στις τρεις «στιγμές» αυτού του ερωτήματος δεν υποδηλώνει τόσο μια ιεραρχικά και γραμμικά οργανωμένη διάταξή τους, όσο πιθανές παλινδρομικές τους συσχετίσεις. Το πόσο μπορείς να μετρήσεις προ-καθορίζει την επιλογή του μετρήσιμου, το πώς μπορείς να μετρήσεις δεν μπορεί παρά να φιλτράρει το τι και πόσο είναι μετρήσιμο. Ακόμα και στο απόγειο των φιλοδοξιών του, τις δεκαετίες ’50 και ’60, ο ακαδημαϊκός κοινωνιολογικός θετικισμός, αυτή η μήτρα της «ακριβούς μελέτης του κοινού», είχε τα εγγενή του όρια.

Τα όρια αυτά έχουν σχέση και με την αξίωση των μετρήσεων να αποτελούν μια πιστή μεν αλλά στιγμιαία «αποτύπωση» των στάσεων των πολιτών. Η πιστότητα παραπέμπει στην επιστημονικά ελέγξιμη κανονικότητά τους, το στιγμιαίο τις καθιστά αναιρέσιμες, καθότι ευεπίφορες στην τυχαιότητα των καιρών. Το κανονικό υποθέτει την επαναληπτικότητα του υποκειμενικού χρόνου, το έρμα των ροπών μιας γνώσιμης στάσης και συμπεριφοράς. Το τυχαίο αφήνεται στη ρωγμή, στη διακοπή χωρίς πριν και μετά, στο αναίτιο της μεταστροφής ενός παράξενου γούστου, μιας ιδιοσυγκρασιακής διάθεσης. Είναι σαν το ένα να διαλέγεται με τη συμπαγή διάρκεια του φαντασιακά συλλογικού –eo ipso ορθολογικού, εξ ου και επιστητού– πολιτικού υποκειμένου μιας κοινότητας, και το άλλο να ρίχνει γέφυρες προς το κατακερματισμένο, ακατάτακτα εγκαταλελειμμένο θρύμμα-άτομο μιας ιδιωτεύουσας ζωής.

 Το τάνυσμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους, αυτές τις δύο καταστατικές συνθήκες ύπαρξης τους ανθρώπου στον αστικό κόσμο, συνόδευσε την ιδρυτική πράξη των μετρήσεων της κοινής γνώμης. Και απ’ αυτό το τάνυσμα απορρέει μια αμηχανία και απορία τους: Σε ποιο βαθμό εκείνο που προσπαθούν να μετρήσουν σε ατομικό, πάντα, επίπεδο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για αναλυτικές γενικεύσεις στο «σύνολο του πληθυσμού»∙ πώς μπορεί το άτομο, αυτό το θεμέλιο της φιλελεύθερης σκέψης από την οποία αντλεί η φιλοσοφία των δημοσκοπήσεων, να ταξινομηθεί σε μακρο-κοινωνιολογικές κατηγορίες, σε συλλογικότητες που εμπεριέχουν ολιστικότερες υποθέσεις∙ με ποιους τρόπους η εξ ορισμού ρευστή συνθήκη της εκάστοτε συγκυρίας που «αποτυπώνεται» στις απαντήσεις ενός ατόμου σε μια δημοσκοπική συνέντευξη (μαζί με τη διάθεσή του τη στιγμή της συνέντευξης), μπορεί να στοιχειοθετήσει με κάποια επάρκεια προβολές για τη μοίρα του πολιτικού συστήματος και των θεσμικών παικτών του. Εδώ βρίσκει ίσως τους λόγους της και η ερώτηση-βουντού των μετρήσεων για την «πρόθεση ψήφου» — ένα ισχυρό όπλο για την όποια συμμετοχή τους στο παίγνιο εξουσίας. Αν η καμπύλη της πρόθεσης ψήφου στο χρόνο ενός εκλογικού κύκλου βρίσκεται «κοντά» στην κατανομή των επιλογών των ψηφοφόρων κατά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, το πολιτικό σύστημα, οι φορείς του, κλπ, αναπαράγονται χωρίς να διαταράσσεται σοβαρά η δομή πολιτικής ισχύος και επιρροής. Αν όμως αυτή η καμπύλη της πρόθεσης ψήφου παρουσιάζει μικρότερη η μεγαλύτερη απόκλιση από τους συσχετισμούς που καταγράφηκαν στις τελευταίες εκλογές, αρχίζει μια συζήτηση περί ανακατατάξεων, αμφισβήτησης, ανατροπής κττ., του «πολιτικού σκηνικού». Όπως συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα με τις μετρήσεις των τελευταίων μηνών. Τα αποτελέσματά τους προβληματίζουν τους εταίρους μας, εντάσσονται ως ζήτημα ημερήσιας διάταξης στην πολιτική ατζέντα των δανειακών και άλλων κερδώων αξιώσεών τους, τροφοδοτούν το «σασπένς» που δημιουργούν στο κοινό οι εδώ διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αναβαθμίζουν το ρόλο και την αναγκαιότητα των ίδιων των μετρήσεων — αρκεί και μόνο αυτή η διάχυτη «ρευστότητα» που εκπέμπουν πριν την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Συνέχεια ανάγνωσης