Ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής

Standard


του Αλαιν Ντυαμελ

Ο Ζαν Λυκ Μελανσόν γεννήθηκε στα εξήντα του. Προηγουμένως, δεν ήταν παρά ένα δεύτερο βιολί στους κόλπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ταλαντούχος και ανικανοποίητος. Συμμετέχοντας πάντοτε στις  προσπάθειες να ενισχυθεί η αριστερή πτέρυγα του ΣΚ και απογοητευμένος πάντοτε, υπήρξε, περιέργως, ο βενιαμίν της Γερουσίας, σε μια θέση όπου εκτονωνόταν χωρίς να υπερβαίνει τα εσκαμμένα και εν συνεχεία μετριοπαθής και πιστός υπουργός της κυβέρνησης Ζοσπέν.

Τον πραγματικό του εαυτό τον ανακάλυψε στην καμπάνια του «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2005 για το Ευρωσύνταγμα. Εκεί, στο πλευρό της Μαρί-Ζωρζ Μπυφέ και του Ολιβιέ Μπεζανσενό, ήταν αρχικά ο λιγότερο αναγνωρίσιμος, αλλά γρήγορα έγινε αυτός που συγκέντρωνε τα περισσότερα χειροκροτήματα. Η θυελλώδης ευγλωττία του, η αλαζονεία της ρητορικής του, οι οργισμένες καταγγελίες του γοήτευαν το κοινό. Ο πρώην τροτσκιστής, ο αιώνιος μαχητής, ο ανυπόμονος για το πεπρωμένο του πολιτικός ανήρ είχε αντιληφθεί πως το μέλλον του βρισκόταν εκεί, ως ηγετική μορφή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Ξεκίνησε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ίδρυσε το Κόμμα της Αριστεράς, κατέκτησε το αξίωμα του υποψηφίου του Κομμουνιστικού Κόμματος για την προεδρία και, ξαφνικά, στην προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2012, ο Ζαν Λυκ Μελανσόν έγινε επιτέλους ο Ζαν Λυκ Μελανσόν: ο πρώτος δημεγέρτης της Γαλλίας, ο μοδάτος αφοριστής, ο λαύρος εισαγγελέας της διαβόητης γαλλικής κοινωνίας, ο πιο ανελέητος  πολεμιστής. Η Γαλλία ξαναέβρισκε ένα από τα πιο δημοφιλή της πολιτικά αρχέτυπα: τον μεγάλο οργισμένο εθνικό ποιητή.

Δεν είναι τυχαίο ότι του Ζαν Λυκ Μελανσόν  του αρέσει να τελειώνει τις ομιλίες του με μερικές προσεκτικά διαλεγμένες παραγράφους του Βίκτωρα Ουγκώ. Η Γαλλία ανέκαθεν αναμίγνυε την πολιτική, την ιστορία και τη λογοτεχνία. Ο υποψήφιος του Αριστερού Μετώπου, καλλιεργημένος, οξύθυμος και μαχητικός, ανακαλύπτει εκεί τη φυσική πηγή της έμπνευσής του. Στα 1848, ο πιο δημοφιλής άνδρας της Γαλλίας ονομαζόταν Λαμαρτίνος.

Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και στις απαρχές της Τρίτης Δημοκρατίας, η μορφή του Βίκτωρα Ουγκώ ακτινοβολούσε. Ο συγγραφέας, ο ποιητής ηγεμόνευε στη δημόσια σφαίρα. Με τα βιβλία του, τους στίχους του, τις εξορίες του, τις διαλέξεις του, τις παρεμβάσεις του στο Κοινοβούλιο, ο Βίκτωρ Ουγκώ κυριαρχούσε στη σκηνή του πολιτισμού και της πολιτικής, προσιτός και απροσμέτρητος, βλοσυρός και αψίκορος, ανυπέρβλητος κατήγορος, εκθαμβωτικός προπαγανδιστής, γενναιόδωρος και άδικος, οραματιστής και ονειροπόλος. Σε αυτή την παράδοση εγγράφεται και ο Ζαν Λυκ Μελανσόν, ακολουθώντας τα βήματά του.

Μπορεί, προφανώς, να επιχειρήσει κανείς δύο αναγνώσεις. Υπάρχει ο υποψήφιος, βρυχώμενος από κάθε βήμα,  θυελλώδης σε κάθε στούντιο, με το καταιγιστικό του ταμπεραμέντο, τα ασταμάτητα ξεσπάσματά του, τα χονδροειδή ευφυολογήματα και τις δυσάρεστες προσβολές. Δεν δείχνει επιείκεια για κανένα παρεκτός του εαυτού του. Αποκαλεί τον Φρανσουά Ολάντ «κυβερνήτη του θαλάσσιου ποδήλατου» (η πιο κακεντρεχής βρισιά της προεκλογικής εκστρατείας, όλων των υποψηφίων συμπεριλαμβανομένων), την Μαρίν Λε Πεν «ημίτρελη», τις γυναίκες δημοσιογράφους που έχουν την ατυχία να μην του αρέσουν «παπαγαλάκια», τους άντρες δημοσιογράφους που του αντιτίθενται «λακέδες». Επιπλέον, παριστάνει πως είναι ο ίδιος θύμα επιθέσεων και μετατρέπεται αυτομάτως στον μέγα διωκόμενο. Τόσο ώστε να κερδίζει πόντους, να ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις, να εντυπωσιάζει την κοινή γνώμη. Στη Βαστίλη, αν και έχασε στο επίπεδο του λόγου, κατάφερε ωστόσο  να συγκεντρώσει το πιο γιγάντιο πλήθος που έχουμε δει από την εποχή των περίφημες διαδηλώσεις στις μεγάλες απεργίες του 1995.Σ’ αυτή την προεκλογική εκστρατεία υπάρχει λοιπόν το φαινόμενο Μελανσόν. Εάν επιβεβαιωθούν και στην κάλπη τα τωρινά προγνωστικά, θα βαρύνει σημαντικά στον δεύτερο γύρο, υποχρεώνοντας ίσως τον Φρανσουά Ολάντ να ριζοσπαστικοποιηθεί –αυτή είναι και η  ελπίδα της Δεξιάς– οδηγώντας παράλληλα τους εκλογείς του πίσω από τον σοσιαλιστή υποψήφιο, καταπτοώντας τα κεντρώα τάγματα μάχης. Θα έχει παίξει σημαντικό ρόλο.

Κυρίως, όμως, θα έχει ξαναζωντανέψει το όνειρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία, υπάρχουν οι πρωταγωνιστές του εφικτού (Φρανσουά Ολάντ, Φρανσουά Μπαϋρού, Νικολά Σαρκοζύ),  υπάρχουν οι φορείς του εφιάλτη (Μαρίν Λε Πεν, Νικολά Ντυπόν-Ενιάν) και υπάρχει και ο μεγάλος  μας εθνικός  ποιητής, ο άνθρωπος που ενσαρκώνει την ουτοπία, που ξαναζωντανεύει τα χιμαιρικά οράματα, που προφητεύει έναν άλλο κόσμο όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη, θα δεσπόζει η ισότητα και θα ανθίζει η αρετή.

Κάτι τέτοιο θα ήταν η εκδίκηση των Αθλίων, ο θρίαμβος των Τιμωριών[1] μια αυθεντική σοσιαλιστική δημοκρατία, μια κυβέρνηση με κόκκινες γραβάτες. Οι αγορές θα εθνικοποιούνταν, ο καπιταλισμός θα εκριζωνόταν, οι μεγάλες επιχειρήσεις θα κρατικοποιούνταν. Όπως και στον 19o αιώνα, όταν  η Γαλλία πιάνει φωτιά, φλέγεται όλη η Ευρώπη. Οι γείτονές μας θα προσηλυτίζονταν, τα Ενωμένα Ευρωπαϊκά Έθνη του Ουγκώ θα αποκτούσαν σάρκα και οστά, θα πραγματώναμε την Έκτη Δημοκρατία. Θα ήταν η ώρα των λογαριασμών και του σαλπίσματος της αλλαγής. Θα μπορούσαμε εκ νέου να επινοήσουμε, να φανταστούμε, να ελπίσουμε, να κινητοποιηθούμε. Ο φλογεροός ρομαντισμός θα έπαιρνε εκδίκηση έναντι των εμποδίων και των δοκιμασιών των πεζών εναλλαγών εξουσίας. Αυτό είναι το λιμπρέτο της μελανσονικής όπερας. Αν, κατά λάθος,  δεν παιχτεί, τότε ο Ζαν Λυκ Μελανσόν θα πρέπει να ικανοποιηθεί, με το φτωχικό αντάλλαγμα του Yπουργείου των Mαζών.

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s