στα ενθέματα στις 29 απρίλη

Standard

Έργο του Βασίλι Καντίνσκι

Πού βρίσκονται τα άκρα; Αντώνης Λιάκος

 Στα όπλα… Παναγιώτης Παπίδας

 Το πιο δύσκολο στοίχημα. Σκέψεις με αφορμή τις γαλλικές εκλογές: Νικόλας Σεβαστάκης

 Άγιε μου Παντελεήμονα, τι αυγή μας ξημερώνει; Μαρία Καλαντζοπούλου

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ. Το πολιτικό σύστημα σε αποσύνθεση. Ο ναζισμός στη Βουλή; Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 Πετρέλαιο και Μεσόγειος: Δυο κρίσεις, μία λύση; (1973-2012): Γιάννης Μάργαρης

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η  θεωρία των δύο άκρων: Πολυμέρης Βόγλης

Οι έλληνες οικογενειάρχες στις κάλπες: Αγγέλικα Ψαρρά

 

Πού βρίσκονται τα άκρα;

Standard

 του Αντώνη Λιάκου

Έργο του Αλεξάντερ Ροτσένκο

Η πολιτική γεωγραφία δεν εντοπίζει απλώς πολιτικές συμπεριφορές, αλλά τις επηρεάζει και τις προκαλεί. Στην Ελλάδα, πριν από τη δικτατορία είχαμε Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, ενώ στη μεταπολίτευση ο ιδεολογικός χάρτης προσαρμόστηκε στο σχήμα Δεξιά-Αριστερά, με πολιτικές αποχρώσεις σε Δεξιά-Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά-Αριστερά, από τότε που επινοήθηκε η έννοια του «μεσαίου χώρου». Αυτή η γεωγραφία, της οποίας η τομή συνέχιζε να είναι Δεξιά/Αριστερά, αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης από μιαν άλλη, η οποία κατανέμει τον πολιτικό χώρο σε κόμματα των άκρων, έναντι των κομμάτων του μεσαίου χώρου: τα μεν ταυτίζονται με τη δημοκρατία, τα δε την ανταγωνίζονται και αποτελούν κίνδυνο για αυτήν· τα μεν υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή προοπτική, τα δε εύχονται την έξοδο της χώρας από την Ευρώπη και την επάνοδο στη δραχμή. Πρόκειται για ένα μανιχαϊκό σχήμα που συμπληρώνει το αφήγημα της κρίσης, το οποίο εμπεδώθηκε από την αρχή της και πάνω στο οποίο βασίζονται οι πολιτικές της κρίσης — δηλαδή ότι η κρίση οφείλεται στη στρεβλή πορεία της χώρας και στην έλλειψη μεταρρυθμίσεων. Το σχήμα αυτό προβάλλεται και αναδρομικά με μια θεαματική ιδεολογική κατάχρηση της ιστορίας της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία, σύμφωνα με τους θιασώτες του σχήματος, καταλύθηκε όχι από τον Χίτλερ, αλλά από την άνοδο των «άκρων»! Το σχήμα αυτό δηλαδή τείνει να εξελιχθεί σε μια γεωγραφία η οποία αφορά συνολικά την εποχή της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα όπλα…

Standard

ΡΗΤΩΣ ΛΕΧΘΕΝΤΑ

του Παναγιώτη Παπίδα

Ζακ-Λουί Νταβίντ, «Ο όρκος του σφαιριστηρίου», 1791

Είχα μια τεράστια λαχτάρα να σας εξηγήσω για ποιο λόγο θα πρέπει να αντισταθούμε στην λαίλαιπα των καιρών, στην προσπάθεια των σημερινών αρχόντων να διαλύσουν  την κοινωνία μας, έτσι όπως την ξέρουμε, έτσι όπως τη φτιάξαμε με κόπους και αγώνες χρόνια τώρα. Μα έχουν ειπωθεί τόσα που οδηγούμαι στο (ασφαλές;) συμπέρασμα ότι απλώς θα σας κουράσω. Ας υποθέσω λοιπόν ότι ξέρετε γιατί… Οπότε ας δαπανήσω τις υπόλοιπες 800 λέξεις για να παραθέσω τους διάφορους τρόπους, κοινώς τα «όπλα», που έχουμε για να πετύχουμε τον σκοπό μας.

Ας μην απομακρυνθούμε πολύ από την σύγχρονη εποχή (τότες παλιά, με  καίριο ζήτημα τις μπανάνες και τη διαχείρισή τους, οι μέθοδοι ήταν κομματάκι διαφορετικές). Στην Γαλλική Επανάσταση, λοιπόν, μαθαίνω από τα χρονικά της εποχής ότι είχανε μαζέψει παλούκια και τσουγκράνες και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα και κατευθύνθηκαν προς την Βαστίλη, όπου η φρουρά, ανέλπιδα, παραδόθηκε. Προηγήθηκε βέβαια ο όρκος του σφαιριστηρίου (αρκετά αστείο όνομα για να σηματοδοτήσει μια επανάσταση, αλλά ποιος ασχολείται με αστειότητες τέτοιες στιγμές;) που υπήρξε  το καθοριστικό όπλο, πολύ αποτελεσματικότερο από τα παλούκια και τις τσουγκράνες — οι οποίες, σημειωτέον, υπήρχαν όλες τις εποχές, αλλά δεν βοήθησαν ιδιαίτερα σε κάποια άλλη κοινωνική επανάσταση του μεγέθους και της σημασίας της Γαλλικής. Αυτός ο χαζοόρκος, μια δέσμευση που άλλοι θα θεωρούσαν μέχρι και γελοία, ήταν το όπλο –και μάλιστα τόσο το τσακμάκι όσο και η ίδια η γέμιση– που οδήγησε μέχρι την κατάληψη της Βαστίλης. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η Γαλλία έκτοτε είναι μια δημοκρατική χώρα… Συνέχεια ανάγνωσης

Το πιο δύσκολο στοίχημα: Σκέψεις με αφορμή τις γαλλικές εκλογές

Standard

 του Νικόλα Σεβαστάκη

"Κοίτα τον ουρανό". Παρίσι, 12 Απριλίου 2012. Φωτογραφία του Eric Tenin (από την ιστοσελίδα http://www.parisdailyphoto.com/)

Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία προκάλεσε μικρό ή μεγαλύτερο σοκ σε πολλούς από όσους είχαν «μπει στο κλίμα» της προεκλογικής περιόδου. Εννοώ φυσικά στη θερμή ατμόσφαιρα της εκστρατείας του Μελανσόν, της οποίας ένα από τα στοιχήματα ήταν η ανάσχεση της λαϊκής και εργατικής «διείσδυσης» του λεπενισμού, η ηθική και πολιτική απογύμνωση της ακροδεξιάς δημαγωγίας. Για πολλές εβδομάδες έτυχε να δω βίντεο και να διαβάσω κάθε λογής κείμενα, φιλικά και κριτικά, εγκωμιαστικά ή δηλητηριώδη, για την εκστρατεία του Μετώπου της Αριστεράς και για τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Τώρα, λίγες μέρες μετά το αποτέλεσμα, η εντύπωσή μου δεν αλλάζει με το 11% και κάτι αντί του 15% ή του 16% που αποτελούσε μια θεμιτή προσδοκία.

Συνοψίζω τι αντιλήφθηκα από αυτή την συγκεκριμένη κινητοποίηση. Η παρουσία Μελανσόν και Μετώπου της Αριστεράς υπήρξε από πολλές απόψεις υποδειγματική. Συνδύασε το πάθος και την έλλογη πρόκληση, τον λυρισμό μαζί με μια δραστική αφομοίωση των ιστορικών συμβολισμών της γαλλικής ριζοσπαστικής παράδοσης. Ενσωμάτωσε διανοούμενα και λαϊκά στοιχεία συνομιλώντας με διαφορετικές πηγές του ρεπουμπλικανισμού και του σοσιαλισμού. Ξεδίπλωσε, πάνω από όλα, μια εμψυχωτική ρητορική και ένα αναμφισβήτητο πολιτικό χάρισμα. Οι τραχιές και επιθετικές όψεις της ρητορικής του Μελανσόν εναλλάσσονταν με είδος πρακτικής πολιτικής παιδαγωγικής.

Αυτό άλλωστε το τελευταίο στοιχείο, όπως και οι αναφορές στην ιακωβίνικη κληρονομιά της Μεγάλης Επανάστασης, αντιμετώπισαν και τον έντονο σκεπτικισμό κάποιων διανοουμένων με ελευθεριακές ευαισθησίες. Ο Μισέλ Ονφρέ αλλά και ο γνωστός μας Ζακ Ρανσιέρ θεώρησαν το όλο εγχείρημα ως ενσωμάτωση στο ολιγαρχικό και αρχηγικό μοντέλο της προεδρικής εκλογής. Και ο Κον Μπεντίτ είδε απλώς νοσταλγία για τη δεκαετία του ’70, υπονοώντας ένα είδος αριστερού ρετρό.

Πέρα όμως από τέτοιες ιδιαίτερες δυσφορίες, είναι γεγονός ότι σε αυτή την καμπάνια επιτεύχθηκε η συγχώνευση των πολλαπλών πηγών της γαλλικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Συναντήθηκαν ο αντικαπιταλισμός με τη «συντακτική» δημοκρατική επαγγελία, η πίστη στην πολιτική βούληση και η τολμηρή κριτική στον κλασικό αριστερό «παραγωγισμό», στην παραδοσιακή ιδεολογία της αναπτυξιακής μεγέθυνσης (croissance).

Και το ερώτημα έρχεται αμείλικτο: Αν το πράγμα είχε έτσι, γιατί η δυναμική του Αριστερού Μετώπου υπερκεράστηκε από τη Μαρίν Λεπέν και τον δικό της λαό; Αν υπήρχαν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θεμιτές προσδοκίες και βάσιμες ελπίδες, γιατί ένα τέτοιο «μισό» αποτέλεσμα; Και λέω μισό αποτέλεσμα, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε αποτυχία αλλά ένα ματαιωμένο στοίχημα..

Νομίζω ότι αρκετές από τις συνηθισμένες απαντήσεις στην παραπάνω απορία παραμένουν στην επιφάνεια. Κάποιες διαπιστώσεις διατηρούν τη σχετική τους αξία. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι λειτούργησε, εν μέρει, το σύνθημα περί «χρήσιμης ψήφου» ή ότι η στροφή του Σαρκοζύ προς τα θέματα της άκρας Δεξιάς νομιμοποίησε ακόμα περισσότερο την ψήφο προς τη Μαρίν Λεπέν. Κάποιες άλλες υποθέσεις έχουν το ελάττωμα να εξηγούν τα πάντα και τίποτα. Οι γενικόλογες αναφορές του Τύπου στο φόβο και στην οργή που λέγεται ότι παράγουν την Ακροδεξιά, όπως περίπου ένας κινητήρας βγάζει το καύσιμο, συνιστούν μια τέτοια «εξήγηση» η οποία επαναλαμβάνεται κουραστικά σε όλη την Ευρώπη. Ο «κοινωνικός θυμός», θα πει και ο Ολάντ, εξηγεί την άνοδο του Εθνικού Μετώπου.

Μια άλλη υπόθεση αγγίζει προφανώς μια ουσιαστική πτυχή της γαλλικής πραγματικότητας. Η υπόθεση είναι ότι η δυναμική του Εθνικού Μετώπου δεν οφείλεται σε έναν εν γένει κοινωνικό φόβο, αλλά σε έναν ιδιαίτερο και προσανατολισμένο φόβο, στον φόβο απώλειας της εθνικής ταυτότητας. Δεν βρισκόμαστε πια στον παλαιότερο αντιμεταναστευτισμό αλλά σε μια ιδιαίτερη και πιο σύγχρονη πολιτισμική παραλλαγή γύρω από τον κίνδυνο κατοχής και «αλλοίωσης» της χώρας, γύρω από το φάντασμα της αποδόμησης ενός δυτικού έθνους. Αυτός ο ιδιαίτερος φόβος συσχετίζεται ευθέως με το Ισλάμ και την απειλή την οποία φέρει μαζί του για τις γαλλικές αξίες, τον γαλλικό και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Τα «προάστια», τα banlieues, δεν είναι πια οι τόποι του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά οι χώροι εκκόλαψης του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Από αυτή τη μετατόπιση νοήματος «ανανεώνεται» ή μάλλον εξαγνίζεται η ταυτότητα όλης της ευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς που μεταβάλλεται από το κόμμα του Αντιδιαφωτισμού στο κόμμα της υποτιθέμενης προάσπισης του δυτικού πολιτισμού από την επέλαση των ιμάμηδων και του σκοταδισμού τους.

Όπως υποστηρίζουν καλοί γνώστες της άκρας Δεξιάς,[1] η Λεπέν δεν κατίσχυσε επί του Μελανσόν στο πεδίο της κοινωνικής και οικονομικής ατζέντας. Παρά τον «εθνικό κοινωνικό» προστατευτισμό του, το Εθνικό Μέτωπο δεν κατέκτησε την τρίτη θέση χάρις στο κοινωνικό του πρόσωπο ή επειδή γοήτευσε τα πλήθη με το ελάχιστα πιστευτό σύνθημα της επιστροφής στο φράγκο. Για να το πούμε διαφορετικά: το Μέτωπο της Αριστεράς και ο Μελανσόν αντιπροσώπευσαν πολύ πιο πειστικά την κοινωνική ιδέα της Αριστεράς, την αντίθεση στις νεοφιλελελεύθερες ελίτ και στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση της λιτότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πολιτικό σύστημα σε αποσύνθεση. Ο ναζισμός στη Βουλή;

Standard

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη

Μέσα σε ένα νοσηρό οικονομικά και κοινωνικά χαώδες ελληνικό τοπίο, η Χρυσή Αυγή έχει –κυρίως δια της σιωπής της– εισχωρήσει σημαντικά στη δημόσια σφαίρα, διεκδικώντας την εκλογή της στο κοινοβούλιο. Η ολοένα αυξανόμενη απήχησή της, σε συνδυασμό με τις επίσημες θέσεις και πρακτικές των μελών και στελεχών της είναι γεγονός και η δημοσκοπική «επιβράβευσή» της καθόλου τυχαία.

Την έχουν εκθρέψει η πολυετής ανοχή των ελληνικών αρχών στις βιαιότητες των μελών της, αλλά και τα δύο μέχρι σήμερα μεγάλα κόμματα, που έχουν συρθεί στη ρατσιστική ατζέντα της και ανταγωνίζονται ποιο από τα δύο θα επιδείξει μεγαλύτερο έργο στη στοχοποίηση των μεταναστών, ως άλλων Εβραίων, χρησιμοποιώντας μια μανιέρα διαρκούς κινδυνολογίας περί ανεξέλεγκτης παράνομης μετανάστευσης. Μιας κινδυνολογίας που φυσικά θρέφει τους φόβους του μέσου πολίτη, αποπροσανατολίζοντάς τον από τα κρίσιμα ζητήματα της φτώχειας, της ανεργίας αλλά και της κρίσης του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Άγιε μου Παντελεήμονα, τι αυγή μας ξημερώνει;

Standard

της Μαρίας Καλαντζοπούλου

 Μέρες που ’ναι, έχουμε βομβαρδιστεί επαρκώς με ποικιλώνυμα φασιστικά προεκλογικά μηνύματα και πάμπολλες προσεγγίσεις για την άνοδο της ακροδεξιάς, κι εδώ κι αλλού. Όντας γέννημα θρέμμα μιας συνοικίας-λίκνου για το σχετικό «αυγό», θέλησα να καταγράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτή τη διαδικασία εκκόλαψης που έχει χρονικό και ποιοτικό βάθος πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ενδεχομένως αντιλαμβάνονται όσοι τη γνώρισαν από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τον Τύπο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το κοινωνικό προφίλ που περιγράφεται δεν είναι ασφαλώς η μοναδική ταυτότητα της περιοχής, ούτε και περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη γειτονιά. Αποτελεί όμως πραγματικό και χαρακτηριστικό υπόστρωμα για την ανάλυση ενός ιδιαίτερα επικίνδυνου φαινομένου.

Οι «προστάτες» εν δράσει.

Ο Άγιος Παντελεήμονας, λοιπόν: μια γειτονιά που συγκατοικούνταν κάποτε από νοικοκυραίους οικογενειάρχες, εμπόρους, μορφωμένους δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες, μεροκαματιάρηδες και φοιτητές από την επαρχία, στο μοτίβο της γνωστής κατ’ όροφο κοινωνικής διαστρωμάτωσης της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Στα ισόγεια, εμπόριο γειτονιάς για κάθε μικρο-μεσοαστική ανάγκη, βιοτική ή και πολυτελείας (είδη δώρων, γκαλερί κ.ά.), η απαραίτητη για την κατοικία «μη οχλούσα» μεταποίηση, κυρίως σε ημιυπόγειους βιοτεχνικούς χώρους, και όλα τα αναγκαία μαστόρια οικιακής χρήσης (τσαγκάρηδες, μοδίστρες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί κ.ά.). Ένας αυτάρκης μικροαστικός μικρόκοσμος δηλαδή, στα όρια του κέντρου. Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώνεται εν πολλοίς η εικόνα του δομημένου χώρου που βλέπουμε και σήμερα.

Κάτι τα λεφτά που έβαλαν στην άκρη ή και το δάνειο, κάτι η αισιοδοξία που γέννησε το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, κάτι το όραμα της «υγιεινής» ζωής στα πράσινα αναπτυσσόμενα τότε προάστια, μακριά από τη θορυβώδη και ρυπαρή Αθήνα του «νέφους» και του «κυκλοφοριακού» και, σιγά σιγά, οι λιγότερο «δεμένοι» με το κέντρο εν-κατεστημένοι κάτοικοι, αποχωρούν οικογενειακώς προς νέες μικρο-μεσοαστικές κοιτίδες, κυρίως στα βορειοανατολικά του Λεκανοπεδίου (Πεύκη, Χαλάνδρι, Χολαργός, Μελίσσια κλπ.). Το φαινόμενο εντάθηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’80. Οι υπόλοιποι παραμένουν, μεγαλώνουν και γερνάνε στην περιοχή, σταδιακά μόνοι, χωρίς τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Το κενό πληρώνεται αρχικά από έναν «τράνζιτ» πληθυσμό νεαρών, ημεδαπών οπωσδήποτε, «νοικοκυριών» εργένηδων ή νεαρών ζευγαριών. Δεν είναι λίγα λοιπόν τα διαμερίσματα που μένουν κενά για μεγαλύτερα ή μικρότερα διαστήματα. Συνέχεια ανάγνωσης

Πετρέλαιο και Μεσόγειος: Δυο κρίσεις, μία λύση; (1973-2012)

Standard

Γεωπολιτική κρίση κυριαρχίας στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής

του Γιάννη Μάργαρη

Σκίτσο του Marcello Minonne.

Από το 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Eυρώπη έχει εισέλθει σε μια μακρά περίοδο κρίσης, τόσο οικονομικής όσο και –κατεξοχήν– πολιτικής. Η διεθνής ισορροπία δυνάμεων έχει διαταραχθεί, ενώ στην ευρύτερη αραβική περιοχή οι εξεγέρσεις των λαών, οι στρατιωτικές επεμβάσεις που ακολούθησαν και η μακρόχρονη πολιτική αστάθεια των καθεστώτων αυτών έχουν προκαλέσει μόνιμη ανασφάλεια στα επιτελεία των οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα για τους τρόπους –προσωρινής έστω– εξομάλυνσης των τάσεων εμβάθυνσης της ύφεσης, που πλέον απειλεί ανοιχτά όχι μόνο την ευρωζώνη αλλά και τις ΗΠΑ και την Κίνα. Σημαντικό χαρακτηριστικό της περιόδου της κρίσης που διανύουμε, όπως και κάθε περιόδου συστημικής κρίσης τέτοιας έντασης στην ιστορία του καπιταλιστικού παραγωγικού μοντέλου, είναι ότι τα αδιέξοδα προκύπτουν από τη συντονισμένη έξαρση των αντιφάσεων: τόσο στο διακρατικό επίπεδο (διπλωματικές σχέσεις, εμπορικές συμφωνίες, απόπειρες εμβάθυνσης υπερεθνικών στρατηγικών συμμαχιών) όσο και στο εσωτερικό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των επιμέρους ταξικών ομαδοποιήσεων, με τη σχετική ρευστοποίηση που τις διακρίνει σε κάθε απότομη έξαρση τέτοιων φαινομένων κρίσης.

***

Συνέχεια ανάγνωσης

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η θεωρία των δύο άκρων

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

«Η Ελλάδα στη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να έχει την ευθύνη γι’ αυτό, η ευθύνη ανήκει στην Ιταλία, ήταν από την πλευρά των συμμάχων.

Σήμερα θα πρέπει επιτέλους χωρίς φόρτιση συναισθηματική να προβληματισθούμε σοβαρά εάν αυτή ήταν η σωστή επιλογή.

Ο Γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός και η Νέα Ευρώπη των WAFFEN SS ήταν ένα Μήνυμα Φωτεινό σε μία σκοτεινή εποχή, που πιστεύω πως ο ελληνισμός θα έπρεπε να έχει δεχτεί».

 Ν. Γ. Μιχαλολιάκος

«Να καθαρίσουμε τους φασίστες της χώρας μας». Aφίσα του ισπανικού Εμφυλίου, 1937

Πολιτικοί και αρθρογράφοι, τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν καταφύγει σε μια ιδιότυπη θεώρηση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας: τη «θεωρία των δύο άκρων». Η σταθερή άνοδος της Αριστεράς και η πιθανολογούμενη είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή έχει δώσει την ευκαιρία σε διάφορους πολιτικούς αναλυτές να υποστηρίξουν ότι η πολιτική κρίση τροφοδοτεί τα «άκρα» και, επιπλέον, ότι τα δύο «άκρα» του πολιτικού φάσματος συγκλίνουν στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας, τον λαϊκισμό κλπ. Η «θεωρία των δύο άκρων» συνδέεται με μια άλλη τρέχουσα διχοτομική αντίληψη της πολιτικής πραγματικότητας, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν δύο «κόμματα»: το κόμμα του ευρώ, της σύνεσης και της υπευθυνότητας και το κόμμα της δραχμής, της οργής και του λαϊκισμού. Διαφέρει, ωστόσο, από αυτή, γιατί επιδιώκει να συσχετίσει δύο πολιτικούς χώρους, οι οποίοι είναι αντιδιαμετρικά αντίθετοι, και μάλιστα να χρεώσει την άνοδο της Ακροδεξιάς στην πολιτική της Αριστεράς.

Η «θεωρία των δύο άκρων» στην ουσία εξομοιώνει την Αριστερά και την Ακροδεξιά ως επικίνδυνες δυνάμεις αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος. Το έδαφος για την εξομοίωση της Αριστεράς με την Ακροδεξιά καλλιεργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες μέσα από την εξομοίωση του ναζισμού και του κομμουνισμού, ως των δύο ολοκληρωτικών ιδεολογιών και καθεστώτων που ήταν υπεύθυνα για την εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων και αντιπροσώπευσαν τη μέγιστη απειλή για τη δημοκρατία και το φιλελευθερισμό. Η σύνδεση του Χίτλερ με τον Στάλιν ως των δύο «δεινών» της Ευρώπης του 20ού αιώνα λειτούργησε απονομιμοποιητικά συνολικά για την ιδέα του κομμουνισμού, στον βαθμό που ο ναζισμός είχε ηττηθεί το 1945, ενώ η Αριστερά στις διαφορετικές εκδοχές της συνεχίζει να αποτελεί πολιτική δύναμη. Και όχι μόνο αυτό. Αυτό που τελικά επιτυγχάνεται μέσα από τη συσχέτιση Αριστεράς και Ακροδεξιάς είναι η σχετικοποίηση του κινδύνου που σηματοδοτεί η άνοδος της Χρυσής Αυγής.

Το ΛΑΟΣ προλείανε το έδαφος για την ισχυροποίηση της Χρυσής Αυγής με την καλλιέργεια ενός εθνικιστικού και ρατσιστικού λόγου, ο οποίος έτυχε αποδοχής και προβολής από τα μέσα ενημέρωσης, και οδήγησε στη συνολικότερη αναδίπλωση της Δεξιάς σε πιο συντηρητικά και παραδοσιακά σχήματα. Με άλλα λόγια, παρά τον κατακερματισμό της, η Δεξιά στην Ελλάδα σήμερα σταδιακά απομακρύνεται από το Κέντρο. Ωστόσο, η Χρυσή Αυγή δεν είναι άλλη μια εκδοχή της «λαϊκής» Δεξιάς. Από τη μια πλευρά, η Χρυσή Αυγή οικειοποιείται όλα εκείνα τα ιδεολογικά στοιχεία (π.χ. αντικομμουνισμός) και το παρελθόν (μεταξικό καθεστώς, τάγματα ασφαλείας, δικτατορία συνταγματαρχών) που η Δεξιά στη Μεταπολίτευση αποκήρυξε για να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό, φιλελεύθερο κόμμα και να μετατοπιστεί προς το Κέντρο. Από την άλλη, η Χρυσή Αυγή έχει όλα τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς: εθνικισμός, ρατσισμός, αντικοινοβουλευτισμός, αντισημιτισμός, ομοφοβία κ.ά. Και όπως η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Ακροδεξιά, έχει μιλιταριστική οργάνωση, αντλεί πρότυπα από το ναζισμό και η χρήση βίας είναι καταστατικό στοιχείο της δράσης της.

Η υποτίμηση του κινδύνου που αντιπροσωπεύει η Χρυσή Αυγή είχε ως αποτέλεσμα σταδιακά να αναπτυχθεί και να πάψει πλέον να είναι μια περιθωριακή ομάδα. Έχει αποκτήσει κοινωνικά ερείσματα και δικτύωση σε επίπεδο γειτονιών, εμφανιζόμενη ως δύναμη νόμου και τάξης στις υποβαθμισμένες συνοικίες, καλλιεργώντας τον εθνικισμό και το μίσος για τους μετανάστες. Η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός της Χρυσής Αυγής βρήκαν απήχηση στα πιο επισφαλή στρώματα της ελληνικής κοινωνίας γιατί την απουσία μεταναστευτικής πολιτικής των κυβερνήσεων επί σειρά ετών ήλθε να καλύψει η κυρίαρχη ξενοφοβική ρητορική και η καταστολή — χαρακτηριστικά, όχι τυχαία, της πολιτικής φυσιογνωμίας της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά, η μοναδική δύναμη η οποία με συνέπεια προασπίστηκε τα δικαιώματα των μεταναστών, δεν θέλησε να αναμετρηθεί με τα υπαρκτά προβλήματα και τις κοινωνικές αντιδράσεις που δημιουργούνται από την εξαθλίωση ενός διογκούμενου αριθμού μεταναστών σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Η «θεωρία των δύο άκρων» υποβαθμίζει τον κίνδυνο ανόδου της ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς και πολύ συχνά τον εγγράφει τεχνηέντως σε πλαίσια τέτοια που να κατασκευάζουν τη συσχέτιση με την Αριστερά (π.χ. ανομία). Δεν υπάρχει κάποιο ιδεατό «κέντρο» ανάμεσα σε δύο, υποτίθεται, «άκρα». Η άνοδος της Χρυσής Αυγής ίσως αποδειχτεί συγκυριακή και να οφείλεται στην πρωτοφανή πολιτική κρίση αλλά σε κάθε περίπτωση η διάδοση ανάλογων ιδεών και πρακτικών δεν μπορεί να αφήνει κανέναν αδιάφορο. Πρέπει να γίνει ευρύτερα αντιληπτό ότι η Χρυσή Αυγή συνιστά απειλή για την κοινωνία και τη δημοκρατία, πριν είναι πολύ αργά…

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

.

Οι έλληνες οικογενειάρχες στις κάλπες

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

 

Θα έλεγες πως θεσπίστηκε σιωπηρά η οικογενειακή ψήφος. Όχι, δεν ξεθάφτηκε κάποια από τις παλιές εκείνες ιδέες με τις οποίες επιχειρήθηκε κάποτε να αντιμετωπιστεί το αίτημα για πολιτική χειραφέτηση των γυναικών: δεν ψηφίζουν μόνον οι άντρες ως υπεύθυνοι της οικογένειάς τους ούτε οι γυναίκες διαθέτουν τόσες ψήφους όσα και τα παιδιά που έφεραν στον κόσμο. Εκσυγχρονισμένο το εγχώριο εκλογικό σύστημα, προβλέπει προς το παρόν μία ψήφο ανά ενήλικη κεφαλή ανεξαρτήτως φύλου, φροντίζοντας ταυτόχρονα να προωθήσει τη γυναικεία παρουσία –στα ψηφοδέλτια, όχι απαραιτήτως και στη Βουλή– με τη βοήθεια των εν πολλοίς προβληματικών ποσοστώσεων. Κι όμως, οι ψηφοφόροι, άντρες και γυναίκες, καλούνται να προσέλθουν την ερχόμενη Κυριακή στις κάλπες ως μέλη της μαστιζόμενης από την κρίση οικογένειάς τους και να ψηφίσουν με κριτήριο το οικογενειακό καλό που τη φορά αυτή συμπίπτει αυτομάτως με τη σωτηρία της χώρας.

Οικογενειακή, λοιπόν, η φετινή εκλογική μάχη, αλλά και ντυμένη στα ελληνικά χρώματα. Γιατί πρόκειται για ψήφο που αναφέρεται αποκλειστικά στην εγχώρια, την ελληνική οικογένεια. Αόρατες παραμένουν οι υπόλοιπες, οι «μη ελληνικές» οικογένειες, οι οικογένειες που δεν διαθέτουν το πολύτιμο τεκμήριο της εντοπιότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στη χειρότερη, όταν γίνονται ορατές, τους ανατίθεται συνήθως ο ρόλος του εσωτερικού εχθρού.

«Για να μη ζήσει η κάθε ελληνική οικογένεια την τραγική και ανυπόφορη εμπειρία της εξόδου από το ευρώ», πασχίζει λοιπόν ο Β. Βενιζέλος. «Η ανεργία και ο πόνος που φέρνει σε κάθε ελληνική οικογένεια» πληγώνει, κατά δήλωσή του, τον Α. Σαμαρά. «Το μίσος του (τότε) πρωθυπουργού προς την ελληνική οικογένεια», υπήρξε κινητήρια δύναμη για το Άρμα Πολιτών. «Στην επίθεση της Νέας Τάξης Πραγμάτων και του Δόγματος του Σοκ» αντιστέκονται οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, «προτάσσοντας το Εθνικό Συμφέρον απέναντι στην εθνική ταπείνωση και τη βίαιη οικονομική επιδρομή στην Ελληνική Οικογένεια». «Πρέπει να σώσουμε την ελληνική οικογένεια», κραυγάζει ο Γ. Καρατζαφέρης, προτείνοντας την κρατική επιδότηση του όπλου με το οποίο ο οικογενειάρχης θα θωρακίσει την οικογένειά του από την εγκληματικότητα των «λαθρομεταναστών».

Στο μεταξύ, οι δοκιμασίες της «μέσης ελληνικής οικογένειας» κινητοποιούν υποψήφιους όλων σχεδόν των κομμάτων. «Ο θεσμός της οικογένειας είναι ο πυλώνας του εθνικού μας κορμού, που εμείς στη ΝΔ εκτιμούμε ότι αποτελεί μοναδική ελπίδα για το μέλλον της χώρας», ξεκαθαρίζει από την πλευρά της η Κ. Παπακώστα, Γραμματέας Γυναικείων Θεμάτων του κόμματος. «Το ερώτημα για κάθε Ελληνική Οικογένεια είναι: θα ζήσουμε ή θα μας πεθάνουνε;», αναρωτιέται και ο Γ. Πάντζας, υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, σε ανακοίνωσή του επιγραφόμενη «Προς κάθε Ελληνική Οικογένεια». «Η Ελληνική Οικογένεια», συμπεραίνει, «πρέπει τώρα να πολεμήσει για την ίδια της τη ζωή». Στο κλίμα αυτό, με ενθουσιασμό υποδέχθηκαν οι εφημερίδες την πρωτοβουλία μιας αρτοποιίας να μοιράζει το βράδυ δωρεάν το ψωμί που παρέμεινε απούλητο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Εύγλωττος ο τίτλος των σχετικών δημοσιευμάτων, φρόντιζε να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ως προς την ακριβή στόχευση της φιλάνθρωπης κίνησης: «Ο Φούρνος Βενέτη στηρίζει την ελληνική οικογένεια» (βλ., μεταξύ άλλων, Το Βήμα, 24.2.2012).

Αξίζει να παρατηρήσουμε το εύρος του φάσματος που καλύπτουν το τελευταίο διάστημα οι συνεχείς αναφορές στην ελληνική οικογένεια, στο ένα άκρο του οποίου καγχάζουν, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι «εθνικοκοινωνιστικές» θέσεις που φιλοξενούνται, για παράδειγμα, στον ακροδεξιό και ρατσιστικό Στόχο. Εκεί, βέβαια, τα σχετικά ζητήματα (φυλετική καθαρότητα, βιολογικά καθορισμένοι όσο και άκαμπτοι έμφυλοι ρόλοι, αρχαϊκές εννοιολογήσεις της μητρότητας κ.ο.κ.) εμφανίζονται με ανατριχιαστική σαφήνεια (ενδεικτικά: Σπ. Καραχάλιος, «Εθνικοκοινωνισμός και Ελληνική Οικογένεια», 7.1.2012). Αρκεί, ωστόσο, να αντικαταστήσουμε την έννοια της φυλής με εκείνη του έθνους –κάτι το οποίο δοκιμάζει ήδη, ενόψει προφανώς της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής της, η Χρυσή Αυγή– για να αντιληφθούμε το ανησυχητικό γειτόνεμα: πόσοι δεν θα συνυπέγραφαν σήμερα τη διατύπωση ότι στόχος της «νεοταξικής συμμορίας» είναι η «εξαφάνιση της Ελληνικής Οικογένειας, γιατί αυτός είναι ο πυρήνας που δίνει ζωή και υπόσταση στην Φυλή (=στο έθνος) μας»;

Υπερβολές; Φοβούμαι πως η μεταμφίεση του συλλογικού υποκειμένου των φετινών εκλογών –η σχεδόν ομόθυμη προβολή της ελληνικής οικογένειας στη θέση που κατείχαν άλλοτε ταξινομήσεις του εκλογικού σώματος με, έστω ασαφείς, κοινωνικές συνδηλώσεις– συνιστά επιμέρους σύμπτωμα σοβαρών διεργασιών που απορρέουν από την τρέχουσα κρίση, αλλά δύσκολα γίνονται ορατές ως μέρος της. Στην καρδιά της μετατόπισης ενδέχεται να κρύβεται η διαπιστωμένη σε περιόδους γενικευμένης οικονομικής δυσπραγίας ενίσχυση των ενδοοικογενειακών εξαρτήσεων. Έτσι, η σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών, καθώς και η δυσκολία απογαλακτισμού των νέων, συνιστούν τις αποσιωπημένες παράπλευρες απώλειες της «επιστροφής στην οικογένεια», η οποία εμφανίζεται συστηματικά ως η μοναδική αποτελεσματική άμυνα στις αφόρητες πιέσεις της κρίσης. Μόνο που, όπως είχα την ευκαιρία να υποστηρίξω σε προηγούμενο σημείωμά μου, η έμφαση στην ελληνική οικογένεια δεν λειτουργεί απλώς κανονιστικά ενισχύοντας τους παλιούς και δημιουργώντας νέους κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά διευκολύνει και τη διάχυση στη δημόσια σφαίρα σεξιστικών και ρατσιστικών προκαταλήψεων, οι οποίες κάποτε διέθεταν αμιγώς ακροδεξιό πρόσημο. Έχει πια διαφανεί πως η συντηρητική αναδίπλωση που συνοδεύει το τέλος της επάρατης μεταπολίτευσης περιλαμβάνει και το ξέπλυμα απόψεων που ίσαμε πρόσφατα προσλαμβάνονταν ως αποκλειστικότητα της ακροδεξιάς –αν όχι της αμιγώς φασιστικής– ρητορείας. Μήπως να θυμίσω ότι οι εγκληματικές δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής παραμένουν «αόρατες» ή ακόμη εμφανίζονται και ως οριακά «θεμιτές», όταν επιτελούνται στο όνομα της προστασίας των αυτοχθόνων και της οικογενειακής τους ειρήνης; Συνέχεια ανάγνωσης