Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η θεωρία των δύο άκρων

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

«Η Ελλάδα στη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να έχει την ευθύνη γι’ αυτό, η ευθύνη ανήκει στην Ιταλία, ήταν από την πλευρά των συμμάχων.

Σήμερα θα πρέπει επιτέλους χωρίς φόρτιση συναισθηματική να προβληματισθούμε σοβαρά εάν αυτή ήταν η σωστή επιλογή.

Ο Γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός και η Νέα Ευρώπη των WAFFEN SS ήταν ένα Μήνυμα Φωτεινό σε μία σκοτεινή εποχή, που πιστεύω πως ο ελληνισμός θα έπρεπε να έχει δεχτεί».

 Ν. Γ. Μιχαλολιάκος

«Να καθαρίσουμε τους φασίστες της χώρας μας». Aφίσα του ισπανικού Εμφυλίου, 1937

Πολιτικοί και αρθρογράφοι, τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν καταφύγει σε μια ιδιότυπη θεώρηση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας: τη «θεωρία των δύο άκρων». Η σταθερή άνοδος της Αριστεράς και η πιθανολογούμενη είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή έχει δώσει την ευκαιρία σε διάφορους πολιτικούς αναλυτές να υποστηρίξουν ότι η πολιτική κρίση τροφοδοτεί τα «άκρα» και, επιπλέον, ότι τα δύο «άκρα» του πολιτικού φάσματος συγκλίνουν στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας, τον λαϊκισμό κλπ. Η «θεωρία των δύο άκρων» συνδέεται με μια άλλη τρέχουσα διχοτομική αντίληψη της πολιτικής πραγματικότητας, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν δύο «κόμματα»: το κόμμα του ευρώ, της σύνεσης και της υπευθυνότητας και το κόμμα της δραχμής, της οργής και του λαϊκισμού. Διαφέρει, ωστόσο, από αυτή, γιατί επιδιώκει να συσχετίσει δύο πολιτικούς χώρους, οι οποίοι είναι αντιδιαμετρικά αντίθετοι, και μάλιστα να χρεώσει την άνοδο της Ακροδεξιάς στην πολιτική της Αριστεράς.

Η «θεωρία των δύο άκρων» στην ουσία εξομοιώνει την Αριστερά και την Ακροδεξιά ως επικίνδυνες δυνάμεις αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος. Το έδαφος για την εξομοίωση της Αριστεράς με την Ακροδεξιά καλλιεργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες μέσα από την εξομοίωση του ναζισμού και του κομμουνισμού, ως των δύο ολοκληρωτικών ιδεολογιών και καθεστώτων που ήταν υπεύθυνα για την εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων και αντιπροσώπευσαν τη μέγιστη απειλή για τη δημοκρατία και το φιλελευθερισμό. Η σύνδεση του Χίτλερ με τον Στάλιν ως των δύο «δεινών» της Ευρώπης του 20ού αιώνα λειτούργησε απονομιμοποιητικά συνολικά για την ιδέα του κομμουνισμού, στον βαθμό που ο ναζισμός είχε ηττηθεί το 1945, ενώ η Αριστερά στις διαφορετικές εκδοχές της συνεχίζει να αποτελεί πολιτική δύναμη. Και όχι μόνο αυτό. Αυτό που τελικά επιτυγχάνεται μέσα από τη συσχέτιση Αριστεράς και Ακροδεξιάς είναι η σχετικοποίηση του κινδύνου που σηματοδοτεί η άνοδος της Χρυσής Αυγής.

Το ΛΑΟΣ προλείανε το έδαφος για την ισχυροποίηση της Χρυσής Αυγής με την καλλιέργεια ενός εθνικιστικού και ρατσιστικού λόγου, ο οποίος έτυχε αποδοχής και προβολής από τα μέσα ενημέρωσης, και οδήγησε στη συνολικότερη αναδίπλωση της Δεξιάς σε πιο συντηρητικά και παραδοσιακά σχήματα. Με άλλα λόγια, παρά τον κατακερματισμό της, η Δεξιά στην Ελλάδα σήμερα σταδιακά απομακρύνεται από το Κέντρο. Ωστόσο, η Χρυσή Αυγή δεν είναι άλλη μια εκδοχή της «λαϊκής» Δεξιάς. Από τη μια πλευρά, η Χρυσή Αυγή οικειοποιείται όλα εκείνα τα ιδεολογικά στοιχεία (π.χ. αντικομμουνισμός) και το παρελθόν (μεταξικό καθεστώς, τάγματα ασφαλείας, δικτατορία συνταγματαρχών) που η Δεξιά στη Μεταπολίτευση αποκήρυξε για να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό, φιλελεύθερο κόμμα και να μετατοπιστεί προς το Κέντρο. Από την άλλη, η Χρυσή Αυγή έχει όλα τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς: εθνικισμός, ρατσισμός, αντικοινοβουλευτισμός, αντισημιτισμός, ομοφοβία κ.ά. Και όπως η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Ακροδεξιά, έχει μιλιταριστική οργάνωση, αντλεί πρότυπα από το ναζισμό και η χρήση βίας είναι καταστατικό στοιχείο της δράσης της.

Η υποτίμηση του κινδύνου που αντιπροσωπεύει η Χρυσή Αυγή είχε ως αποτέλεσμα σταδιακά να αναπτυχθεί και να πάψει πλέον να είναι μια περιθωριακή ομάδα. Έχει αποκτήσει κοινωνικά ερείσματα και δικτύωση σε επίπεδο γειτονιών, εμφανιζόμενη ως δύναμη νόμου και τάξης στις υποβαθμισμένες συνοικίες, καλλιεργώντας τον εθνικισμό και το μίσος για τους μετανάστες. Η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός της Χρυσής Αυγής βρήκαν απήχηση στα πιο επισφαλή στρώματα της ελληνικής κοινωνίας γιατί την απουσία μεταναστευτικής πολιτικής των κυβερνήσεων επί σειρά ετών ήλθε να καλύψει η κυρίαρχη ξενοφοβική ρητορική και η καταστολή — χαρακτηριστικά, όχι τυχαία, της πολιτικής φυσιογνωμίας της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά, η μοναδική δύναμη η οποία με συνέπεια προασπίστηκε τα δικαιώματα των μεταναστών, δεν θέλησε να αναμετρηθεί με τα υπαρκτά προβλήματα και τις κοινωνικές αντιδράσεις που δημιουργούνται από την εξαθλίωση ενός διογκούμενου αριθμού μεταναστών σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Η «θεωρία των δύο άκρων» υποβαθμίζει τον κίνδυνο ανόδου της ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς και πολύ συχνά τον εγγράφει τεχνηέντως σε πλαίσια τέτοια που να κατασκευάζουν τη συσχέτιση με την Αριστερά (π.χ. ανομία). Δεν υπάρχει κάποιο ιδεατό «κέντρο» ανάμεσα σε δύο, υποτίθεται, «άκρα». Η άνοδος της Χρυσής Αυγής ίσως αποδειχτεί συγκυριακή και να οφείλεται στην πρωτοφανή πολιτική κρίση αλλά σε κάθε περίπτωση η διάδοση ανάλογων ιδεών και πρακτικών δεν μπορεί να αφήνει κανέναν αδιάφορο. Πρέπει να γίνει ευρύτερα αντιληπτό ότι η Χρυσή Αυγή συνιστά απειλή για την κοινωνία και τη δημοκρατία, πριν είναι πολύ αργά…

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

.

Οι έλληνες οικογενειάρχες στις κάλπες

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

 

Θα έλεγες πως θεσπίστηκε σιωπηρά η οικογενειακή ψήφος. Όχι, δεν ξεθάφτηκε κάποια από τις παλιές εκείνες ιδέες με τις οποίες επιχειρήθηκε κάποτε να αντιμετωπιστεί το αίτημα για πολιτική χειραφέτηση των γυναικών: δεν ψηφίζουν μόνον οι άντρες ως υπεύθυνοι της οικογένειάς τους ούτε οι γυναίκες διαθέτουν τόσες ψήφους όσα και τα παιδιά που έφεραν στον κόσμο. Εκσυγχρονισμένο το εγχώριο εκλογικό σύστημα, προβλέπει προς το παρόν μία ψήφο ανά ενήλικη κεφαλή ανεξαρτήτως φύλου, φροντίζοντας ταυτόχρονα να προωθήσει τη γυναικεία παρουσία –στα ψηφοδέλτια, όχι απαραιτήτως και στη Βουλή– με τη βοήθεια των εν πολλοίς προβληματικών ποσοστώσεων. Κι όμως, οι ψηφοφόροι, άντρες και γυναίκες, καλούνται να προσέλθουν την ερχόμενη Κυριακή στις κάλπες ως μέλη της μαστιζόμενης από την κρίση οικογένειάς τους και να ψηφίσουν με κριτήριο το οικογενειακό καλό που τη φορά αυτή συμπίπτει αυτομάτως με τη σωτηρία της χώρας.

Οικογενειακή, λοιπόν, η φετινή εκλογική μάχη, αλλά και ντυμένη στα ελληνικά χρώματα. Γιατί πρόκειται για ψήφο που αναφέρεται αποκλειστικά στην εγχώρια, την ελληνική οικογένεια. Αόρατες παραμένουν οι υπόλοιπες, οι «μη ελληνικές» οικογένειες, οι οικογένειες που δεν διαθέτουν το πολύτιμο τεκμήριο της εντοπιότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στη χειρότερη, όταν γίνονται ορατές, τους ανατίθεται συνήθως ο ρόλος του εσωτερικού εχθρού.

«Για να μη ζήσει η κάθε ελληνική οικογένεια την τραγική και ανυπόφορη εμπειρία της εξόδου από το ευρώ», πασχίζει λοιπόν ο Β. Βενιζέλος. «Η ανεργία και ο πόνος που φέρνει σε κάθε ελληνική οικογένεια» πληγώνει, κατά δήλωσή του, τον Α. Σαμαρά. «Το μίσος του (τότε) πρωθυπουργού προς την ελληνική οικογένεια», υπήρξε κινητήρια δύναμη για το Άρμα Πολιτών. «Στην επίθεση της Νέας Τάξης Πραγμάτων και του Δόγματος του Σοκ» αντιστέκονται οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, «προτάσσοντας το Εθνικό Συμφέρον απέναντι στην εθνική ταπείνωση και τη βίαιη οικονομική επιδρομή στην Ελληνική Οικογένεια». «Πρέπει να σώσουμε την ελληνική οικογένεια», κραυγάζει ο Γ. Καρατζαφέρης, προτείνοντας την κρατική επιδότηση του όπλου με το οποίο ο οικογενειάρχης θα θωρακίσει την οικογένειά του από την εγκληματικότητα των «λαθρομεταναστών».

Στο μεταξύ, οι δοκιμασίες της «μέσης ελληνικής οικογένειας» κινητοποιούν υποψήφιους όλων σχεδόν των κομμάτων. «Ο θεσμός της οικογένειας είναι ο πυλώνας του εθνικού μας κορμού, που εμείς στη ΝΔ εκτιμούμε ότι αποτελεί μοναδική ελπίδα για το μέλλον της χώρας», ξεκαθαρίζει από την πλευρά της η Κ. Παπακώστα, Γραμματέας Γυναικείων Θεμάτων του κόμματος. «Το ερώτημα για κάθε Ελληνική Οικογένεια είναι: θα ζήσουμε ή θα μας πεθάνουνε;», αναρωτιέται και ο Γ. Πάντζας, υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, σε ανακοίνωσή του επιγραφόμενη «Προς κάθε Ελληνική Οικογένεια». «Η Ελληνική Οικογένεια», συμπεραίνει, «πρέπει τώρα να πολεμήσει για την ίδια της τη ζωή». Στο κλίμα αυτό, με ενθουσιασμό υποδέχθηκαν οι εφημερίδες την πρωτοβουλία μιας αρτοποιίας να μοιράζει το βράδυ δωρεάν το ψωμί που παρέμεινε απούλητο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Εύγλωττος ο τίτλος των σχετικών δημοσιευμάτων, φρόντιζε να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ως προς την ακριβή στόχευση της φιλάνθρωπης κίνησης: «Ο Φούρνος Βενέτη στηρίζει την ελληνική οικογένεια» (βλ., μεταξύ άλλων, Το Βήμα, 24.2.2012).

Αξίζει να παρατηρήσουμε το εύρος του φάσματος που καλύπτουν το τελευταίο διάστημα οι συνεχείς αναφορές στην ελληνική οικογένεια, στο ένα άκρο του οποίου καγχάζουν, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι «εθνικοκοινωνιστικές» θέσεις που φιλοξενούνται, για παράδειγμα, στον ακροδεξιό και ρατσιστικό Στόχο. Εκεί, βέβαια, τα σχετικά ζητήματα (φυλετική καθαρότητα, βιολογικά καθορισμένοι όσο και άκαμπτοι έμφυλοι ρόλοι, αρχαϊκές εννοιολογήσεις της μητρότητας κ.ο.κ.) εμφανίζονται με ανατριχιαστική σαφήνεια (ενδεικτικά: Σπ. Καραχάλιος, «Εθνικοκοινωνισμός και Ελληνική Οικογένεια», 7.1.2012). Αρκεί, ωστόσο, να αντικαταστήσουμε την έννοια της φυλής με εκείνη του έθνους –κάτι το οποίο δοκιμάζει ήδη, ενόψει προφανώς της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής της, η Χρυσή Αυγή– για να αντιληφθούμε το ανησυχητικό γειτόνεμα: πόσοι δεν θα συνυπέγραφαν σήμερα τη διατύπωση ότι στόχος της «νεοταξικής συμμορίας» είναι η «εξαφάνιση της Ελληνικής Οικογένειας, γιατί αυτός είναι ο πυρήνας που δίνει ζωή και υπόσταση στην Φυλή (=στο έθνος) μας»;

Υπερβολές; Φοβούμαι πως η μεταμφίεση του συλλογικού υποκειμένου των φετινών εκλογών –η σχεδόν ομόθυμη προβολή της ελληνικής οικογένειας στη θέση που κατείχαν άλλοτε ταξινομήσεις του εκλογικού σώματος με, έστω ασαφείς, κοινωνικές συνδηλώσεις– συνιστά επιμέρους σύμπτωμα σοβαρών διεργασιών που απορρέουν από την τρέχουσα κρίση, αλλά δύσκολα γίνονται ορατές ως μέρος της. Στην καρδιά της μετατόπισης ενδέχεται να κρύβεται η διαπιστωμένη σε περιόδους γενικευμένης οικονομικής δυσπραγίας ενίσχυση των ενδοοικογενειακών εξαρτήσεων. Έτσι, η σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών, καθώς και η δυσκολία απογαλακτισμού των νέων, συνιστούν τις αποσιωπημένες παράπλευρες απώλειες της «επιστροφής στην οικογένεια», η οποία εμφανίζεται συστηματικά ως η μοναδική αποτελεσματική άμυνα στις αφόρητες πιέσεις της κρίσης. Μόνο που, όπως είχα την ευκαιρία να υποστηρίξω σε προηγούμενο σημείωμά μου, η έμφαση στην ελληνική οικογένεια δεν λειτουργεί απλώς κανονιστικά ενισχύοντας τους παλιούς και δημιουργώντας νέους κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά διευκολύνει και τη διάχυση στη δημόσια σφαίρα σεξιστικών και ρατσιστικών προκαταλήψεων, οι οποίες κάποτε διέθεταν αμιγώς ακροδεξιό πρόσημο. Έχει πια διαφανεί πως η συντηρητική αναδίπλωση που συνοδεύει το τέλος της επάρατης μεταπολίτευσης περιλαμβάνει και το ξέπλυμα απόψεων που ίσαμε πρόσφατα προσλαμβάνονταν ως αποκλειστικότητα της ακροδεξιάς –αν όχι της αμιγώς φασιστικής– ρητορείας. Μήπως να θυμίσω ότι οι εγκληματικές δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής παραμένουν «αόρατες» ή ακόμη εμφανίζονται και ως οριακά «θεμιτές», όταν επιτελούνται στο όνομα της προστασίας των αυτοχθόνων και της οικογενειακής τους ειρήνης; Συνέχεια ανάγνωσης

στα ενθέματα στις 22.4

Standard

Παιδονόμοι: Πολυμέρης Βόγλης

Το «πρωτότοκο» των Ενθεμάτων: Ιωάννα Μεϊτάνη

Τράπεζα τροφίμωνΦλώρα Νικολιδάκη

Εκλογές, τα βαρομετρικά της δημοκρατίας: Νίκος Παρασκευόπουλος

Elephant Gun: Mάνος Αυγερίδης

Η τυραννία της ασημαντότητας: Μιχάλης Μάτσας

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΜΕΛΑΝΣΟΝ

Η αγάπη, μια ιδέα ριζοσπαστικήΖαν-Λυκ Μελανσόν

Ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής: Αλαίν Ντυαμέλ

Ο λάτρης της ποίησης που ξεσηκώνει τα πλήθη: Angelique Chrisafis

Πώς φτάσαμε στην 21η Απριλίου: Κώστας Παπαϊωάννου

Οι παιδονομοι

Standard

 του Πολυμέρη Βόγλη

Παρίσι, οδός Μουφτάρ, 1952. Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Παιδονόμος: το άτομο στο οποίο έχει ανατεθεί η επιτήρηση των παιδιών σε εκπαιδευτήριο, οικοτροφείο κτλ.

(Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής)

Οικεία εφηβική ανάμνηση: καβγάδες με τους γονείς για τα ρούχα, τα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, την αργοπορημένη επιστροφή στο σπίτι. Το κύριο επιχείρημα: «Δεν σκέφτεσαι τι θα πει η γειτονιά (η πολυκατοικία, το χωριό κτλ.)».

Σχολιασμός των «έγκυρων» μέσων ενημέρωσης για διαδηλώσεις και απεργίες: «αμαυρώνουν την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό», «θλιβερές εικόνες που κάνουν το γύρο του κόσμου», «να δούμε τι λένε οι Ευρωπαίοι για όλα αυτά».

Ένα από τα μοτίβα του κυρίαρχου λόγου είναι ότι η ελληνική κοινωνία διακρίνεται για την «ανωριμότητά» της. Δεν έχει μπει ακόμη στη φάση της «ενηλικίωσής» της, συμπεριφέρεται με ανευθυνότητα όπως οι ανήλικοι που θεωρούν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και καθόλου υποχρεώσεις, που το μυαλό τους είναι μόνο στην καλοπέραση και τη διασκέδαση. Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέχθηκε η λέξη «πάρτυ» για να περιγράψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας την δεκαετία του 2000, για να υπογραμμιστεί ο ευδαιμονισμός ή ο «οίστρος της ακολασίας» (όπως γράφτηκε κάπου) που επικρατούσε τότε. Ο κυρίαρχος λόγος για την «ανωριμότητα» της ελληνικής κοινωνίας σημαίνει ότι δεν είναι σε θέση η ίδια να αναλάβει τις ευθύνες και να αντιληφθεί τα πραγματικά συμφέροντά της, ότι αντιδρά συναισθηματικά και όχι ορθολογικά, ότι έχει ανάγκη από διαπαιδαγώγηση και καθοδήγηση όπως ακριβώς οι ανήλικοι. Με αυτό τον τρόπο κάποιοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλυτές έχουν ανακηρυχθεί σε αυτόκλητους παιδονόμους, επιφορτισμένοι με την ευθύνη να διαπαιδαγωγήσουν την ελληνική κοινωνία υποδεικνύοντας τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει. Η λογική αυτής της «παιδαγωγικής» φέρνει για άλλη μια φορά στην επιφάνεια αντιλήψεις για τη σχέση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Για πάρα πολλές δεκαετίες η Δυτική Ευρώπη συνιστά το παράδειγμα, το μοντέλο της σύγχρονης κοινωνίας, το οποίο η Ελλάδα (όπως και πολλές άλλες χώρες εντός και εκτός Ευρώπης) όφειλε να αντιγράψει ώστε κάποτε να μπορέσει να φτάσει σε ανάλογο επίπεδο. Το πρόταγμα του εκσυγχρονισμού, της προόδου, της ευημερίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιδέα του «εξευρωπαϊσμού», δηλαδή τη σύγκλιση της Ελλάδας με τις χώρες-παραδείγματα της Δ. Ευρώπης, στην ουσία την υιοθέτηση αντίστοιχων θεσμών, αξιών, συνηθειών κλπ. Αυτή η σχέση διαμόρφωσε μια «αρνητική» συνείδηση. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο, η Ελλάδα δεν ήταν μια αρκετά ευρωπαϊκή χώρα, ενώ η «καθυστέρηση» συνδεόταν με την επιβίωση μη ευρωπαϊκών («ανατολίτικων», «βαλκανικών» κλπ.) στοιχείων. Ο λόγος αυτός αμβλύνθηκε κάπως στη δεκαετία του 2000, όταν η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η υιοθέτηση του ευρώ δημιούργησαν την αίσθηση της ταύτισης με την Δ. Ευρώπη, ειδικά σε σχέση με το χάσμα που χώριζε τις χώρες της Ευρωζώνης από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Όλα αυτά μέχρι το 2009… Από τότε ο βραχύβιος μύθος της ισχυρής Ελλάδας αντικαταστάθηκε από έναν νέο αρνητικό λόγο με έντονα ηθικολογικά στοιχεία: η Ελλάδα ήταν μια αποτυχημένη χώρα, που είχε εξαπατήσει τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και λαθραία είχε ενταχθεί στο κλαμπ των ισχυρών της Ευρώπης. Η Ελλάδα, για άλλη μια φορά, δεν ήταν μια αρκετά ευρωπαϊκή χώρα και εάν ήθελε να παραμείνει στην ευρωπαϊκή «οικογένεια» θα έπρεπε να τεθεί υπό καθεστώς επιτήρησης και τιμωρίας. Συνέχεια ανάγνωσης

To «πρωτότοκο» των Ενθεμάτων

Standard

Μια βραδιά για την «Τυραννία του αυτονόητου» του Ν. Σεβαστάκη

Στις 9 Απριλίου, τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, παρουσίασαν με μεγάλη χαρά και εύλογη, πιστεύουμε, υπερηφάνεια το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη Η τυραννία του αυτονόητου. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής. Η παρουσίαση έγινε στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, όπου αρχικά ο ίδιος ο Νικόλας Σεβαστάκης έκανε μια ομιλία με θέμα «Η αντίθεση και η απόχρωση. Για την κοινωνική κριτική σε χαλεπούς καιρούς» κι έπειτα για το βιβλίο μίλησαν ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, ο Νίκος Ξυδάκης και ο Σπύρος Παπαδόπουλος· ο Νίκος Φίλης χαιρέτισε εκ μέρους της Αυγής.

Από την παρουσίαση του βιβλίου στην ΕΣΗΕΑ, 9.4.2012

Η έκδοση είναι η πρωτότοκη στις Εκδόσεις των Ενθεμάτων, και προέκυψε από την όρεξη, το κέφι, αλλά και την εκτίμησή μας ότι η συγκέντρωση των άρθρων του Νικόλα Σεβαστάκη από την Ελευθεροτυπία, την Εποχή, τα Ενθέματα και το διαδικτυακό RedNotebook (στο διάστημα 2007-2012) είναι σχεδόν αναγκαία: μέσα στη δύσκολη συγκυρία, η ματιά του Σεβαστάκη παραμένει ψύχραιμη, επαρκώς αποστασιοποιημένη ώστε να είναι διαυγής αλλά και απολύτως αριστερή, κυρίως δε μαχητική. Η ανάγνωση των εβδομήντα περίπου κειμένων, έτσι όπως είναι συγκεντρωμένα, εκτός από αναγνωστική απόλαυση προσφέρει και δύο ακόμη σημαντικές υπηρεσίες: μας θυμίζει, καταρχάς, πόσα πολλά έγιναν στο τόσο σύντομο και συνάμα πυκνό διάστημα των τεσσάρων τελευταίων χρόνων· από την προ κρίσης εποχή του 2007, όπου ο αρθρογράφος είχε ακόμη την πολυτέλεια να θίγει μια πληθώρα θεμάτων, ως τις πρώτες ρωγμές της κρίσης, από τις μεγαλειώδεις πορείες και το τραγικό γεγονός της Μαρφίν, την Υπατία, την Κερατέα και το κίνημα των πλατειών μέχρι τη σημερινή όξυνση και τις επερχόμενες εκλογές. Ακόμη, μας δίνει χρήσιμα και μάχιμα επιχειρήματα για όλα σχεδόν τα θέματα που απασχολούν την επικαιρότητα και την Αριστερά, θέματα για τα οποία καλούμαστε κάθε μέρα να υποστηρίξουμε μια θέση αριστερή και πειστική. Τέλος, διαβάζοντας τα κείμενά του, το κυριότερο που αποκομίζει κανείς είναι, πιστεύουμε, η ελπίδα και η ισχυροποίηση της πεποίθησης ότι επιμένοντας αριστερά, με γερά επιχειρήματα και σαν στάση ζωής, μπορούμε όντως να προχωρήσουμε, κατακτώντας νίκες, μικρές και μεγαλύτερες.

Αυτά και άλλα πολλά έθιξαν οι ομιλητές στην παρουσίαση, γι’ αυτά και για άλλα πολλά μιλήσαμε στη θερμή δεξίωση που είχαμε ετοιμάσει στο εντευκτήριο των Ενθεμάτων, όπου, με το στομάχι ησυχασμένο από τα πλούσια και εύγευστα εδέσματα (ευγενική χορηγία φίλων, φίλων και μαμάδων) και την καρδίαν μας να ευφραίνεται από τον δροσερόν οίνον, συναναστραφήκαμε ως αργά το βράδυ. Συνέχεια ανάγνωσης

Τράπεζα Τροφίμων

Standard

«ΕΓΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ»

της Φλώρας Νικολιδάκη

Μια παρέα από τα Πετράλωνα δημιούργησε προσφάτως την «Τράπεζα Τροφίμων», ένα εγχείρημα διπλό: αφενός η ομάδα μαγειρεύει κάθε μέρα για τους εργαζόμενους στο κτίριο της Κουμουνδούρου (Συνασπισμός, ΑΣΚΙ), αλλά και λειτουργεί μια μικρή καντίνα σε εκδηλώσεις, ημερίδες και συνεδριάσεις. Τα φαγητά και τα σνακ φτιάχνονται πάντοτε με διαλεχτά υλικά και πωλούνται σε χαμηλές τιμές. Κάποιοι από εσάς ίσως να έχετε ήδη γευτεί και απολαύσει τα νοστιμότατα και μυρωδάτα εδέσματά τους, και σίγουρα θα προτιμάτε να τρώτε περιποιημένο σπιτικό φαγητό κάθε μέρα στη δουλειά και μικρά σνακ στις συνεδριάσεις παρά να αγοράζετε απέξω τα ίδια βαρετά σάντουιτς και τις λιγδιάρικες τυρόπιτες. [Όσοι από εσάς βρεθήκατε στο εντευκτήριο των «Ενθεμάτων» μετά την παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλα Σεβαστάκη στις 9 Απριλίου θα δοκιμάσατε τα υπέροχα τυροπιτάκια και τα κεφτεδάκια τους.] Αφετέρου, επιδίωξη της ομάδας είναι, όπως λέει και το όνομά της, να δημιουργήσει μια «τράπεζα τροφίμων» στην οποία θα συμμετέχουν παραγωγοί και καταναλωτές. Περισσότερα, κυρίως γι’ αυτή τη δεύτερη λειτουργία, στο κείμενο αυτοπαρουσίασης που ακολουθεί και εντάσσεται στη στήλη μας «Εγχειρηματικότητα», μια προσπάθειά μας να αναδείξουμε εμπνευσμένα εγχειρήματα και αξιόλογες απόπειρες που όλο και ξεφυτρώνουν τον τελευταίο καιρό.

«Ε»

Η Τράπεζα Τροφίμων δημιουργήθηκε για να συμβάλλει στον αγώνα για την ελεύθερη πρόσβαση όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων στα τρόφιμα, δηλώνοντας τη θέση της ότι η τροφή δεν μπορεί πλέον να είναι εμπόρευμα· για να καταθέσει τις δυνάμεις της στον αγώνα κατά του μεγαλύτερου πειράματος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους: την έκθεσή του στα τρόφιμα του εργαστηρίου, δηλαδή στα τεχνητά τρόφιμα.

Ο προοδευτικός χώρος της κοινωνίας, στον οποίο ανήκει και η Αριστερά, επιμένει, δυστυχώς, σε έναν τρόπο διατροφής –και τελικά σε έναν τρόπο ζωής– στον αντίποδα των επιθυμιών και των στόχων για μια ριζικά διαφορετική, καλύτερη ζωή.

Σκοπός της Τράπεζας Τροφίμων είναι να αναδείξει γεύσεις και μυρωδιές, να ανασύρει μνήμες και συναισθήματα που συνδέονται στενά με τη διαδικασία του φαγητού. Νομίζουμε ότι ιδιαίτερα οι γυναίκες, αλλά και πολλοί άνδρες, συμφωνούμε ότι ένα καλοστρωμένο τραπέζι είναι αγαπημένος τόπος συνάντησης που διευκολύνει την επικοινωνία και την ανταλλαγή εμπειριών ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες σε τέτοια έκταση και βάθος, που δύσκολα μπορούμε να το συγκρίνουμε με κάτι άλλο.

Με αυτές τις σκέψεις θα θέλαμε να σας παρουσιάσουμε τη λειτουργία της Τράπεζας Τροφίμων (ΤΤ), που είναι κατά κύριο λόγο μια γυναικεία υπόθεση.

Η τράπεζά μας λειτουργεί με λογαριασμούς κατάθεσης και ανάληψης. Συνέχεια ανάγνωσης

Εκλογές, τα βαρομετρικά της δημοκρατίας

Standard

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Στάνισλαφ Βίτκιεβιτς, "Σύνθεση με πέντε φιγούρες", 1920

Τις προτελευταίες δεκαετίες η λέξη δημοκρατία είχε φθαρεί. Βασικός λόγος, η προσχηματική χρήση της, προκείμενου να δικαιολογούνται εξωτερικές επεμβάσεις σε ανεξάρτητες χώρες, καθώς και εσωτερικές διαχειρίσεις κίνδυνων που απορρέουν από κοινωνικές διαμαρτυρίες. Το (δήθεν) αδιανόητο, υπό καθεστώς δημοκρατίας, της πολιτικής ανυπακοής και, αντίθετα, η προώθηση οποιουδήποτε ανελεύθερου μέτρου, εφόσον αυτό έχει αποφασιστεί τυπικοδημοκρατικά, αποτελούν προϊόντα αυτής της διαστρέβλωσης. Στην παραφθορά της λέξης «δημοκρατία» συνέβαλαν επίσης οι εικονικότητες των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, η παραδοσιακή αντίληψη για τις ολιγομελείς επαναστατικές πρωτοπορίες, καθώς και η θεώρηση των μειονοτήτων και των αποκλινόντων ως προνομιακών φορέων ριζοσπαστικής αλλαγής.

 Όλα αυτά όμως τελειώνουν σήμερα.

 Οι εξωτερικές επεμβάσεις και οι εσωτερικές διαχειρίσεις δεν χρειάζονται πλέον προσχήματα, αρκεί η καθεστωτική ρητορεία στα ΜΜΕ. Οι κυβερνήσεις δεν αυτοχαρακτηρίζονται σοσιαλδημοκρατικές και οι μειονότητες δεν αποτελούν αντίπαλο, αλλά μέρος των χειμαζόμενων πλειοψηφιών. Τότε, όμως, ποιος βρίσκεται από την άλλη πλευρά της δημοκρατίας; Ο καπιταλισμός ως σχέση-υποκείμενο; Η ολιγαρχία, μια συγκυριακή ελίτ, η άλλο τι;

 Στο μεγάλο ερώτημα αν οι καπιταλιστικές σχέσεις συνιστούν υποκείμενο ή εργαλείο μιας ολιγαρχίας δεν χωρεί υπεριστορική (εκτός χρόνου και γεωγραφίας) απάντηση. Άλλοτε και αλλού οι ρόλοι αντιστρέφονται. Με τηλεγραφική συντομία και με ιδέες ευρείας αποδοχής ακολουθούν τα παρακάτω:

 Λογικά, οι αντίπαλοι των πολλών δεν μπορεί παρά να είναι κάποιοι «λίγοι». Αφού πια οι μειονότητες των κατατρεγμένων μοιράζονται κοινά συμφέροντα με πλειονότητες νεόπτωχων και στριμωγμένων αστών, στον άλλο πόλο της συγκρουσιακής σχέσης βρίσκονται οι στενοί κύκλοι των κυρίαρχων.

 Πραγματικά, χωρίς στέγη, παιδεία, περίθαλψη και πληροφόρηση η ψήφος γίνεται στην ουσία αδύνατη. Χωρίς έδαφος, δηλαδή κατά τη νεωτερικότητα χωρίς εθνική κυριαρχία, το πολίτευμα του κοινού τόπου (δημοκρατία) δεν είναι εφαρμόσιμο. Ο άρρωστος είναι ανήμπορος να πάει στην κάλπη, ο αμαθής πολεμά σκιάχτρα. Η εθνική νομοθεσία γίνεται δέσμια διεθνών και μάλιστα ιδιωτικών συμφερόντων, η κυβέρνηση εκτελεί, η δικαιοσύνη μεμονωμένα αντιστέκεται και συχνά συμμορφώνεται (δόγμα Α. Διαμαντοπούλου: «ο νόμος είναι νόμος», ό,τι κι αν γράφει το Σύνταγμα, ό,τι κι αν υπαγορεύει ο στοιχειώδης ανθρωπισμός;). Όσο για τον νεοφιλελευθερισμό, σύγχρονη εκδοχή του καπιταλισμού, κάποτε κι αυτός ακόμη γίνεται πρόσχημα αντί εξήγησης.

 Είναι αρκετές οι επίκαιρες ενδείξεις για τα παραπάνω. Στη σφαίρα της οικονομίας, για παράδειγμα, οι οίκοι αξιολόγησης περισσότερο καθοδηγούν παρά αποτυπώνουν την ελεύθερη αγορά και τον ανταγωνισμό. Χάρη στους μηχανισμούς τους, ελάχιστα άτομα φαίνονται να χειρίζονται τις τύχες δισεκατομμυρίων άλλων.

 Σαφές είναι ιδίως το παράδειγμα των «μεταρρυθμίσεων» στην ανώτατη εκπαίδευση. Το πανεπιστήμιο της Νέας Τάξης δεν έχει ως κύριο χαρακτηριστικό, αλλά μόνο ως πρόφαση και ως παράπλευρη ωφέλειά του, τις χαμηλές δαπάνες λειτουργίας. Εν μέσω βέβαια οικονομικής κρίσης, το συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό πρόσχημα πείθει αρκετούς, αποσιωπώντας το υψηλό κόστος της προβλεπόμενης δημιουργίας νέων ξεχωριστών σχολών (μεταπτυχιακών, διά βίου) που προϋποθέτουν ασφαλώς νέες υποδομές, γραμματείες κλπ., τις δαπάνες για προσκλήσεις ξένων εκλεκτόρων, για μεταφράσεις των έργων των κρινόμενων και αλλά πολυτελή. Συνέχεια ανάγνωσης