Στα Ενθέματα την κυριακή του πάσχα

Standard

Τα όνειρα των ξοφλημένων: Μάνος Αυγερίδης

Ποια είναι τα δρώντα σήμερα «κοινωνικά κινήματα»: Παναγιώτης Νούτσος

Kόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα: Σταύρος Παναγιωτίδης

Oρθώς κείμενα – Αγάπα τον πλησίον σου: Γιάννης Αλμπάνης

Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας: Ελένη Πορτάλιου

H αυτοκτονία: Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Ονειρική παρανομία: Γιώργος Κ. Μπουγελέκας

Το εντεύθεν και το εκείθεν των δημοσκοπήσεων: Τάκης Καφετζής

Τα όνειρα των ξοφλημένων

Standard


του Μάνου Αυγερίδη

«Τα όνειρα των ξοφλημένων είναι ο εφιάλτης των τραπεζιτών», Ραβάλ, Βαρκελώνη.

Βαρκελώνη, 10 Απριλίου 2012.

«Υποστηρίζουμε τον ελληνικό λαό. Αγάπη και δύναμη από την Ισπανία. Αλληλεγγύη στον Δημήτρη Χριστούλα. Είμαστε στους δρόμους». Αυτό το μήνυμα συμπαράστασης, δεν είναι τηλεγράφημα μιας άλλης εποχής, με αποστολέα και παραλήπτη κάποιες αριστερές πολιτικές οργανώσεις ή νεολαιίστικες συλλογικότητες. Δεν μπορεί να το βρει κανείς στο κουτί ενός αρχείου, με κακοτυπωμένα κεφαλαία γράμματα πάνω στη σκούρα και ταλαιπωρημένη απ’ το χρόνο, χάρτινη φόρμα της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Θα βρει, σίγουρα, παρόμοια, αλλά όχι αυτό. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα από τα εκατοντάδες μηνύματα που ανακαλύπτει κανείς ξεφυλλίζοντας, με την «ψηφιακή» έννοια, τη σχετική με την αυτοκτονία του συνταξιούχου φαρμακοποιού, θεματική στο τουίτερ: «Todo mi apoyo al pueblo griego. #greece Desde #españa amor y fuerza. Solidaridad con #DimitrisChristoulas. Seguimos en las calles». Τηλεγραφήματα με τον τρόπο του τουίτερ, και μαζί τους τραγούδια, κείμενα, φωτογραφίες, σκίτσα, κραυγές και σιωπές, ό,τι μπορεί να χωρέσει το μέσο.

Δεν είναι στις προθέσεις μου μια ανάλυση για τα νέα μέσα, οι χρήσεις των οποίων, ωστόσο, συνεχίζουν να εκπλήσσουν, τόσο τους επιφυλακτικούς και τους ψηφιακά αναλφάβητους, όσο και εκείνους για τους οποίους οι νεολογισμοί «τουίτ» και «χάσταγκ» αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς τους. Δεν γνωρίζω ποιος ξεκίνησε, ποιος έστειλε το πρώτο μήνυμα δημιουργώντας τη σχετική θεματική. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι το «χάσταγκ» κατακλύστηκε από μηνύματα Ισπανών πολιτών, τα οποία πλειοψηφούν ακόμη και των αντίστοιχων ελληνικών. Γιατί, λοιπόν το συγκεκριμένο γεγονός άγγιξε, τόσο πολύ, τους Ισπανούς χρήστες; Δεν είναι δύσκολο, νομίζω, να σκεφτούμε τι είναι αυτό που κινητοποιεί και ενώνει τους ανθρώπους σε κοινά συναισθήματα, αγωνίες και τελικά, σε κοινούς αγώνες.

Γράφει η Ιρέν Λοσάνο στην εφημερίδα El Confidencial: «Αναρωτιέμαι, πόσες φορές δεν είχε ακούσει [ο αυτόχειρας] τον τελευταίο καιρό την κατηγορία ότι έχει ζήσει πάνω από τις δυνάμεις του, αυτή τη χοντροκομμένη κατηγορία που μετατρέπει τον πόνο των ανθρώπων (ακόμα και τον θάνατό τους) σε δίκαιη τιμωρία επιβαλλόμενη απ’ την κρίση». Κι αναρωτιέμαι κι εγώ, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει οι Ισπανοί ανάλογες κατηγορίες, πόσες φορές δεν έχουν ακούσει για την κρίση και τα σκληρά μα αναγκαία μέτρα, για τις μεταρρυθμίσεις και τις δύσκολες αποφάσεις. Αν παρακολουθήσει κανείς ένα δελτίο ειδήσεων στην ισπανική τηλεόραση, η άποψη που προβάλλεται είναι σαφέστατη, ως προς την πολιτική της ένταξη: «Η συντεχνιακή λογική και οι ανεύθυνες πολιτικές οδηγούν την Ισπανία στον δρόμο της Ελλάδας». Τα έως τώρα μέτρα, ο νέος προϋπολογισμός και η περιβόητη εργασιακή μεταρρύθμιση, το μόνο που υπόσχονται ξεκάθαρα, είναι περισσότερη φτώχεια, διάλυση των εργασιακών σχέσεων και αύξηση των ήδη τεράστιων ποσοστών ανεργίας. Αλλά και η εφαρμογή της Συνθήκης της Μπολόνια, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη εν μέσω δυσκολιών και αντιδράσεων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες σχετικά με το «πανεπιστήμιο του μέλλοντος». Η συντηρητική και αυταρχική Ευρώπη, η ταξική Ευρώπη, δείχνει ήδη το σκληρό της πρόσωπο και στην Ισπανία, σε βαθμό που ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, μπορεί δικαίως πια να νιώθει (και να φωνάζει) ότι αυτό που βιώνει «Δεν είναι Κρίση. Είναι Απάτη».

Οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης, λοιπόν, προς τον ελληνικό λαό δεν πρέπει να οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα. Δεν πρόκειται ούτε για κάποιον αναδυόμενο «νέο φιλελληνισμό», ούτε για κινήσεις συμπάθειας απέναντι στον πιο αδύναμο κρίκο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όσο περνάει ο καιρός, τα αποτελέσματα των πολιτικών της λιτότητας και του αυταρχισμού, γίνονται πια αισθητά, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο. Παρά τις εθνικές ιδιαιτερότητες, αντιμετωπίζουμε ένα κοινό πρόβλημα. Ως τέτοιο το αντιλαμβάνονται οι ηγεσίες της Ευρώπης και οι οικονομικές ελίτ, γι’ αυτό και οι «λύσεις» είναι παντού ίδιες· ως τέτοιο, κρίνοντας απ’ τη θέση του επισκέπτη και εξωτερικού παρατηρητή, το αντιλαμβάνεται και ένα μεγάλο μέρος της ισπανικής κοινωνίας. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να το δούμε και στην Ελλάδα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποια είναι τα δρώντα σήμερα «κοινωνικά κινήματα»

Standard

 του Παναγώτη Νούτσου

Ρόι Λιχτενστάιν, «Κίτρινες και πράσινες πινελιές», 1966

 Προφανώς παραμένει πρώτο, παρά την αυξομείωση και τις μεταπλάσεις της δυναμικής του, το κίνημα που προτάσσει τα του εργάσιμου χρόνου. Επιπλέον, ό,τι συνδέει αυτόν το χρόνο με τον υπό διάθεση, με σημείο αναφοράς αρκετά κοινωνικά στρώματα. Και τέλος ό,τι διεκδικεί άνεση, ανεξαρτησία και ποιότητα στον υπό διάθεση χρόνο. Εκείνο βέβαια που υπολείπεται, παρά τις κάποιες αποσπασματικές κινήσεις, είναι ό,τι τα συναρθρώνει, τόσο σε εθνικό όσο και σε πλανητικό τουλάχιστον πεδίο. Η κινηματική είναι πρωτίστως «κοινωνική λογική» που διέπεται από εθελοντισμό και ανακλητότητα.

Βέβαια, η επίτευξη της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων μπορεί να εξασφαλίζει την ευκολότερη εκδίπλωση των υπολοίπων κοινωνικών κινημάτων. Αν δηλαδή επιτυγχάνεται η μείωση του εργάσιμου χρόνου, χωρίς τούτο να εμφανίζεται ως σύμπτωμα και ως τρόπος αντιμετώπισης της ανεργίας, και συνακόλουθα αν διασφαλίζεται η αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων. Συναφώς, αν ενισχύεται η σύμφυτη προσδοκία, στους κόλπους όμως μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας, η κοινωνικά αναγκαία εργασία να καλύπτει –με αξιοπρεπείς συνθήκες για όλους– ένα μικρό μέρος της δραστηριότητας των μελών της.

Από την άλλη πλευρά εκτυλίσσεται η πολυσχιδής απάντηση στη διευρυνόμενη εμπορευματοποίηση του διαθέσιμου χρόνου. Δηλαδή σ’ αυτήν που επέβαλε ο μονοπωλιακός καπιταλισμός με την καταναλωτική του εκτύλιξη ανά τον πλανήτη και με την προσαγωγή του «περιττού» πριν από το «αναγκαίο». Συχνά αυτή η απάντηση προκύπτει ως αυθόρμητη και κάποτε χαλαρά οργανωμένη αντίδραση στην καταστροφή των δυνατοτήτων «αυτοέκφρασης».

Συμφυής είναι η πολυμέτωπη αμφισβήτηση του τρόπου συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων. Ό,τι δηλαδή αρχίζει από τους «κανόνες» για την καταστολή των ορμών και την καθιέρωση μιας «επιτρεπτής» ή «καθωσπρέπει» συμπεριφοράς, η οποία θα εγγυάται τη διάρκεια και τη συνοχή του υφιστάμενου κοινωνικού σχηματισμού. Και ό,τι επίσης οδηγεί προς την αποχειραγώγηση του λόγου, προφορικού και ηλεκτρονικού, για την άρση της νομιμοποίησης που αυτός παρέχει στις κυρίαρχες κοινωνικές δομές.

Από παρόμοια εστία ενδιαφερόντων εκπορεύεται η ολοένα συλλογικότερη αντίληψη ότι η ληστρική εκμετάλλευση της φύσης δεν αφορά απλώς τα όρια της τεχνολογικής εξέλιξης. Τούτο πρώτιστα συνάπτεται με το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής του πλανήτη μας και ολόκληρης σχεδόν της ανθρώπινης κοινωνίας —κάποιοι μάλλον θα έχουν ήδη διαφύγει στο εξωτερικό του. Και βέβαια θα πρόκειται για κοινωνία που στις περισσότερο «αναπτυγμένες» μορφές θα έχει αποκτήσει, μέσω των τεχνολογικών της επιτεύξεων, συγκεντρωτική, ιεραρχική και αστυνομευόμενη δομή. Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

 

Χαρακτικό του Λώρενς Χάυντ, από το λεύκωμα «Σταυρός του Νότου», 1951

Μια από τις πολλές φράσεις και όρους που εισήχθησαν στην καθημερινότητα μας, συγκροτώντας αυτό που θα λέγαμε «το γλωσσάρι της κρίσης», είναι οι περίφημες «κόκκινες γραμμές». Όπως αυτές που διέθετε ο κ. Σαμαράς, οι οποίες εσχάτως εξελίχθησαν από ευθείες σε καμπύλες για να ραγίσουν τελικά και να γίνουν διακεκομμένες. Σαν αυτές που, όπως μας πληροφόρησαν κατά σειρά ο εκπρόσωπος του κυνισμού της εξουσίας κ. Πάγκαλος, και της εξουσίας του κυνισμού κ. Παπαδήμος, δεν έχουμε εμείς, αλλά μόνο οι δανειστές μας. Δανειζόμενοι οι ίδιοι, αλλά και πολλοί άλλοι ένθερμοι ζηλωτές της εξουσίας και του πλούτου, απλουστευτικά σχήματα ερμηνείας με βάση την καθημερινή μας εμπειρία (η οποία βεβαίως αφορά το μικροεπίπεδο της ατομικής μας ζωής και όχι αυτό της πολιτικής, αλλά σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με μεθοδολογικές ιδιοτροπίες) μας θύμιζαν διαρκώς: «Όταν δανείζεσαι χρήματα από κάποιον, δεν του βάζεις εσύ όρους, αυτός σου βάζει».

Δεν είναι στις προθέσεις μου να εξηγήσω σε αυτό το κείμενο το γιατί είναι γελοίο να στήνει κανείς τέτοιες αναλογίες, του τύπου «οι οικονομικές σχέσεις των κρατών είναι όπως οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων», ούτε να αποδείξω το γιατί η συγκρότηση μίας αναλογίας δεν συνεπάγεται και την συγκρότηση μίας απόδειξης. Άλλωστε, αυτή η τεχνική είναι από τις πιο παλιές της ρητορικής τέχνης: Εμφανίζω μια κατάσταση όπου η αλήθεια είναι αυταπόδεικτη, την παραλληλίζω αυθαίρετα με την κατάσταση που εξετάζω και εμφανίζω το συμπέρασμα της μίας ως να ισχύει αναλογικά και για την άλλη. Αλλά, είπαμε: όχι μεθοδολογία. Τι μας μένει; Μα, η Ιστορία. Αυτό που θέλω λοιπόν με αυτό το κείμενο είναι να παρουσιάσω δύο περιπτώσεις στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, που η εξέτασή τους κάνει την επιχειρηματολογία περί μονόπλευρων κόκκινων γραμμών να καταρρέει μέσα σε γέλια και απαξίωση.

Πρώτη στάση. 1942. Η Κατοχή βαθαίνει τις δομές της στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και η ήττα του Άξονα στη Μέση Ανατολή, όπως μας θύμισε και ο Μιχάλης Λυμπεράτος πριν από λίγες Κυριακές στην Αυγή,[1] προκαλεί την όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία των αρχών Κατοχής και τη διαρκή αύξηση των οικονομικών τους απαιτήσεων. Για αυτό οι ναζί επιτάσσουν μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων αλλά και τροφίμων, με αποτέλεσμα τη λιμοκτονία ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων σε ημερήσια βάση. Ο Μουσολίνι φτάνει να δηλώσει πως «οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ως και τα κορδόνια των παπουτσιών τους». Ήδη από το 1941 η υποχρεωτική οικονομική αρωγή της Ελλάδας προς τις αρχές Κατοχής ξεπερνάει το ένα δις μάρκα και τα επόμενα χρόνια πολλαπλασιάζεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δοσίλογος και τοποθετημένους από τους ίδιους τους ναζί, πρωθυπουργός της κατεχόμενης Ελλάδας, στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, ενημερώνει τις ναζιστικές αρχές για την πρόθεση του να παραιτηθεί αν η κατάσταση εξακολουθήσει ως έχει! Αστείο θα ήταν βεβαίως το να υποστηρίξει κανείς πως ο Τσολάκογλου πραγματοποίησε κάποιο πραγματικά πατριωτικό πολιτικό διάβημα με εκείνη του την κίνηση. Αποδεικνύεται όμως η δυνατότητα άσκησης (ή απειλής άσκησης) πολιτικής πίεσης, ακόμη και σε ακραία δεσμευτικές συνθήκες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς Κείμενα: Αγάπα τον πλησίον σου

Standard

αναδημοσίευση από το RedNotebook

του Γιάννη Αλμπάνη  

Γιάννης Κεφαλληνός, «Αποικιοκρατία», 1924

«Και ποιος είναι ο πλησίον, κύριε Βεργολιά;».

Το ερώτημα της 6ης Δημοτικού απαντήθηκε με αναπάντεχο τρόπο (μυστήριες γαρ οι βουλές του Κυρίου), είκοσι πέντε χρόνια μετά. Ο πλησίον ήταν τελικά ένα ζευγάρι συνταξιούχων που είχαν κολλήσει στις γραμμές του τρένου. Αναπάντεχη η απάντηση, όπως αντίστοιχα με αναπάντεχο τρόπο απαντήθηκε ένα ερώτημα που μπορεί να μην τέθηκε στον κ. Βεργολιά, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές σε σχολικές αίθουσες και κατηχητικά: «Ποιος ακολουθεί σωστά τη διδασκαλία του Ιησού, ποιος είναι τελικά ο καλός χριστιανός;».

Στο Κρυονέρι διαπιστώσαμε ότι οι καλοί χριστιανοί ήταν δύο μη χριστιανοί, δύο μουσουλμάνοι, «λαθραίοι», και χωρίς όνομα — γιατί σε αυτή τη χώρα οι μετανάστες δεν δικαιούνται να έχουν όνομα, όπως ακριβώς είναι πάντοτε ανώνυμοι το «παιδί με το μηχανάκι» και «η κοπέλα που σηκώνει τα τηλέφωνα». Ούτε λοιπόν αυτοί που έχουν πιάσει ονομαστικό στασίδι στην εκκλησία, ούτε οι θεοφοβούμενοι νοικοκυραίοι, ούτε οι ορθόδοξοι, παλιοί και νέοι. Δύο μετανάστες από το Πακιστάν ήταν, που θεώρησαν σκόπιμο να τζογάρουν τη ζωή τους (για να χάσουν στο τέλος), προσπαθώντας να σώσουν ένα ζευγάρι αγνώστων τους. Όχι γιατί είχαν να κερδίσουν κάτι από αυτό, αλλά γιατί θεώρησαν αυτονόητο να σταθούν σε αυτούς που βρέθηκαν δίπλα τους και τους είχαν ανάγκη. Κι ας μην ήταν αυτοί οι πλησίον Πακιστανοί και μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες και χριστιανοί∙ και ας έχουν ταπεινώσει οι Έλληνες τους Πακιστανούς με κάθε δυνατό τρόπο, δεκαπέντε χρόνια τώρα∙ και ας φωνάζουν οι υπουργοί των Ελλήνων ότι οι Πακιστανοί είναι εγκληματίες και γεμάτοι αρρώστιες. Για τους δύο καλούς χριστιανούς, που ήταν όμως μουσουλμάνοι, όλα αυτά τα «και ας» για τα οποία έγινε λόγος, δεν έπαιξαν κανένα ρόλο. Αυτό που είχε σημασία ήταν το «αμέσως» για τη σωτηρία των δύο γερόντων, των δύο πλησίον.

Προφανώς, οι δύο Πακιστανοί δεν ακολούθησαν την αλληλουχία των σκέψεων που οδηγεί στο επιβληθεί το ηθικό καθήκον στους εύλογους ανθρώπους δισταγμούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις ούτε σκέφτεσαι, ούτε ανακαλείς αυτά που έχεις διαβάσει. Πράττεις με ενστικτώδη τρόπο τα αυτονόητα σου, αυτά που σ’ έμαθαν από πολύ μικρό οι γονείς σου, σε μια μακρινή ή σε τούτη εδώ την κοντινή πατρίδα. Και προφανώς αυτό που είχαν μάθει οι δυο μετανάστες από πολύ μικροί, ήταν ότι πρέπει να βοηθάνε τον πλησίον που βρίσκεται σε ανάγκη. Έτσι φαίνεται να τους τα είχαν πει οι δικοί τους. Δεν είχε βρεθεί δηλαδή κανείς «μεγάλος» να τους διδάξει από μικρά παιδιά ότι πρέπει να κοιτάνε τη δουλειά τους και να μην μπλέκονται, ότι η ζωή είναι πόλεμος όλων εναντίον όλων. Συνέχεια ανάγνωσης

Για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας

Standard

της Ελένης Πορτάλιου

Η πόρτα του Παράδεισου

είναι γερά κλεισμένη

κι απέξω παραδέρνουνε

τη γης οι κολασμένοι

Από τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» του Μάνου Χατζιδάκι

Πρόσφυγες στην αρχαία αγορά

Η πόλη είναι ένα ζωντανό σώμα ανθρώπινων και κοινωνικών καταστάσεων, που αναδύονται μέσα από την ακίνητη υλικότητα της κατασκευής της. Ότι περιγράφουν εξ αποστάσεως οι στατιστικές της κρίσης και οι σωτηριολογική ρητορεία της πολιτικής, μιλά εδώ τη γλώσσα των προσώπων και των σωμάτων. Αυτή η εισβολή της πραγματικής ζωής στην καρδιά της πόλης, που ενσαρκώνουν, από τη μια, οι «άθλιοι» των Αθηνών και, από την άλλη, οι χιλιάδες των «αγανακτισμένων», είναι απειλητική για την εξουσία. Είναι μια κατάσταση έκρυθμη και γι’ αυτό επικίνδυνη, τόσο για τα επενδεδυμένα κεφάλαια στο Ιστορικό Κέντρο όσο και για τις επενδεδυμένες στα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις πολιτικές κυριαρχίας της δυναστείας του πλούτου.

Ο προεκλογικός πυρετός του υπουργού Καταστολής του Πολίτη και του δημάρχου Αθηναίων για την εκκαθάριση του κέντρου της πόλης και τη δημιουργία μιας κοινωνικής και πολιτικής, υγειονομικής ζώνης ευταξίας, χωρίς «απόβλητους» μετανάστες, άστεγους, άπορους και διαμαρτυρόμενους ανθρώπους, είναι ένα ρατσιστικό, εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα, αν και με πολλές αντιφάσεις για τους εμπνευστές του. Γιατί το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας δεν στεγάζει μόνο την ακραία φτώχεια και εγκατάλειψη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και τις διαμαρτυρίες των νεόπτωχων Ελλήνων, αλλά αποτελεί, επίσης, προνομιακό χώρο κερδοσκοπίας στη γη και τα ακίνητα και ανεξέλεγκτης δράσης διεθνικών εγκληματικών μαφιών, με τεράστιους τζίρους μαύρου χρήματος από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και άλλων εισαγόμενων λαθραία ειδών, την καταναγκαστική πορνεία γυναικών και παιδιών, τα οργανωμένα δίκτυα κλοπών και επαιτείας.

Αυτές οι καθόλου ευγενείς επιχειρηματικές δραστηριότητες, που οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους αφήνουν ανενόχλητες γιατί στον παγκοσμιοποιημένο μαφιόζικο καπιταλισμό το χρήμα δεν έχει χρώμα, και οι οποίες εμπλέκουν στα κυκλώματά τους, για ένα κομμάτι ψωμί, εξαθλιωμένους αλλοδαπούς και ντόπιους, είναι ανταγωνιστικές στη λειτουργία του κέντρου ως τόπου κατανάλωσης –εμπορίου, αναψυχής και τουρισμού– και επομένως στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτούς τους τομείς. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η συνασπισμένη κρατική και δημοτική εξουσία, μη μπορώντας να συμβιβάσει δύο αντιθετικές μερίδες κεφαλαίων, ενεργεί σχεδόν αποκλειστικά με καταστολή απέναντι στους μετανάστες, τους νεόπτωχους των Αθηνών και τους διαδηλωτές, που κατονομάζει ως μοναδικούς υπεύθυνους της υποβάθμισης του κέντρου. Προφανώς το εμπόριο, η αναψυχή και ο τουρισμός στο Ιστορικό Κέντρο μαστίζονται σήμερα, αλλά από τις μνημονιακές πολιτικές σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της εργασίας και από τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα εκατοντάδες καταστήματα να κλείνουν, δημιουργώντας κενά στο χώρο και ενισχύοντας την εικόνα εγκατάλειψης από την απουσία δημόσιας φροντίδας για την πόλη.

Η ετερογένεια του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας

Το κέντρο της πόλης χαρακτηρίζεται ιστορικά από μεταβαλλόμενη αλλά έντονη ετερογένεια. Η εμφύτευση στο ακανόνιστο πολεοδομικά, οθωμανικό χωριό, που ήταν η Αθήνα την εποχή της απελευθέρωσης από την τουρκοκρατία, της κλασικής γεωμετρίας των μεγάλων αξόνων με εστιακά σημεία –σχέδιο Κλεάνθη, Σάουμπερτ και Κλέντσε– δεν εξαφάνισε τα λαϊκά χαρακτηριστικά της πόλης. Στο κέντρο της Αθήνας αποτυπώνεται χωρικά η παρουσία τόσο της πολιτικής εξουσίας και της αναδυόμενης αστικής τάξης όσο και του λαϊκού κόσμου: των μεροκαματιάρηδων, των ανέργων, των μικροεμπόρων, των πλανόδιων και των φοιτητών.

Η Αθήνα σχεδιάστηκε στη βάση δύο τριγώνων, του μεγαλύτερου Μητροπόλεως-Αθηνάς-Πανεπιστημίου και του μικρότερου Ερμού-Αιόλου-Σταδίου, με τρεις πλατείες στις κορυφές τους: Σύνταγμα, Ομόνοια, Μοναστηράκι. Εξαρχής, στο σχεδιασμό αυτό ενσωματώθηκαν και διατηρήθηκαν οι κοινωνικές διακρίσεις. Από τη μια, αναπτύσσεται η περιοχή Πλάκας, Ανακτόρων, Συντάγματος, Σταδίου, Πανεπιστημίου και, από την άλλη, η περιοχή Μοναστηρακίου, Ψυρρή, Θησείου, με την πλατεία Ομονοίας στο μεταίχμιο των δύο.

H Ομόνοια το 1931

Στην ανατολική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου, με όριο τους άξονες Αιόλου και Αθηνάς, που αρχικά δεν διαφοροποιούνται από τις περιοχές Συντάγματος, Πανεπιστημίου, Ερμού, στεγάζονται οι χώροι της πολιτικής εξουσίας, τα μέγαρα της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης, τα πνευματικά ιδρύματα (τριλογία), το πολυτελές εμπόριο και η αστική δημόσια σφαίρα στα καφενεία.

Στη δυτική πλευρά του σημερινού Ιστορικού Κέντρου ανήκει η λαϊκή γειτονιά του Ψυρρή, εσωστρεφής, με μικρή μεταποιητική παραγωγή και εμπόριο, με χαρακτηριστικά λαϊκά καφενεία και τρόπους διασκέδασης, όπου συχνάζουν κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες της εποχής. Η πλατεία Μοναστηρακίου, κέντρο της παλιάς πόλης πριν την απελευθέρωση, συνεχίζει να είναι το κέντρο της αγοράς της Αθήνας, που επεκτείνεται στην Αθηνάς όταν η αγορά μεταφέρεται, μετά την πυρκαγιά στο Μοναστηράκι, στη σημερινή της θέση (Βαρβάκειος Αγορά).

Η πλατεία Λουδοβίκου (Κουμουνδούρου και σήμερα Ελευθερίας) συγκεντρώνει στα μέσα του 19ου αι., μετά την Αιόλου, τα μεγαλύτερα και καλύτερα εμπορικά καταστήματα, ξενοδοχεία, εστιατόρια και κέντρα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Ταυτόχρονα, ο γύρω χώρος διατηρεί τη λαϊκότητά του και γειτονεύει με τη συνοικία του Μεταξουργείου-θεατρικό κέντρο της Αθήνας. Στην πλατεία Ομονοίας κτίζονται αστικά μέγαρα και επιβλητικά ξενοδοχεία ως συνέχεια των οδών Αιόλου και Αθηνάς, πάντοτε, όμως, η Ομόνοια αποτελεί σημείο αναφοράς και διέλευσης των λαϊκών τάξεων, προσχωρώντας σταδιακά στο λαϊκό τμήμα της πόλης.

Το κέντρο είναι μια πολυλειτουργική συμπύκνωση της πόλης, που αρχικά σχεδόν ταυτίζεται με αυτή. Το παλάτι, η βουλή, υπουργεία, πανεπιστήμια, αστικά μέγαρα, μεγάλα ξενοδοχεία, λαμπρά θέατρα και καφέ αλλά και ταπεινά σπίτια όπου συγκατοικούν πολλές οικογένειες γύρω από μια αυλή, λαϊκά καφενεία, βιοτεχνία, πλανόδιο εμπόριο και θεάματα δρόμου, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, διερχόμενοι ξένοι και επαρχιώτες, συνθέτουν ένα μωσαϊκό χωρικών καταστάσεων και ανθρώπων, που συγχρωτίζονται και συγκρούονται. Γιατί το κέντρο της Αθήνας στέγασε ιστορικά και στεγάζει τη δημόσια σφαίρα του δρόμου, με έντονη, συγκρουσιακή παρουσία του λαού της πόλης σε όλες τις σημαντικές ιστορικές στιγμές και σε κάθε στιγμή που οι αποκάτω αναδύονται στο δημόσιο χώρο και κάνουν αισθητή την παρουσία τους: δημοκρατικό σύνταγμα και κατάργηση της βασιλείας του Όθωνα, αντίσταση στους Ιταλούς και τη γερμανική κατοχή, Ιουλιανά, 1-1-4, παιδεία και Κυπριακό, αντίσταση στη δικτατορία, φοιτητικές, εργατικές, αντιπολεμικές διαδηλώσεις, αγανακτισμένοι. Η διαδρομή Σύνταγμα-Πανεπιστήμιο-Ομόνοια είναι ένα ζωντανό μνημείο, ένα παλίμψηστο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που γράφτηκε συχνά με αίμα και δάκρυα.

Όπως όλη η Αθήνα, το κέντρο της γίνεται αποδέκτης της μαζικής έλευσης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922. Αυτός ο αναπτυγμένος και προοδευτικός πληθυσμός, που αιμοδότησε την ανάπτυξη της χώρας και την Αριστερά, στεγάστηκε σε σκηνές και παραπήγματα, σε δημόσια κτήρια και κάθε μορφής κατάλυμα, μέχρι να αρχίσει η στέγασή του, με κρατική στήριξη και ατομικούς πόρους, η οποία ολοκληρώθηκε αρκετά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι θα έλεγαν σήμερα οι διώκτες της φτώχειας και των μεταναστών για την εικόνα της προσφυγιάς, που 90 χρόνια πριν κατέκλυζε την πόλη μέχρι τους αρχαιολογικούς της χώρους;

Η Αθήνα δεν υπήρξε ιστορικά αποστειρωμένη πόλη και η ένδεια, η παραβατικότητα, όπως και το κοινωνικό περιθώριο, είναι κομμάτι της ιστορίας της. Όταν, μετά τον πόλεμο, ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ο δρόμος αυτός, όπως και η πλατεία Ομονοίας, έχουν περάσει στη δυτική όχθη της πόλης. Η οδός «των τεράτων και των θαυμάτων» διέλαθε του εξευρωπαϊσμού. Πλανόδιο μικροεμπόριο, συντεχνιακά στέκια, φτηνά ξενοδοχεία, υπόγεια μαγειρεία, κουρεία, μάντρες, πορνεία, παπατζήδες, αρκουδιάρηδες, αργυραμοιβοί — εδώ ζει και κινείται ένα αποσυναρμολογημένο αστικό περιθώριο. «Καθιστός ο βίος των Αγίων / σε δωμάτια λαϊκών πορνείων / μέσ’ στις μυρωδιές των μαγειρείων / συντελείται ο νόμος των οργίων», είναι στίχοι από τις «Μπαλάντες».

Ο Γιώργος Ιωάννου εκδίδει το 1980 τη δική του Ομόνοια, γλυκόπικρη, τρυφερή, σκληρή και πάντα αστυνομικά επιτηρούμενη, την Ομόνοια της μοναξιάς, της επαρχίας και του απαγορευμένου έρωτα. «Μαθήτεψε αν σου βαστάει στην πλατεία. Είναι η πλατεία όλων των χωριών και όλων των πόλεων της χώρας. Όταν συχνάζεις εδώ, συχνάζεις παντού» … «και μπαινοβγαίνουν άνθρωποι αλλόθροοι, μαυριδεροί και μελαψοί και άλλοι λευκότεροι που μόνο από τα χείλη τους καταλαβαίνονται».

 

Το ιστορικό κέντρο μετά το 1990

 Η ραγδαία μεταπολεμική ανοικοδόμηση, που έφτασε την Αττική πάνω στα βουνά και μέσα στη θάλασσα, δεν κατάφερε ν’ αλλάξει την αρχιτεκτονική και πολεοδομική φυσιογνωμία του Ιστορικού Κέντρου. Το 1985, με το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, αναγνωρίστηκε η αξία του και η ανάγκη προστασίας του πολυλειτουργικού και κατ’ επέκταση ετερογενούς κοινωνικά χαρακτήρα του. Αν και η θέση αυτή αποτύπωνε την προοδευτική ιδεολογία της εποχής και της κοινωνικής πολεοδομίας, έμεινε ευγενής διακήρυξη. Γιατί η εφαρμογή της απαιτούσε δημόσιες παρεμβάσεις, σχεδιασμό και έλεγχο του χώρου από τους αρμόδιους φορείς — υπουργεία και δήμο. Ήδη, όμως, το Ιστορικό Κέντρο μετασχηματιζόταν με τους αγοραίους νόμους του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ονειρική παρανομία

Standard

διήγημα του Γιώργου K. Μπουγελέκα

 

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010. Λάδι σε πανί.

Έχουν περάσει ακριβώς εκατό χρόνια από τη γέννηση του πατέρα μου μέσα σ’ ένα καράβι φορτωμένο πρόσφυγες, που ξεκίνησε απ’ τον Τσεσμέ και κατέληξε στον Πειραιά. Μεγάλωσε στη φτώχεια, στη στέρηση και στην αδικία. Δούλεψε από παιδάκι στις φάμπρικες της Νέας Ιωνίας. Αγωνίστηκε, νίκησε και νικήθηκε, όπως ο κάθε άνθρωπος. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ από εκείνον είναι ότι, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν σταμάτησε να ονειρεύεται. Ίσως μάλιστα, περισσότερο τότε.

***

Το λεωφορείο του δρομολογίου Αιγάλεω-Αθήνα δεν έμπαινε πια στο κέντρο. Μας άφηνε στη Γεωπονική. Εκείνο το πρωί ανέβαινα την Πειραιώς λίγο βιαστικά. Δεν ήταν μόνο γιατί φοβόμουν τους εκατοντάδες πεινασμένους, άρρωστους και άστεγους, που είχαν στήσει το τσαρδί τους στις εσοχές των εισόδων των πολυκατοικιών, στο πλήρως κατειλημμένο παλιό κτίριο του ΙΚΑ, στους, περιφρουρημένους από μια μοίρα καταδρομέων, κήπους γύρω απ’ τη Δημοτική Πινακοθήκη, στα ανενεργά –λόγω έλλειψης αυτοκινήτων– οικόπεδα των αλλοτινών πάρκινγκ, στα πεζοδρόμια της κεντρικής οδού∙ αλλά και γιατί, πολύ απλά, κρύωνα. Κρύωνα και για να ζεσταθώ περπατούσα γρήγορα.

Έφθασα στην Ομόνοια, προχώρησα στη Σταδίου και έστριψα αριστερά στην Μπενάκη. Η εικόνα της Αθήνας ήταν πληκτικά τρομακτική. Παντού υπήρχαν απελπισμένοι περιπλανώμενοι∙ με δυο κουβέρτες, έναν υπνόσακο από πάνω, κοντά σ’ ένα βαρέλι που άναβε μια κόκκινη φωτιά και θύμιζε αμυδρά την αίσθηση μιας εστίας, πάλευαν να κρατηθούν στη ζωή. Στρατιωτικά καμιόνια μάζευαν τα πτώματα της προηγούμενης νύχτας από τα μαύρα χαράματα, αρκετά πιο νωρίς από τις, σπάνιες πια, εξορμήσεις των δημοτικών αυτοκινήτων καθαριότητας.

Το ραντεβού με τον Τάσο ήταν στη γωνία της Σολωμού με την πλατεία Εξαρχείων. Τον ήξερα από παλιά, από τις αρχές του αιώνα, τότε που δούλευα σε ένα τεχνικό γραφείο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκείνος ήταν ηλεκτρολόγος και είχε συνεταιριστεί με έναν γνωστό μηχανολόγο. Στα συνεργαζόμενα γραφεία που δουλεύαμε τα είχαμε βρει και κάναμε παρέα. Για ένα διάστημα πρέπει να συνυπήρξαμε και στο Πολυτεχνείο, αλλά τότε δεν γνωριζόμασταν. Εγώ στους πολιτικούς, εκείνος σε άλλη σχολή, αγνοούσε ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αυτή την εποχή, αν και ήμαστε και οι δύο άνεργοι, δεν σταματήσαμε να βλεπόμαστε και να τα λέμε. Στον Τάσο είχα εμπιστοσύνη.

«Κοίταξε, Χρήστο, το πρόβλημά σου είναι πλέον μια άλλου είδους επιδημία. Όσοι δεν είναι στους δρόμους και πρέπει να παλέψουν για να βγάλουν το βράδυ τους, αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα με σένα. Η ψυχίατρος που με καθοδηγεί έχει κρατήσει μέσα σ’ αυτόν το χαμό κάποιας μορφής, απλοϊκά ίσως, στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο. Γι’ αυτό άλλωστε κι εγώ στρώθηκα στη δουλειά μπας και δώσω μια λύση. Να βοηθήσω κάποιους φίλους στην αρχή, κι όταν αλλάξουν τα πράγματα να το εκμεταλλευτώ και εμπορικά. Στο λέω πάντως από τώρα, γιατί θέλω να είμαστε εξηγημένοι. Δεν είμαι σίγουρος για τα αποτελέσματα. Είμαι ακόμα σε πειραματικό στάδιο και δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω για τη συνεργασία και την εχεμύθεια, φίλε μου».

«Κόφτο, ρε γαμώτο! Εμείς είμαστε σαν αδέλφια. Μου εμπιστεύεσαι το μυστικό σου για το μηχάνημα κι εγώ σου εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σαν πειραματόζωο. Πατσίσαμε. Όσο για το άλλο, δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά. Πράγματι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα. Το τηλεοπτικό κανάλι του Συνδέσμου Βιομηχάνων ανακοίνωσε σημαντική πτώση της ανεργίας κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες. Από σαράντα οκτώ κόμμα δύο τοις εκατό έπεσε στις σαράντα έξι κόμμα τέσσερις τον τελευταίο χρόνο. Αν συνεχίσουμε έτσι, λέει, σε τέσσερα χρόνια, θα φθάσουμε στα επίπεδα του 2018!»

«Όταν ερχόσουν, πρόσεξες μήπως σε παρακολούθησε κανείς;»

«Και βέβαια πρόσεχα. Κάθε τόσο σταματούσα στα κέντρα διανομής συσσιτίου κι έκανα πως στεκόμουν στην ουρά για να ελέγξω τι γινόταν πίσω μου. Είχα το νου μου, μην ανησυχείς».

«Λοιπόν, θα πάω πρώτος ν’ ανοίξω το μηχάνημα, να φορτώσει τα προγράμματα. Εσύ θα ξεκινήσεις σε δέκα λεπτά από τη στιγμή που θα φύγω. Μην σταθείς σαν ξυλάγγουρο εδώ. Δεν πρέπει να προκαλέσεις κανένα βλέμμα! Κάνε καμιά βόλτα γύρω απ’ την πλατεία».

«Και να ήθελα, ρε Τάσο, δεν θα μπορούσα να σταθώ ακίνητος. Θα ξεπάγιαζα. Όμως ακόμα δεν ξέρω πού θα έλθω. Είναι μακριά από δω;»

«Μπροστά σου είναι, αγόρι μου! Μπροστά σου, στην μπλε πολυκατοικία! Τρίτος όροφος, διαμέρισμα τριάντα πέντε».

«Μ’ έστειλες! Ούτε που πήγε το μυαλό μου».

«Φεύγω. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε επάνω. Σε δέκα λεπτά, έτσι;»

«Εντάξει».

Ξεκίνησα το περπάτημα. Ανακουφίστηκα κάπως με όσα μου είπε ο Τάσος για την έξαρση της αδυναμίας κατασκευής ονείρων. Δεν ήμουνα μόνος μου. Είχα να ονειρευτώ, να κάνω σχέδια, να οραματιστώ ένα μέλλον του γούστου μου πάνω από δύο χρόνια. Ήταν βέβαια και κυβερνητική εντολή, αλλά δεν μπορούσα πια να την ακολουθήσω.

 «Αποφεύγετε να κάνετε όνειρα για τη ζωή σας. Κανένας δεν μπορεί να κάνει προβλέψεις για το μέλλον. Ούτε εμείς, η υπεύθυνη κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, που σας έσωσε από την καταστροφή πριν έντεκα χρόνια. Από την πρώτη στιγμή σάς είχαμε προειδοποιήσει: η προσπάθεια θα είναι σκληρή και μακροπρόθεσμη. Κάνετε υπομονή και σε καμία περίπτωση όνειρα. Είναι απολύτως επικίνδυνο για την εθνική οικονομία και το μέλλον της πατρίδας. Μην ξεχνάτε: ονειρεύονται μόνο οι τρομοκράτες και οι εχθροί των διαρθρωτικών αλλαγών».

Αυτό το κείμενο το έβλεπες παντού. Στους δρόμους, στα λεωφορεία, στα κέντρα διανομής τροφής, στις κολώνες. Ο κόσμος το πρώτο διάστημα συμμορφώθηκε, όμως σύντομα διαπίστωσαν οι Αθηναίοι ότι και να ήθελαν να ονειρευτούν τους ήταν αδύνατον. Έτσι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια. Εγώ δεν τα κατάφερα. Τα όνειρα για το αύριο –ένα αύριο πάντα πιο φωτεινό από το όποιο σήμερα– με έτρεφαν, μου έδιναν κουράγιο, δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτά. Η στέρησή τους ήταν για μένα επώδυνη. Έτσι μέσα από μισόλογα στην αρχή και λίγο πιο μετά με λόγια καθαρά και ξάστερα ο Τάσος, ένα μήνα πριν, μου είχε μιλήσει για το μηχάνημα υποβοήθησης παραγωγής ονείρων και, με χίλιες προφυλάξεις, κανονίσαμε το σημερινό ραντεβού.

Χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματος. Μου άνοιξε ο φίλος μου και πέρασα μέσα. Με οδήγησε σε ένα μεγάλο δωμάτιο που πρέπει να ήταν το σαλόνι του διαμερίσματος. Στο κέντρο του ήταν ένα ιατρικό κρεβάτι κι όλος ο τοίχος πίσω από το κεφάλι του κρεβατιού ήταν καλυμμένος με οθόνες. Μπροστά τους ήταν ένας μακρύς λευκός πάγκος που περιείχε πάνω από δέκα πύργους υπολογιστών, τέσσερα πληκτρολόγια και ένα ηλεκτρονικό κλαβιέ. Στο πλάι του κρεβατιού και από τη μεριά των παραθύρων του δωματίου βρισκόταν ένα νοσηλευτικό τρόλεϊ με λίγες γάζες, ένα απολυμαντικό και ένα συνονθύλευμα από μικρές βεντούζες, σαν αυτές που κολλάνε στο σώμα μας όταν πρόκειται να κάνουμε καρδιογράφημα. Αυτά τα ηλεκτρόδια κατέληγαν στον πάγκο των υπολογιστών αλλά ήταν αδύνατον να καταλάβω με ποιους από τους υπολογιστές ήταν συνδεδεμένα.

«Καλημέρα σας», άκουσα μια άχρωμη φωνή πίσω μου. Γύρισα και βρέθηκα μπροστά σε μία κυρία μέσης ηλικίας με λευκή μπλούζα, με ένα στηθοσκόπιο κρεμασμένο από το λαιμό της, με μισά γυαλιά πρεσβυωπίας που ισορροπούσαν στο μέσον της μύτης και με ένα άψογο όσο και απεχθές χτένισμα κομμωτηρίου. Στεκόταν στην κάτω μεριά του κρεβατιού.

«Είναι η συνεργάτιδα και καθοδηγήτριά μου στην κοινή μας προσπάθεια∙ η κυρία Μαίρη, ψυχίατρος», έκανε τις συστάσεις ο ηλεκτρονικός υπεύθυνος του εγχειρήματος.

«Ξαπλώστε, παρακαλώ» , μου είπε η άχρωμη φωνή, «και φυσικά χαλαρώστε». Συνέχεια ανάγνωσης

H αυτοκτονία

Standard

του Bασίλη  Κ. Δωροβίνη

Η αυτοκτονία στην πλατεία Συντάγματος κυριολεκτικά έκαμε τον γύρο του κόσμου. Σε αυτό το σύντομο άρθρο προτίμησα να μεταφέρω καταρχήν ένα ηλεκτρονικό σημείωμα που έλαβα χθες από τον Καναδά.  Ο αποστολέας, ας πούμε Θ.Ζ., είναι γνωστός μου ψυχίατρος που εκπατρίστηκε από τη δεκαετία του 1970, σταδιοδρόμησε μέχρι πρόσφατα σε μία ευνομούμενη χώρα, συνταξιοδοτήθηκε πρόσφατα και παρακολουθεί, ιδίως τελευταία, με έντονο ενδιαφέρον, όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Σκεπτικιστής και περισσότερο στραμμένος, όπως πολλοί Έλληνες του εξωτερικού, προς το εδώ κοινωνικό υπόστρωμα και τη «βαθιά κοινωνία» αντιδρά έντονα στην κομματικοποίηση.

Διάβασα, λοιπόν, μου γράφει, σε αθηναϊκή εφημερίδα ότι ο συνταξιούχος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία λόγω της αίσχιστης διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Σε άλλα σημειώματά του μου έχει τονίσει ότι στον Καναδά τα «φακελάκια» είναι αδιανόητα, λόγω και της άμεσης παραπομπής τυχόν ενόχων σε δικαστήρια και επίσης άμεσης διαγραφής τους από το ιατρικό σώμα. Η κοινωνική-ιατρική ασφάλιση είναι γενικευμένη σε ενιαίο φορέα, δίχως δικαίωμα «διαπραγμάτευσης» για επιλογή γιατρού στα νοσοκομεία, η δε φορολογία των γιατρών (μια και γίνεται εδώ λόγος γι’ αυτούς) φτάνει το 50% των εισοδημάτων.

Η αντίδρασή του στο δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδας ήταν άμεση. Μου γράφει: «Η ψυχωτική κατάθλιψη, με παραισθήσεις λόγω φτώχειας και ιδεάσεις αυτοκτονίας, είναι ασθένεια, όχι ασυνήθης για τους γηραιότερους, και μπορεί να υπάρξει φαρμακευτική αγωγή με ΕΟΤ. Έγινε ενδελεχής ιατροδικαστική έρευνα, μαζί με πεπειραμένο αρμόδιο ψυχίατρο; Πόσο μπορεί να είναι βέβαιος κανείς για το τι οδήγησε τον άτυχο άνθρωπο να βάλει τέλος στη ζωή του; Ακόμα κι αν αποκλειστεί η ψυχασθένεια ως αιτία, υπάρχουν πολλές αιτίες να θέσει κανείς τέρμα στη ζωή του, όταν υπάρχουν οικονομικοί λόγοι σε μεγάλη ηλικία, και τούτο δεν οφείλεται αποκλειστικά σε λάθη κυβερνήσεων ή πολιτικών. Γιατί τα ελληνικά ΜΜΕ ορμούν να βγάλουν αμέσως συμπεράσματα;» (η μετάφραση δική μου).

Οι παρατηρήσεις αυτές, που ασφαλώς δεν είναι μεμονωμένες, μπορούν να ερμηνευθούν με πολλούς τρόπους. Και, πρώτα απ’ όλα, ως ένα ψυχιατρικό-ερμηνευτικό αντίστοιχο, ακόμα και κυρίων άρθρων δημοσιευμάτων του δικομματισμού, τα οποία διακρίθηκαν αμέσως μετά το συμβάν για τη στάση τους του «μη μου άπτου», εννοείται κατά της όποιας πολιτικοποίησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Το εντεύθεν και το εκείθεν των δημοσκοπήσεων

Standard

του Τάκη Καφετζή

 Ένα τριπλό ερώτημα διαπερνά έμμονα τις πολιτικές δημοσκοπήσεις, εβδομήντα κοντά χρόνια τώρα που διεκδικούν μια θέση στο ριπίδιο των μεθόδων πολιτικής ανάλυσης: Tι είναι αυτό που μετράνε, (άρα) πόσο μπορούν να το μετρήσουν, (άρα) πώς το μετράνε; Ο συμπερασματικός σύνδεσμος ανάμεσα στις τρεις «στιγμές» αυτού του ερωτήματος δεν υποδηλώνει τόσο μια ιεραρχικά και γραμμικά οργανωμένη διάταξή τους, όσο πιθανές παλινδρομικές τους συσχετίσεις. Το πόσο μπορείς να μετρήσεις προ-καθορίζει την επιλογή του μετρήσιμου, το πώς μπορείς να μετρήσεις δεν μπορεί παρά να φιλτράρει το τι και πόσο είναι μετρήσιμο. Ακόμα και στο απόγειο των φιλοδοξιών του, τις δεκαετίες ’50 και ’60, ο ακαδημαϊκός κοινωνιολογικός θετικισμός, αυτή η μήτρα της «ακριβούς μελέτης του κοινού», είχε τα εγγενή του όρια.

Τα όρια αυτά έχουν σχέση και με την αξίωση των μετρήσεων να αποτελούν μια πιστή μεν αλλά στιγμιαία «αποτύπωση» των στάσεων των πολιτών. Η πιστότητα παραπέμπει στην επιστημονικά ελέγξιμη κανονικότητά τους, το στιγμιαίο τις καθιστά αναιρέσιμες, καθότι ευεπίφορες στην τυχαιότητα των καιρών. Το κανονικό υποθέτει την επαναληπτικότητα του υποκειμενικού χρόνου, το έρμα των ροπών μιας γνώσιμης στάσης και συμπεριφοράς. Το τυχαίο αφήνεται στη ρωγμή, στη διακοπή χωρίς πριν και μετά, στο αναίτιο της μεταστροφής ενός παράξενου γούστου, μιας ιδιοσυγκρασιακής διάθεσης. Είναι σαν το ένα να διαλέγεται με τη συμπαγή διάρκεια του φαντασιακά συλλογικού –eo ipso ορθολογικού, εξ ου και επιστητού– πολιτικού υποκειμένου μιας κοινότητας, και το άλλο να ρίχνει γέφυρες προς το κατακερματισμένο, ακατάτακτα εγκαταλελειμμένο θρύμμα-άτομο μιας ιδιωτεύουσας ζωής.

 Το τάνυσμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους, αυτές τις δύο καταστατικές συνθήκες ύπαρξης τους ανθρώπου στον αστικό κόσμο, συνόδευσε την ιδρυτική πράξη των μετρήσεων της κοινής γνώμης. Και απ’ αυτό το τάνυσμα απορρέει μια αμηχανία και απορία τους: Σε ποιο βαθμό εκείνο που προσπαθούν να μετρήσουν σε ατομικό, πάντα, επίπεδο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για αναλυτικές γενικεύσεις στο «σύνολο του πληθυσμού»∙ πώς μπορεί το άτομο, αυτό το θεμέλιο της φιλελεύθερης σκέψης από την οποία αντλεί η φιλοσοφία των δημοσκοπήσεων, να ταξινομηθεί σε μακρο-κοινωνιολογικές κατηγορίες, σε συλλογικότητες που εμπεριέχουν ολιστικότερες υποθέσεις∙ με ποιους τρόπους η εξ ορισμού ρευστή συνθήκη της εκάστοτε συγκυρίας που «αποτυπώνεται» στις απαντήσεις ενός ατόμου σε μια δημοσκοπική συνέντευξη (μαζί με τη διάθεσή του τη στιγμή της συνέντευξης), μπορεί να στοιχειοθετήσει με κάποια επάρκεια προβολές για τη μοίρα του πολιτικού συστήματος και των θεσμικών παικτών του. Εδώ βρίσκει ίσως τους λόγους της και η ερώτηση-βουντού των μετρήσεων για την «πρόθεση ψήφου» — ένα ισχυρό όπλο για την όποια συμμετοχή τους στο παίγνιο εξουσίας. Αν η καμπύλη της πρόθεσης ψήφου στο χρόνο ενός εκλογικού κύκλου βρίσκεται «κοντά» στην κατανομή των επιλογών των ψηφοφόρων κατά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, το πολιτικό σύστημα, οι φορείς του, κλπ, αναπαράγονται χωρίς να διαταράσσεται σοβαρά η δομή πολιτικής ισχύος και επιρροής. Αν όμως αυτή η καμπύλη της πρόθεσης ψήφου παρουσιάζει μικρότερη η μεγαλύτερη απόκλιση από τους συσχετισμούς που καταγράφηκαν στις τελευταίες εκλογές, αρχίζει μια συζήτηση περί ανακατατάξεων, αμφισβήτησης, ανατροπής κττ., του «πολιτικού σκηνικού». Όπως συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα με τις μετρήσεις των τελευταίων μηνών. Τα αποτελέσματά τους προβληματίζουν τους εταίρους μας, εντάσσονται ως ζήτημα ημερήσιας διάταξης στην πολιτική ατζέντα των δανειακών και άλλων κερδώων αξιώσεών τους, τροφοδοτούν το «σασπένς» που δημιουργούν στο κοινό οι εδώ διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αναβαθμίζουν το ρόλο και την αναγκαιότητα των ίδιων των μετρήσεων — αρκεί και μόνο αυτή η διάχυτη «ρευστότητα» που εκπέμπουν πριν την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η τυραννία του αυτονόητου. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής

Standard

 

Εισαγωγικό σημείωμα

του Νικόλα Σεβαστάκη

Δημοσιεύουμε το εισαγωγικό σημείωμα του Νικόλα Σεβαστάκη από το βιβλίο του «Η τυραννία του αυτονόητου. Σκέψεις για τον ψυχισμό της εποχής», που μόλις κυκλόφόρησε από τις «Εκδόσεις των Ενθεμάτων» (288 σελ. , 11 ευρώ). «Eνθέματα» και Rednotebook θα παρουσιάσουν το βιβλίο αύριο, Μεγάλη Δευτέρα 9 Απριλίου  στις 19.30 στην ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20).

Στο πρώτο μέρος της εκδήλωσης, θα μιλήσει ο Νικόλας Σεβαστάκης, με θέμα «Η αντίθεση και η απόχρωση. Για την κοινωνική κριτική σε χαλεπούς καιρούς». Στο δεύτερο μέρος, θα μιλήσουν για το βιβλίο ο Αριστείδης Μπαλτάς (ΕΜΠ),  o Nίκος Ξυδάκης (αρχισυντάκτης της εφ. Η Καθημερινή), ο Δημοσθένης ΠαπαδάτοςΑναγνωστόπουλος (RedNotebook) και ο Σπύρος Παπαδόπουλος (μπλογκ «το βυτίο»). Θα χαιρετίσει ο  διευθυντής της Αυγής  Νίκος Φίλης.

Μετά το πέρας της εκδήλωσης, θα ακολουθήσει οινοποσία και τσικουδοποσία) με πλούσιο μπουφέ εδεσμάτων (νηστίσιμων και μη), στο εντευκτήριο των Ενθεμάτων (Βαλτετσίου 50-52, 6ος όροφος, Εξάρχεια).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ REDNOTEBOOK

 

Εδώ και καιρό, η λεγόμενη μνημονιακή λογική τείνει να μετατραπεί σε ηθική προσταγή και θεραπευτικό πρωτόκολλο για μια άρρωστη χώρα, για μια χώρα «υπό ανακατασκευή». Στο όνομα του Ορθού Λόγου, της εθνικής Σωτηρίας ή της μάχης με τον «κακό εαυτό» των Ελλήνων. Η πολυδαίδαλη κρίση, από την πρώτη στιγμή, έγινε πεδίο όπου αντιπαρατίθενται διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων κοινόχρηστων λέξεων. Και στη δημόσια σκηνή πληθαίνουν οι πρόχειρες ψυχολογίες του πλήθους, οι ηθικοί ξορκισμοί και οι νεκρολογίες της (αιώνιας) μεταπολίτευσης. Η πρωτοφανής πυκνότητα των πολιτικών γεγονότων και η δραματοποίηση της ελληνικής δημόσιας σκηνής δεν μπορούν ωστόσο να κρύψουν τα δυο κεντρικά αποτελέσματα που είχε η υπάρχουσα διακυβέρνηση της κρίσης: υπονόμευση ακόμα και των τυπικών λειτουργιών μιας συνταγματικής δημοκρατίας και εκτόξευση της κοινωνικής οδύνης πολύ πέρα από τις λεγόμενες «ευπαθείς κατηγορίες» του πληθυσμού.

Τα κείμενα που παρουσιάζονται εδώ συναντούν πλευρές αυτής της συνθήκης και των τραυματικών της επεισοδίων. Δεν έχουν φυσικά την αξίωση μιας περιεκτικής εξήγησης της κρίσης, αφού επικεντρώνονται στο παιχνίδι των ιδεών και στις μεταμορφώσεις του κυρίαρχου λόγου. Ελέγχουν τις απόπειρες να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία για λιγότερη δημοκρατία και μεγαλύτερη ένταση της οικονομικής βίας που καθιστά περισσότερο ευάλωτες τις ζωές των πολλών. Συγχρόνως, είναι κείμενα που αναζητούν περάσματα για μια ριζοσπαστική πολιτική του πνεύματος, για την παρέμβαση στο πεδίο των αξιών και των σχεδίων ζωής για το αύριο.

 Αφετηρία τους είναι μια προσωπική εμπλοκή στις δημόσιες αγωνίες και σε μια κοινότητα ευαισθησιών. Πιστεύω ότι αυτή η κοινότητα ευαισθησιών διαμορφώνεται, με δυσκολίες, μέσα από διαφορετικά οδοιπορικά, από διαφορετικές γενιές και με ποικίλες διανοητικές εμπειρίες. Συγκροτείται ωστόσο ως διαφωνία με τις ιδέες και τις πρακτικές των κυρίαρχων δυνάμεων, με τις υποθήκες μιας εθνικοφιλελεύθερης Δεξιάς ή μιας νεοφιλελεύθερης Κεντροαριστεράς. Αρθρώνεται ως διαφωνία, εν τέλει, με τα ηθικολογικά και τα τεχνοκρατικά «σχέδια αναμόρφωσης» των υποκειμένων, σχέδια που επιδιώκουν την εξάλειψη κάθε εναλλακτικού δρόμου. Πέρα ωστόσο από μια πολιτική ηθική της διαφωνίας, οι σκέψεις που κατατίθενται εδώ αναζητούν νεύματα κατάφασης και ελπίδας. Αναρωτιούνται επίσης για τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να έχει μια σύγχρονη αριστερή υπόσχεση. Ξεκινούν από την ιδέα ότι κάθε ριζοσπαστική κριτική στο καθεστώς του «αυτονόητου» χρειάζεται να δοκιμάζει τις υποθέσεις της, να αναγνωρίζει ευθαρσώς τα κενά και τις αποτυχίες της, να λογαριάζεται με τη μελαγχολία δίχως την αυταπάτη της αυτάρκειας, της θεωρητικής και πολιτικής αλαζονείας. Η «αγία καθαρολογία», ο πειρασμός δηλαδή της υποτίμησης των πρακτικών εμπειριών, των υπαρξιακών και πολιτιστικών βιωμάτων του άλλου, είναι ο μεγάλος εσωτερικός αντίπαλος κάθε κριτικής ριζοσπαστικής σκέψης. Και συχνά, στις περιστάσεις της πολεμικής στο πεδίο των ιδεών, οι αποχρώσεις θυσιάζονται για να αναδειχτούν οι αντιθέσεις, τα μέτωπα, οι σαφείς γραμμές μιας αντιπαράθεσης.

Με όλους αυτούς τους κινδύνους πορεύεται η δημόσια παρουσία της γραφής, της διατύπωσης γνώμης, στους καιρούς της κρίσης. Επειδή ακριβώς σε τέτοιες περιστάσεις η γραφή δυσκολεύεται να πάρει τις αποστάσεις της, να σεβαστεί τα πρωτόκολλα των καλών τρόπων και των φιλοφρονήσεων. Από τα προεόρτια της κρίσης (2007) ως τις σημερινές προσδοκία για τη συγκρότηση ενός αντίπαλου δέους, ο «ψυχισμός της εποχής» συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση και αίνιγμα, διανοητική και πολιτική δοκιμασία για όλους μας.

Η φιλοδοξία του συγγραφέα είναι κι εδώ η ίδια: μια γονιμοποιός συνάντηση με τα ερωτήματα, τις ανησυχίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του άλλου. Αν η συνάντηση πετύχει, τόσο το καλύτερο. Σε αυτή την περίπτωση, ο συγγραφέας έχει το δικαίωμα να αισθανθεί ότι άξιζε τον κόπο… Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα στις 8 Απριλίου

Standard

Eπικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»: Ελένη Καλαμπάκου, Δημήτρης Χριστόπουλος

Kοινωνικό κράτος και δημοκρατία: η δίκαιη υπεράσπιση: Γιάννης Παπαθεοδώρου

Mικροί ουρανοξύστες στην Αθήνα: Φωτεινή Μαργαρίτη

Εθνικοί επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;  Παναγιώτης Στάθης

Συρία: το δράμα ενός λαού: Γιάννης Πλάκας

Σχετικά με τη Συρία: Αλέν Γκρες

Oι επερχόμενες εκλογές: ένα πείραμα βιοπολιτικής: Αντρέας Καρίτζης

Επικίνδυνη και αναποτελεσματική «πρώτη υποδοχή»

Standard

της Ελένης Καλαμπακου και του Δημήτρη Χριστόπουλου

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, 1914

Τον τελευταίο καιρό, οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης και Υγείας Α. Λοβέρδος έχουν φέρει, για μία ακόμη φορά, στην επικαιρότητα το μεταναστευτικό ζήτημα ενόψει των επικείμενων εκλογών. Ως αποτελεσματικό τρόπο επίλυσης ενός προβλήματος που προκλήθηκε όχι μόνο –ούτε καν κυρίως– από την αύξηση των μεταναστευτικών ροών, αλλά από την –συνειδητή ή μη– επί σειρά ετών απουσία οποιασδήποτε ορθολογικής διαχείρισής του, την αδυναμία και απροθυμία απορρόφησης ακόμα και ενός ελάχιστου ποσοστού των ευρωπαϊκών κονδυλίων-μαμούθ που έλαβε η χώρα μας, οι ως άνω υπουργοί προκρίνουν τη δημιουργία άρον άρον τριάντα κέντρων κράτησης σε όλη την Ελλάδα, όπου θα υπάρχει η δυνατότητα να κρατηθούν 30.000 αλλοδαποί. Σύμφωνα δε με το προοίμιο της πράξης νομοθετικού περιεχομένου της 21ης Μαρτίου 2012 για τη «Ρύθμιση θεμάτων συμβάσεων που αφορούν Κέντρα Πρώτης Υποδοχής και εγκαταστάσεων κράτησης παράνομα διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών και τρόπο φύλαξης αυτών», συντρέχει έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη δημιουργία και άμεση λειτουργία εγκαταστάσεων κράτησης παρανόμως διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών που έχουν κατακλύσει το κέντρο της πρωτεύουσας και άλλες μεγάλες πόλεις, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία. Επίσης, πρόσφατα έχει τεθεί ως δικαιολογητικός λόγος των παραπάνω ρυθμίσεων το ζήτημα του κινδύνου εξόδου της Ελλάδας από τη συμφωνία Σένγκεν. Φυσικά, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με το ζήτημα γνωρίζουν ότι η κινδυνολογία αυτή δεν προέκυψε τώρα, αντίθετα είναι υπαρκτή εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Την ίδια στιγμή δε αναφέρεται ότι οι παραπάνω ενέργειες υπαγορεύονται δήθεν από τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας.

Είναι ωστόσο εφικτός ο στόχος που ευαγγελίζονται οι υπουργοί; Θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί έτσι, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, το μεταναστευτικό; Θα επιλυθούν τα  εξ αυτού δημιουργηθέντα προβλήματα σχετικά με την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία; Και, κυρίως, η ως άνω πρόταση αποτελεί αφεαυτής κατάλληλο κι ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του μεταναστευτικού; Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικό κράτος και δημοκρατία: η δίκαιη υπεράσπιση

Standard

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

 

Έργο του Τζωρτζ Γκρος, 1919

Το νέο «κοινωνικό ζήτημα»

 Παρόλο που, εδώ και μήνες, η δημόσια συζήτηση γύρω από την κρίση εξαντλείται στις διαχειριστικές δυσκολίες των δανειακών συμβάσεων (Μνημόνιο 1, 2 PSI κλπ.), ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι η κρίση επιτείνει την ταχύτατη αποσύνθεση όλων των δομών την κοινωνικής συνοχής και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών. Είναι πια προφανές πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δημοσιονομικό πρόβλημα μιας υπερχρεωμένης χώρας αλλά μπροστά σε ένα νέο «κοινωνικό ζήτημα»,  που διαχέεται παντού: στο πολιτικό σύστημα, στις εργασιακές σχέσεις, στη σχέση μας με την Ευρώπη, στην ίδια την καθημερινότητα. Η κρίση εκδιπλώνεται πλέον μέσα από μια ακραία τάση πόλωσης, που διαχωρίζει οριστικά την πολιτική από την κοινωνία, την παραγωγή από την αναδιανομή, την ανταγωνιστικότητα από την αλληλεγγύη, τον πολιτικό φιλελευθερισμό των δικαιωμάτων από την εξατομίκευση της διαπραγματευτικής ισχύος. (βλ. κατάργηση συλλογικών συμβάσεων).

Με άλλα λόγια, η κρίση, τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή της διάσταση, έχει ήδη καταδείξει πως η κοινωνική συνοχή εξαρτάται από την αλληλεξάρτηση του κοινωνικού με το οικονομικό πεδίο  και πως οι αιτίες των σημερινών αδιεξόδων δεν βρίσκονται μόνο στην παθογένεια του ελληνικού παραγωγικού συστήματος αλλά στο ίδιο το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Ένας τρόπος, λοιπόν, για να σκεφτούμε διαφορετικά την κρίση είναι να επιστρέψουμε σε αυτές ακριβώς τις έννοιες, ακριβώς για να αποφύγουμε το στερεοτυπικό λόγο περί του «αυτονόητου μονόδρομου», αλλά και την εύκολη αντιπαράθεση μεταξύ μνημονιακής και αντιμνημονιακής ρητορείας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η πρόσφατη πρωτοβουλία για την «Υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας» (www. koindim.eu) συγκεντρώνει ένα ευρύ ενδιαφέρον πολιτών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ακριβώς επειδή άνοιξε με τόλμη αυτή τη συζήτηση, αλλάζοντας την ποιότητα του διαλόγου στη δημόσια σφαίρα.

 Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους 

 Στην παρούσα φάση της κρίσης, η σχέση του κοινωνικού κράτους με τη δημοκρατία δεν είναι απλώς μια τυπική σχέση θεσμικού εκσυγχρονισμού και πολιτειακής μέριμνας γύρω από τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού. Είναι το κεντρικότερο ίσως ζήτημα που θα κρίνει την ίδια την έννοια των μεταρρυθμίσεων, την αποτελεσματικότητα των μέτρων της κοινωνικής πολιτικής αλλά και την ίδια τη συμβολαιακή σχέση των υποκειμένων με την πολιτική. Για να το πω σχηματικά: σε καιρούς κρίσης, το θέμα δεν είναι να μιλάμε απλώς για «λιγότερο κράτος» αλλά να αντικαταστήσουμε το παθητικό κοινωνικό κράτος «των αποζημιώσεων και των επιδοτήσεων» με ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος του δικαιώματος στην εργασία, στην κοινωνική απασχόληση, στην ένταξη, στο δικαίωμα στη ζωή εν κοινωνία, όπως το ορίζει στις οξυδερκείς αναλύσεις του ο Πιέρ Ροζανβαλόν. Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους αλλά η δομή ενός νέου δίκαιου φορολογικού συστήματος εμπεριέχει ένα τύπο «συμβολαίου» που θα επιτρέψει στους πολίτες να εμπιστευτούν ξανά την πολιτική αλλά και τη δημοκρατία, εμποδίζοντας τη μοναδοποίηση, τον ατομικισμό, την εξαθλίωση. Ας μην το ξεχνάμε: η δημοκρατία είναι ένα σύστημα που προγραμματικά προϋποθέτει τη μείωση των ανισοτήτων ως εγγύηση της λειτουργίας της. (Για αυτό, άλλωστε, και ο σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατικός, αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση). Συνέχεια ανάγνωσης

Μικροί ουρανοξύστες στην Αθήνα

Standard

Όψιμη… ανακάλυψη της Αμερικής

της Φωτεινής Μαργαρίτη

Κατεδάφιση «μικρών ουρανοξυστών» σε προάστιο του Παρισιού.

Τελευταία έχουν έρθει συχνά στη δημοσιότητα απόψεις που υπεραμύνονται  της  οικοδόμησης «μικρών ουρανοξυστών» στην Αθήνα. Ο αναπληρωτής υπουργός περιβάλλοντος  Ν. Σηφουνάκης παρουσιάζοντας το νέο γενικό οικοδομικό κανονισμό (ΓΟΚ), τόνισε πως «πρέπει να διαμορφωθεί μια νέα στρατηγική που θα προτάσσει την καθ’ ύψος οικοδόμηση προκειμένου να υπάρξει συμπύκνωση της δόμησης και απελευθέρωση του εδάφους».

Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, η στρατηγική αυτή προϋποθέτει την μεγάλης κλίμακας κατεδάφιση κτιρίων που έχουν κλείσει τον «φυσιολογικό» κύκλο της ζωής τους: «Πρέπει να αναβαθμίσουμε το κτιριακό απόθεμα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χρόνος εξάντλησης της ζωής των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδερμα ολοένα και πλησιάζει. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την υποχρέωση κατεδάφισης των πρώτων προβληματικών πολυκατοικιών» (Τα Νέα, 29.2.2012).

Το πρόσχημα της διάρκειας ζωής του σκυροδέματος. Η παραπάνω άποψη για τη διάρκεια ζωής των κτιρίων από σκυρόδεμα δεν μπορεί όμως να γενικευθεί. Η ανθεκτικότητα μιας κατασκευής δεν εξαρτάται μόνο από το υλικό, αλλά και την ποιότητά της, τη χρήση και τη συντήρηση των κτιρίων κλπ.  Η διεθνής μάλιστα εμπειρία από την κατεδάφιση ανάλογων κτιρίων αποδεικνύει  πως συχνά δεν γίνεται για τεχνικούς λόγους, αλλά για λόγους κοινωνικής δυσλειτουργίας της πόλης, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα των προαστίων του Παρισιού, όπου κτίρια είκοσι  μόλις ετών κατεδαφίστηκαν..

Από την κοινωνική στην επιχειρηματική πολεοδομία. Μετά το 1945 και  την αποτυχία της καθολικής ουτοπίας του Μεσοπολέμου στην Ευρώπη,  δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρηματική διάσταση της πόλης και στη σταδιακή εγκατάλειψη της κοινωνικής πολεοδομίας. Αυτή η λογική  επικράτησε στην Αμερική, η οποία ας μην ξεχνάμε πως βιώθηκε σαν την παρθένα γη, όπου μπορείς να ξαναρχίσεις την ιστορία από το μηδέν, όπου η «καινοτομία» είναι αξία και έκφραση μιας συνεχούς αντίστασης  εναντίον του παρελθόντος. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι ουρανοξύστες λειτούργησαν ως μοντέλο ανοικοδόμησης μιας ολόκληρης πόλης. Σήμερα, το μοντέλο της επιχειρηματικής πόλης, με επίκεντρο τα ψηλά κτίρια, επεκτείνεται με ταχύτατους ρυθμούς στις αναδυόμενες παγκόσμιες μητροπόλεις, συμπαρασύροντας σαν «τσουνάμι» όλες τις  ιδιαιτερότητες.

Από τη δεκαετία του 1980, στον ευρωπαϊκό χώρο αναπτύσσονται γόνιμες απόψεις και εφαρμογές, οι οποίες αντιτάσσουν στο αμερικανικό μοντέλο της καθ’ ύψος οικοδόμησης, το μοντέλο της αστικής πυκνότητας και της ανάμιξης των χρήσεων που χαρακτήριζαν την παλιά ευρωπαϊκή πόλη.

Η ευρωπαϊκή εξαίρεση. Στην Ευρώπη δεν έγινε ποτέ  μαζική ανοικοδόμηση ουρανοξυστών. Σοβαρός όμως είναι και ο κριτικός αντίλογος για την παγκόσμια γενίκευση των ουρανοξυστών, η οποία διαφοροποιείται ακόμη και από το αμερικανικό μοντέλο. Η πρώτη κάθετη ανοικοδόμηση των αμερικανικών πόλεων (Σικάγο, Ν. Υόρκη κλπ.) εμπεριείχε, σ’ ένα βαθμό, τα ψήγματα της κοινωνικής πολεοδομίας, εργαζόταν δηλαδή με την έννοια της αστικής πυκνότητας. Οι παλιοί ουρανοξύστες Art Deco, με τη χωροθέτησή τους, αλλά και με τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής όψης στο επίπεδο του δρόμου, φρόντιζαν να δημιουργήσουν την οικειότητα και φυσικότητα των κοινωνικών αποστάσεων, εναρμονίζονταν με τα περιβάλλοντα κτίρια, διατηρούσαν ένα χαρακτήρα «πολιτισμένο», στοιχεία που σήμερα έχουν πλήρως εγκαταλειφθεί.

Ελληνική περιχαράκωση. Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα φαίνεται να μην παρακολουθεί τον παραπάνω προβληματισμό. Προηγήθηκε μια περίοδος όπου κυριάρχησε  ένα είδος υβριδικής σκέψης, που εκφράστηκε κατεξοχήν με μια μιντιακή γλώσσα «θανάτου του κοινωνικού». Εξιδανίκευσε την εικόνα μιας Αθήνας-Μητρόπολης σε σαθρές βάσεις, όπως αποδεικνύει το πρόβλημα του κέντρου (και όχι μόνο), με ευθύνη κατεξοχήν της πολιτείας, αλλά και των ειδικών επιστημόνων (αρχιτεκτόνων κλπ.), οι οποίοι πάσχουν συχνά από ένα είδος μεγαλομανίας, που  αγνοεί ότι η τέχνη τους είναι έντονα «μολυσμένη» από την ζωή και την κοινωνία. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικές επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;

Standard

του Παναγιώτη Στάθη

Από την παρέλαση στην Πάτρα, 25.3.2012

Οι πολλαπλές και πολύμορφες διαμαρτυρίες και εντάσεις στις τελευταίες εθνικές επετείους οδήγησαν σε ζωηρές συζητήσεις στα ΜΜΕ που κατέληγαν στην πλειονότητά τους σε σφοδρή αποδοκιμασία και καταδίκη των γεγονότων. Τι είναι αυτό που κάνει τα συγκεκριμένα γεγονότα διαμαρτυρίας να θεωρούνται ξεχωριστά και να επικρίνονται σε βαθμό ακόμη και αμφισβήτησης του δικαιώματος διαμαρτυρίας κατά τις ημέρες των εθνικών γιορτών;

Ο συμβολικός χαρακτήρας των επετείων

Κεντρική εκδήλωση των εθνικών επετείων είναι η σε στρατιωτικούς σχηματισμούς παρέλαση μαθητών, στρατού και σωμάτων ασφαλείας, συλλόγων και σωματείων ενώπιον εκπροσώπων των κεντρικών ή περιφερειακών αρχών και παρουσία θεατών από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Στη δομή αυτού του θεάματος είναι εγκατεστημένη μια τριμερής ιεραρχημένη σχέση με ισχυρή συμβολική σημασία: κεντρική εξουσία-συντεταγμένες εθνικές δυνάμεις-λαός. Οι παρελαύνοντες δηλαδή συμβολίζουν το, οιονεί ή πράγματι, στρατιωτικά οργανωμένο τμήμα του έθνους που, σήμερα ή στο μέλλον, έχει αποστολή την προάσπιση των αξιών που διέπουν την ελληνική κοινωνία και αρθρώνονται στο γεγονός της επετείου όπως αυτό εκάστοτε νοηματοδοτείται από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή νομιμοποιεί και στηρίζει την πολιτική εξουσία, της οποίας ο συσχετισμός δύναμης αντιπροσωπεύεται στην εξέδρα των επισήμων. Μάλιστα, σε μια ιεραρχικά δομημένη εξέδρα στην οποία ο πρόεδρος της δημοκρατίας στέκεται ξεχωριστά και ακολουθούν εκατέρωθεν και πίσω του οι υπόλοιποι εκπρόσωποι των φορέων εξουσίας. Το συντεταγμένο σώμα του έθνους παρελαύνοντας έμπροσθεν των εκπροσώπων της εξουσίας στρέφει την κεφαλή προς αυτούς σε μια συμβολική κίνηση νομιμοποίησης της δομής εξουσίας. Η παρουσία του λαού ως θεάμονος κοινού που χειροκροτεί παρέχει λαϊκή αποδοχή και νομιμοποίηση της εν λόγω ιεραρχημένης δομής και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος. Συνιστά, άλλωστε, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία χρόνια οπότε οι προεκλογικές συγκεντρώσεις έχουν υποκατασταθεί από τηλεοπτικές συζητήσεις. Επιπλέον στις παρελάσεις αποτυπώνονται πολλαπλώς κυρίαρχες εκδοχές της δημόσιας ιστορίας: ενσωματώνονται νοερές ιστορικές γενεαλογίες (π.χ. παρελαύνουν ανάπηροι πολέμου, απόγονοι των Μακεδονομάχων, τμήματα ευζώνων, σύλλογοι με παραδοσιακές ενδυμασίες κλπ.), συχνά ένας εκφωνητής διανθίζει την περιγραφή της παρέλασης με αφηγήσεις των ιστορικών γεγονότων των τιμώμενων επετείων και συνδέσεις του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, ενώ στο τέλος της παρέλασης οι επίσημοι κάνουν δηλώσεις εκθέτοντας την εκδοχή τους για το μήνυμα της επετείου. Συνακόλουθα, οι επετειακές εκδηλώσεις συνιστούν τόπους συνάντησης της ιστορικής μνήμης και της επικαιρότητας, και συνακόλουθα τόπους όπου το ιστορικό παρελθόν φιλτράρεται από τη συγκυρία. Καθώς, λοιπόν, οι επέτειοι αποτελούν δημόσια γεγονότα με σημαντική εμβέλεια, η δημόσια ιστορία που ενσαρκώνεται σε αυτές αποκτά αντίστοιχη σημασία.

Επομένως, οι παρελάσεις συνιστούν συμβολικές τελετές συναίνεσης ή και νομιμοποίησης των πολιτικών ελίτ και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας και της δημόσιας ιστορίας. Από αυτή την άποψη, οι εθνικές επέτειοι αποτελούν επινοημένες παραδόσεις, σύμφωνα με την ανάλυση του Έρικ Χομπσμπάουμ,[1] και αποκτούν ισχύ εθνικού συμβόλου, του οποίου η προσβολή προσλαμβάνεται ως βαρύ αμάρτημα που στρέφεται ενάντια στην εθνική ιστορία.

Οι επέτειοι ως ευκαιρία πολιτικής διαμαρτυρίας

Πράγματι, σε περιόδους ομαλής πολιτικής κατάστασης διαμορφώνονται βαθμιαία συναινετικές προσλήψεις των ιστορικών γεγονότων που τιμώνται στις επετείους και των τρόπων εορτασμού τους. Σε περιόδους όμως πολιτικής κρίσης είναι δυνατόν οι συναινέσεις να διαρρηγνύονται. Τότε κοινωνικές ομάδες ή πολιτικές συλλογικότητες αντιπαρατίθενται στο πολιτικό σύστημα, ή έστω σε ορισμένες πλευρές του, εκφράζοντας μια αντίπαλη ιδεολογία που περιλαμβάνει επίσης μια διαφορετική εκδοχή ιστορίας, η οποία συχνά εκβάλλει σε δημόσιες τελετές όπως οι εθνικοί επέτειοι, παίρνοντας τη μορφή είτε γεγονότων διαμαρτυρίας είτε εναλλακτικών και αντίπαλων τελετών εορτασμού.

Στο παρελθόν δεν είναι λίγα τέτοια παραδείγματα. Μεταξύ 1838 (που θεσπίστηκε η επέτειος της 25ης Μαρτίου) και 1843 (κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη που επέβαλε σύνταγμα) αντιοθωνικοί κύκλοι οργάνωσαν εναλλακτικούς εορτασμούς που τόνιζαν το φιλελεύθερο χαρακτήρα του Εικοσιένα έναντι του απολυταρχικού καθεστώτος του Όθωνα.[2] Το 1875 ιδιωτικοί σύλλογοι διοργάνωσαν εορτασμούς της 25ης Μαρτίου στους οποίες συνέδεαν την επανάσταση με το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη καταγγέλλοντας έτσι την ανώμαλη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος της εποχής. Παράλληλα ο λαός παρακολούθησε τη βασιλική πομπή και τη στρατιωτική παρέλαση ψυχρά, χωρίς ζητωκραυγές και επευφημίες.[3]Στην επέτειο του 1936 φοιτητές φώναξαν αντιφασιστικά συνθήματα συνδέοντας την πράξη τους με τον φιλελεύθερο αγώνα του Εικοσιένα.[4] Στις πρώτες μεταπολεμικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου, το 1944-1945, το ΕΑΜ, το μπλοκ Κέντρου-Δεξιάς και η Ακροδεξιά αντιπαρατίθενται τόσο στους τρόπους εορτασμού όσο και στην ιστορική ερμηνεία της επετείου. Οι εαμικές δυνάμεις προβαίνουν σε διαδηλώσεις, ενώ οι αντίπαλοι πριμοδοτούν το στρατιωτικό χαρακτήρα της παρέλασης. Η Αριστερά, με σύνθημα λαοκρατία, τονίζει την αντιφασιστική διάσταση του πολέμου. Τα αστικά κόμματα δίνουν έμφαση στον πανεθνικό χαρακτήρα του πολέμου αποφεύγοντας πολιτικές συνδηλώσεις. Η ακροδεξιά υπογραμμίζει το «Όχι» των Μεταξά και βασιλιά Γεωργίου στην προοπτική της επιστροφής του τελευταίου. Η νοηματοδότηση της επετείου με βάση τις προτεραιότητες της συγκυρίας είναι εμφανής.[5]Στις εθνικές επετείους των ετών 1963-1966 πλήθη πολιτών φώναζαν συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας, διαμαρτυρόμενοι για την ανώμαλη πολιτική κατάσταση της περιόδου.[6] Στα 1979-1980 οι προσπάθειες αριστερών σωματείων της Εθνικής Αντίστασης να καταθέσουν στεφάνια και να συμμετέχουν στις παρελάσεις κατέληξε σε επεισόδια και συλλήψεις. Ήταν η εποχή που η Αριστερά διεκδικούσε την αναγνώριση της συμβολής της στην Εθνική Αντίσταση του 1941-1944.[7]

Οι τελευταίες εθνικές (28η Οκτωβρίου, 17η Νοέμβρη, 25η Μαρτίου) και τοπικές επέτειοι (Γιάννενα, Ρόδος), ακόμη και η θρησκευτική γιορτή των Θεοφανείων χρωματίστηκαν από μια ευρεία γκάμα εκδηλώσεων διαμαρτυρίας: αποδοκιμασίες των πολιτικών, διαδηλώσεις – αντι-παρελάσεις, στροφή της κεφαλής στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή των επισήμων, παρέλαση τμημάτων με μαύρα μαντίλια, παρεμπόδιση της παρέλασης μέχρι να αποχωρήσουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι από τις εξέδρες των επισήμων, αλλά και ορισμένες βιαιότερες ενέργειες όπως μούντζες στους πολιτικούς, εκτόξευση γιαουρτιών, επιθέσεις στις αστυνομικές δυνάμεις όταν εμπόδιζαν ομάδες διαδηλωτών να πλησιάσουν τους επισήμους, μέχρι και μεμονωμένες ατομικές επιθέσεις σε πολιτικούς. Η αντίδραση των αρχών ήταν επίσης ποικίλη: αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων επιτήρησης, τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων για τον περιορισμό των θεατών-διαδηλωτών, απόσυρση των εξεδρών των επισήμων για να μην ξεχωρίζουν οι πολιτικοί από το πλήθος, αποφυγή των πολιτικών να εμφανιστούν στις παρελάσεις, ματαίωση της παρέλασης μπροστά στον όγκο των διαμαρτυρομένων.

Την 25ης Μαρτίου η αστυνομία προχώρησε ακόμη και σε προληπτικές προσαγωγές και κράτηση πολιτών  στα αστυνομικά τμήματα στη διάρκεια της παρέλασης, μέτρο που σαφώς παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα εφόσον η προσαγωγή διενεργήθηκε σε πολίτες που δεν έδωσαν αφορμή. Στην κεντρική τελετή της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη αποχώρησε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ματαιώθηκε η στρατιωτική παρέλαση. Η αντίστοιχη παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά με μόνους θεατές τους επισήμους και την αστυνομία εφόσον οι πολίτες απαγορεύτηκε πλησιάσουν στο Σύνταγμα, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δημόσιο χαρακτήρα της τελετής. Στο μέτρο δηλαδή που η παρέλαση συνιστά μια συμβολική απότιση φόρου τιμής του έθνους στους αγωνιστές του Εικοσιένα, στην πρόσφατη περίπτωση το έθνος απουσίαζε αποκλεισμένο από εκείνες τις δυνάμεις που είναι ταγμένες να το προστατεύουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: το δράμα ενός λαού

Standard

του Γιάννη Πλάκα

Σουβενίρ με τον Άσαντ, από μαγαζί της Δαμασκού. Φωτογραφία του Τζόναθαν Κλαρκ, από το flickr, 2005

Ένας χρόνο μετά το πρώτο ξέσπασμα της εξέγερσης στη Συρία, η χώρα βυθίζεται στον φαύλο κύκλο της βίας, βαδίζοντας αργά σε έναν εμφύλιο που θα καταστρέψει και τους τελευταίους εναπομείναντες συνεκτικούς δεσμούς της κοινωνίας. Το αδιέξοδο οφείλεται στο γεγονός ότι καμία από τις δυο πλευρές δεν είναι σε θέση να κερδίσει ταυτόχρονα τόσο τη στρατιωτική υπεροχή στο πεδίο της μάχης όσο και την πολιτική ηγεμονία που θα της επιτρέψει να ασκήσει τη διακυβέρνηση.

Η μάχη επιβίωσης του καθεστώτος. Το καθεστώς Άσαντ βρίσκεται στην δυσκολότερη ίσως καμπή της ιστορίας του. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, δίνει μια μάχη ζωής και θανάτου. Τη μάχη αυτή τη δίνει όχι μόνο η οικογένεια Άσαντ, αλλά και όλες οι συνιστώσες που συναπαρτίζουν το καθεστώς. Πρώτη και σημαντικότερη, τα ανώτερα κλιμάκια του στρατού που προέρχονται κατά πλειοψηφία από την αλεβίτικη μειονότητα της χώρας, μειονότητα από την οποία προέρχεται και η οικογένεια Άσαντ. Στον σκληρό πυρήνα του καθεστώτος ανήκουν επίσης η ηγεσία και πολλά στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας, υπηρεσιών που και ελέγχουν τα πάντα, σε κάθε γωνιά της συριακής επικράτειας. Τέλος, συνδεδεμένη με το καθεστώς είναι και η μεσαία τάξη που δημιουργήθηκε με την εύνοιά του τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία αποτελείται από πολλούς σουνίτες και χριστιανούς επιχειρηματίες και εμπόρους. Η μεσαία αυτή τάξη έχει ως βάση της τα αστικά κέντρα της Δαμασκού και του Χαλεπιού και φοβάται ότι η πιθανή αλλαγή καθεστώτος θα σημάνει την απώλεια των προνομίων που απολαμβάνει. Καθώς όλες αυτές οι συνιστώσες μόνο να χάσουν είχαν από την πτώση του καθεστώτος, δεν διαφοροποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όπως συνέβη στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζεται συμπαγές στην πολιτική της καταστολής της εξέγερσης.[1]

   Μαζί με το καθεστώς συμπαρατάσσεται, ηθελημένα ή άθελα της, η αλεβιτική μειονότητα της χώρας. Η μειονότητα αυτή έχει κάθε λόγο να φοβάται για τη θέση της στη μετά Άσαντ Συρία, καθώς ταυτίζεται, σε επίπεδο της κοινής συνείδησης, με το καταπιεστικό καθεστώς, και μάλιστα με τις πιο βίαιες και τρομοκρατικές εκφάνσεις του, τις Αλ Σαμπίχα. Οι τελευταίες είναι παραστρατιωτικές αλεβιτικές οργανώσεις, πιστές στο καθεστώς, που το έχουν βοηθήσει σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας του (λιβανικός πόλεμος, εξέγερση του 1982). Με την ανοχή του καθεστώτος, οι οργανώσεις αυτές ελέγχουν την παραοικονομία της χώρας και συνδέονται με κυκλώματα εκβιασμού και προστασίας της νύχτας. Ως άλλοι πραιτωριανοί του καθεστώτος ενεπλάκησαν στην καταστολή της αντιπολίτευσης, και κατηγορούνται «για πυροβολισμούς αθώων διαδηλωτών, σωρεία βίαιων πράξεων και σκληρά εγκλήματα σε αρκετές περιφέρειες, όπως Μπανιάς, Λατάκια, Χομς και Νταραά».[2] Όλα αυτά τρομοκρατούν τους Αλεβίτες, που φοβούνται μια πιθανή αντεκδίκηση των σουνιτών εις βάρος τους, και τους οδηγούν να στηρίξουν το καθεστώς. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν και άλλες μειονότητες της χώρας (π.χ. χριστιανική), που μπορεί να μην εμπλέκονται άμεσα στην καταστολή εναντίον της σουνιτικής κατά βάση αντιπολίτευσης, έχουν όμως δυσάρεστες εμπειρίες από την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την παλαιά σουνιτική ελίτ της προ-Μπάαθ εποχής (παραγκωνισμός) και δεν θέλουν την επιστροφή σε αυτή.

   Έχοντας τη στήριξη, ή τουλάχιστον την ανοχή, των παραπάνω κοινωνικών ομάδων, το καθεστώς επιδίδεται σε μια διπλή πολιτική: καταρχάς της καταστολής της αντιπολίτευσης και τρομοκράτησης του πληθυσμού και στη συνέχεια της προβολής της δικής του μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Για την καταστολή χρησιμοποιήθηκαν οι τακτικές δυνάμεις του συριακού στρατού με χρήση πυροβολικού και τεθωρακισμένων, ελεύθεροι σκοπευτές και παραστρατιωτικές ομάδες. Το παραπάνω πλέγμα δυνάμεων στρέφεται όχι μόνο εναντίον των ένοπλων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αλλά και άοπλων διαδηλωτών, γεμίζοντας τους δρόμους θύματα και σπέρνοντας τον τρόμο στην κοινωνία. Τρόμο ο οποίος ενισχύεται ποικιλοτρόπως και από την προπαγανδιστική μηχανή του καθεστώτος, το οποίο άλλοτε με την ανάρτηση πανό που προειδοποιούν τους πολίτες για ανεξέλεγκτες συγκρούσεις σε περίπτωση συνέχισης της «ανωμαλίας», και άλλοτε με την εμφάνιση κατασκευασμένων εικόνων περί δήθεν συγκέντρωσης όπλων σε τζαμιά από σουνίτες με στόχο την εγκαθίδρυση ισλαμικού χαλιφάτου, πολώνει τις σχέσεις των κοινοτήτων και συσπειρώνει τις μειονότητες γύρω του.[3] Συνέχεια ανάγνωσης

Σχετικά με τη Συρία

Standard

του Αλεν Γκρες

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Αφίσα του freestyle (Μichael Thompson) από το flickr

Την εξέγερση στη Συρία τη γέννησαν οι ίδιες αιτίες που προκάλεσαν τα

κινήματα αμφισβήτησης, από το Μαρόκο μέχρι το Ιράκ:

* η απόρριψη ενός αυταρχικού καθεστώτος, της απόλυτης εξουσίας του κράτους και των κρατικών δυνάμεων καταστολής, καθώς και της θεσμοποίησης των βασανιστηρίων

* η εκτεταμένη διαφθορά –το οικονομικό άνοιγμα (που εν πολλοίς ενθαρρύνεται από τη Δύση) που οδήγησε στην οικειοποίηση του εθνικού πλούτου από μια μαφία στοιχισμένη γύρω από τον αρχηγό του κράτους–, ο επιδεικτικός πλούτος μιας μικρής κάστας, σε απόλυτη αντίθεση με την εντυπωσιακή φτώχεια και σε συνδυασμό με την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους (κάτι που επίσης επιθυμούν οι Δυτικοί σύμβουλοι)

*  το βάρος της νεότητας. Η πιο πολυάριθμη γενιά της Ιστορίας ενηλικιώνεται σε όλα τα αραβικά κράτη, μη διαθέτοντας, παρά τη σχετικά καλύτερή της μόρφωση, τα μέσα εισδοχής στην κοινωνία –όσον αφορά την εργασία, αλλά και την ανάληψη ευθυνών– στο μέτρο των προσδοκιών της.

Τι συμβαίνει όμως στη Συρία; Ο πρόεδρος Μπασάρ Aλ-Ασαντ, ο οποίος κατείχε αρχικά ένα κάποιο κεφάλαιο δημοφιλίας, θεώρησε ότι η πολιτική της χώρας του στην περιφέρειά της (αντίθεση με το Ισραήλ και στις πολιτικές των ΗΠΑ) θα τον έθετε στο απυρόβλητο. Πλανήθηκε πλήρως, και στη συνέχεια προσπάθησε να παρουσιάσει την ειρηνική διαμαρτυρία ως στρατιωτικοποιημένη, καθοδηγούμενη από το εξωτερικό, με στόχο την εξαφάνιση ενός καθεστώτος που αντιτίθεται στις ισραηλινές και αμερικανικές φιλοδοξίες. Αρνούμενος να επιχειρήσει σοβαρές μεταρρυθμίσεις και διάλογο με την αντιπολίτευση, καταστέλλοντας αδιακρίτως με βία τις διαδηλώσεις (που παρέμεναν κατά κύριο λόγο ειρηνικές), με τα γενικευμένα βασανιστήρια, συνέβαλε στην αύξηση της βιαιότητας και στο πέρασμα μιας μερίδας της αντιπολίτευσης στον ένοπλο αγώνα· κατάφερε, με μια κίνηση, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την εξωτερική ανάμιξη που προσπαθούσε να αποφύγει (βλ. «Jours de tourmente en Syrie», Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2011). Επίσης, εξυπηρέτησε τα σχέδια εκείνων που δεν προσβλέπουν στη μεταρρύθμιση (ούτε προφανώς στη δημιουργία ενός δημοκρατικού καθεστώτος), αλλά προετοιμάζουν την επίθεση ενάντια στο Ιράν και φιλοδοξούν να ρίξουν καταρχάς τον κυριότερο άραβα σύμμαχό του.

Ποιος μπορεί πραγματικά να πιστέψει, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, ότι το σαουδαραβικό καθεστώς, ένα καθεστώς που δεν αναγνωρίζει στο εσωτερικό του καμιά διαδικασία εκλογής, επιδιώκει να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία στη Δαμασκό, Ένα καθεστώς, ο υπουργός Εσωτερικών του οποίου μόλις διακήρυξε ότι οι διαδηλώσεις στα ανατολικά της χώρας συνιστούν «μια νέα μορφή τρομοκρατίας»;

Ποιος μπορεί να πιστέψει πως η ελευθερία είναι το κίνητρο πίσω από τις διακηρύξεις των ΗΠΑ, της χώρας που δεν διστάζει να αποστείλει στη Συρία για ανάκριση «τρομοκράτες» που έχει συλλάβει η ίδια (πρακτική που στα αγγλικά είναι γνωστή ως derendition), ακριβώς επειδή σε αυτή τη χώρα χρησιμοποιούνται τα βασανιστήρια;

Ποιος μπορεί να πιστέψει πως η δημοκρατία είναι η έγνοια του Νικολά Σαρκοζί, που υποδεχόταν τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ στο Παρίσι τον Ιούλιο του 2008 και του ανταπέδιδε την επίσκεψη τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, υποστήριζε τους δικτάτορες της Τυνησίας και της Αιγύπτου και δεν ξεστόμιζε λέξη για τη σφαγή στη Γάζα μετά την ισραηλινή εισβολή τον Δεκέμβρη του 2008; Μια μικρή αξιοσημείωτη λεπτομέρεια: εκείνη την εποχή, οι δημοσιογράφοι της Le Figaro είχαν λάβει εντολές από την αρχισυνταξία τους να μην αναφέρονται ή υπονοούν επ’ ουδενί στα άρθρα τους τούς πολιτικούς κρατούμενους στη Συρία. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι επερχόμενες εκλογές: ένα πείραμα βιοπολιτικής

Standard

του Ανδρέα Καρίτζη

 

Μετεπέκ, Μεξικό, 1969. Ένα παιδί με ένα γύψινο σκελετό για την ημέρα των νεκρών. Φωτογραφία του Ρενέ Μπουρί

Ενώ συχνά λέμε ότι ζούμε ιστορικές στιγμές, το καταρρέον μιντιακοπολιτικό καθεστώς επιχειρεί να τις μετασχηματίσει σε εκφάνσεις μιας πεζής καθημερινότητας.

Ο διαρκής βομβαρδισμός με κλισέ πολιτικής κενότητας στα λαμπερά τηλεπαράθυρα –που στο ευαίσθητο βλέμμα αναδεικνύει την κυνικότητα της εξουσίας — πασχίζει να χωρέσει στις φόρμες της πολιτικάντικης «ομαλότητας» την κοινωνική απόγνωση που παράγει η βαρβαρότητα της εξουσίας: τα ανθρώπινα αδιέξοδα μετατρέπονται σε «λαϊκισμό», η άνοδος του φασισμού πάνω στα κοινωνικά ερείπια εγγράφεται σε μια συνηθισμένη αριθμητική κουκιών και εδρών, η σύνθλιψη της ζωής και της αξιοπρέπειας μετατρέπεται σε ενοχοποιητική απόδειξη του «μαζί τα φάγαμε» κ.ο.κ.

Στον δρόμο προς τις εκλογές, ήδη εκτυλίσσεται ένα πείραμα βιοπολιτικής με ιστορική και πλανητική εμβέλεια. Ένας λαός σε μια χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού όπου ο ευρύτερος κοινωνικός συσχετισμός επέτρεπε –παρά την αρνητική φορά των πραγμάτων τα τελευταία είκοσι χρόνια– ένα σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, δημοκρατική συγκρότηση, στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος, κράτος δικαίου κ.ο.κ. δέχεται μια συντονισμένη επίθεση εδώ και δύο χρόνια, με στόχο την πλήρη ισοπέδωση. Την ίδια στιγμή, σε αυτή τη μοίρα σύρονται και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης με διαφορετικές ταχύτητες και ένταση προς το παρόν. Οι οικονομικά ισχυροί σε όλη την Ευρώπη έχουν ένα στόχο και ένα επιχείρημα: να ξηλώσουν τη δημοκρατική και κοινωνική διάσταση της Ευρώπης με το επιχείρημα ότι αυτό είναι το σωστό!

Η μοναδικότητα του βιοπολιτικού πειράματος είναι ότι η ρητορική της πολιτικής και οικονομικής ελίτ δεν επιχειρεί να αποκρύψει τη φρικτή πραγματικότητα, ισχυριζόμενη ότι, εν τέλει, τα πράγματα θα είναι καλύτερα για όλους. Επιχειρεί να πείσει ότι η βαρβαρότητα πρέπει να γίνει αποδεκτή ως ορθή. Οι πολίτες πρέπει να θεωρήσουν ορθό ότι η βασική ρυθμιστική αρχή της πραγματικότητας είναι ο γενικευμένος ανταγωνισμός –δηλαδή ένας ανταγωνισμός σε όλα τα επίπεδα και τις πτυχές της κοινωνικής ζωής– και ότι είναι σωστό να πεθαίνουν αβοήθητοι αν ηττηθούν στον εν λόγω ανταγωνισμό.

Για να καταστεί δυνατό σήμερα κάτι τέτοιο σε πληθυσμούς με τα προηγούμενα χαρακτηριστικά πρέπει να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει εξελιχθεί ραγδαία η τεχνολογία εξουσίας και ελέγχου του πληθυσμού, αλλά και η ιδεολογική προετοιμασία σε μια «καλή» περίοδο για τα ιδεολογήματα περί της «ορθολογικότητας» του ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς κ.ο.κ.

Υπό μια έννοια, βρισκόμαστε στο τελικό στάδιο του πειράματος βιοπολιτικής. Μέσα στην κρίση, μέσα σε δύο χρόνια, επιχειρείται ο ολοκληρωτικός εξανδραποδισμός του πληθυσμού στην Ελλάδα και η εγκαθίδρυση της δυστοπίας του «1984». Μια τεράστια σε εμβέλεια και ισχύ μηχανή –μια βιοπολιτική μήτρα με ποικίλες απολήξεις και μορφές που αγκαλιάζει την κοινωνική, ψυχολογική, σωματική και διανοητική πτυχή του κάθε πολίτη– επιχειρεί να ελέγξει πλήρως την άσκηση του λογικού, την πρόσληψη της πραγματικότητας και την ηθικότητα των πολιτών, όλα δηλαδή τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται το διαφωτιστικό, χειραφετητικό πρόταγμα και τελικά η ίδια η έννοια της δημοκρατίας, της κοινοτικότητας και της πολιτοφροσύνης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η τυραννία του αυτονόητου: το νέο βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη

Standard

Μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις των «Ενθεμάτων» της Αυγής

Παρουσιάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα, ώρα 19.30 στην ΕΣΗΕΑ

288 σελίδες, 11 ευρώ

Με ιδιαίτερη χαρά σας αναγγέλλουμε ότι οι εκδόσεις των «Ενθεμάτων» της Αυγής εγκαινιάζονται με το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη, που μόλις κυκλοφόρησε. Το βιβλίο θα το βρείτε σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία, και βέβαια στα γραφεία μας (Βαλτετσίου 50-52, 6ος όροφος). Είναι μια επιλογή από κείμενα του Ν. Σεβαστάκη, των τελευταίων 4 χρόνων, με κεντρικό άξονα την κρίση, την κρίση της δημοκρατίας, τη γενίκευση της κοινωνικής οδύνης και την αναζήτηση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής του πνεύματος.

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί τη Μεγάλη Δευτέρα, ώρα 19.30, στην ΕΣΗΕΑ . Ο Νικόλας Σεβαστάκης θα μιλήσει με θέμα «Η αντίθεση και η απόχρωση. Για την κοινωνική κριτική σε χαλεπούς καιρούς».  Στην ίδια εκδήλωση, για το βιβλίο, θα μιλήσουν ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο Νίκος Ξυδάκης, ο Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος και ο Σπύρος Παπαδόπουλος (Το βυτίο). Θα ακολουθήσει οινοποσία με εκλεκτούς μεζέδες στο εντευκτήριο των «Ενθεμάτων».
Την εκδήλωση οργανώνουν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook.

AΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η πρωτοφανής πυκνότητα των πολιτικών γεγονότων και η δραματοποίηση της ελληνικής δημόσιας σκηνής δεν μπορούν  να κρύψουν τα δυο κεντρικά αποτελέσματα που είχε η υπάρχουσα διακυβέρνηση της κρίσης: υπονόμευση ακόμα και των τυπικών λειτουργιών μιας συνταγματικής δημοκρατίας και εκτόξευση της κοινωνικής οδύνης πολύ πέρα από τις λεγόμενες «ευπαθείς κατηγορίες» του πληθυσμού.
Τα κείμενα που παρουσιάζονται εδώ συναντούν πλευρές αυτής της συνθήκης και των τραυματικών της επεισοδίων. Δεν έχουν φυσικά την αξίωση μιας περιεκτικής εξήγησης της κρίσης, αφού επικεντρώνονται στο παιχνίδι των ιδεών και στις μεταμορφώσεις του κυρίαρχου λόγου. Ελέγχουν τις απόπειρες να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία για λιγότερη δημοκρατία και μεγαλύτερη ένταση της οικονομικής βίας που καθιστά περισσότερο ευάλωτες τις ζωές των πολλών. Συγχρόνως, είναι κείμενα που αναζητούν περάσματα για μια ριζοσπαστική πολιτική του πνεύματος, για την παρέμβαση στο πεδίο των αξιών και των σχεδίων ζωής για το αύριο.

Στα Ενθέματα την Πρωταπριλιά

Standard

Neuzz + Zime, γκράφιτι στο Μέξικο Σίτυ

Το δίλημμα: Νικόλας Σεβαστάκης

Επίθεση στη διαφορετικότητα: Δημήτρης Ζάχος

Μετά τις εκλογές: Χάρης Γολέμης

Περί κοινωνικής οικονομίας και κοινωνικού ανταγωνισμού: Σοφία Αδάμ

Η νέα οικονομία της τροφής: Αντρέας Κουλουρίδης

Η εποχή των Μνημονίων: Φώτος Λαμπρινός

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ – Λες και τις άλλες μέρες μας λένε αλήθεια…: Νίκος Σαραντάκος

Tοπική επιχειρηματικότητα και κατανάλωση: Δήμος Χλωπτσιούδης

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ – Τo παλιό πείσμα: Βαγγέλης Καραμανωλάκης

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ – Χρυσοχοϊδική Αυγή: Old Boy