Ποια αλήθεια;

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

Έργο του Eugene Zak

«Αλήθεια»: μια λέξη που τελευταία έχει αποκτήσει πολλούς αυτόκλητους κοινωνούς και ένθερμους υπερασπιστές, μια λέξη υπεράνω υποψίας, που δύσκολα απορρίπτει κανείς. Ποιος-α δεν θέλει την αλήθεια; Ένας εκ των πιο ένθερμων «υπερασπιστών» της, ο Ευ. Βενιζέλος, σημείωνε πρόσφατα με στόμφο (16.2.2012), σχολιάζοντας το μανιφέστο «εξορθολογισμού» και «ανόρθωσης» του στενού συμμάχου του Α. Λοβέρδου:

«Έχουμε να πείσουμε για τις ηθικές προϋποθέσεις του διαβήματός μας […] πρέπει να πείσουμε πως λέμε την αλήθεια ή πως είμαστε ειλικρινείς, γιατί αυτό έχει σημασία. Την αλήθεια πρέπει να μπορείς να την καταλάβεις. Μπορεί να είσαι ειλικρινής και να μην μπορείς να πεις την αλήθεια, γιατί δεν μπορείς να την κατανοήσεις και να την περιγράψεις. Και αν δεν μπορέσεις να κατανοήσεις και να περιγράψεις ένα πρόβλημα, δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να το λύσεις».

Αυτό που συνάγεται είναι ότι όχι μόνο υπάρχουν τελικά κάποιοι που λένε την αλήθεια (υποθέτουμε η «υπεύθυνη» κυβερνητική ελίτ και η «εξορθολογισμένη» τάξη των κάθε λογής ειδημόνων), αλλά αυτοί αξιώνουν τώρα ότι μπορούν να την καταλάβουν κιόλας (ή τουλάχιστον πως έτσι πρέπει να μας πείσουν). Η «κατανόηση» της αλήθειας καθίσταται βασικό κριτήριο εγκυρότητας. Αυτό άραγε δεν σημαίνει πως κάποιοι άλλοι, που διαφωνούν, ενδέχεται να λένε μια «δική τους» αλήθεια, η οποία όμως είναι κίβδηλη, καθώς δεν μπορούν να κατανοήσουν την μία και μοναδική για την οποία μας μιλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ;

Λίγες ημέρες νωρίτερα, και μάλιστα υπό έντονο εκνευρισμό, ο κ. Βενιζέλος έσπευδε να υπερασπιστεί την αλήθεια από τις δυνάμεις του επάρατου λαϊκισμού και του ανέξοδου ψεύδους: «Υπερήφανη χώρα δεν είναι η χώρα που αυτοκτονεί στο όνομα του πιο ακραίου και χυδαίου λαϊκισμού. Υπερήφανη χώρα είναι η χώρα που ξέρει την αλήθεια!», φώναζε στη Βουλή στις 12 του Φλεβάρη. Όσοι-ες αρνούνται τούτη την «αλήθεια», όσοι-ες τολμούν να αρθρώσουν τη διαφωνία, το εναλλακτικό, εξοβελίζονται στο περιθώριο ως εκπρόσωποι ιδεών που ως σίγουρο αποτέλεσμα έχουν μόνον μια Ελλάδα φτώχειας, εξαθλίωσης, γενικευμένης κοινωνικής καταστροφής!  Ως εάν να μη βλέπουμε τα τελευταία χρόνια αυτή την Ελλάδα της φτώχειας, της ύφεσης, του κοινωνικού αποκλεισμού, της κατήφειας, του φόβου και της νέας μισαλλοδοξίας να βυθίζεται σε ένα εφιαλτικό καθοδικό σπιράλ εξαθλίωσης και μιζέριας. Ως εάν να μην είναι όλα αυτά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Η «συντεταγμένη» πορεία προς τον γκρεμό περιβάλλεται το ένδυμα μιας «φυσικής» και αναπόδραστης εξέλιξης.

Γιατί όμως τέτοια επιμονή/εμμονή εκ μέρους κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών και παραγόντων των ΜΜΕ (εντός και εκτός Ελλάδας) στην υπεράσπιση της «αλήθειας»; Και σε τι συνίσταται τελικά η αλήθεια αυτή; Έχει κάποιο ουσιακό περιεχόμενο; Είναι η αλήθεια τούτου εδώ του κόσμου ή μήπως υπερβατική; Αλλά για να μην μπλέκουμε με «βαριά» ερωτήματα, ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για την αλήθεια της ιδιαίτερης μορφής άρθρωσης και λειτουργίας του σύνθετου παγκοσμιοποιημένου κοινωνικοοικονομικού μας συστήματος, του οποίου τα μυστικά μας λένε ότι δύνανται να τα ξεκλειδώσουν μόνον οι λίγοι και (κατά Διαμαντοπούλου) «άριστοι»: εξέρχονται από το πλατωνικό σπήλαιο της διαμεσολαβημένης ημιμάθειας και των συγκεχυμένων ειδώλων στο οποίο στέκουμε δέσμιοι και πλανεμένοι όλοι οι υπόλοιποι, χαζεύοντας θολές αντανακλάσεις, και τελικά επιστρέφουν για να μας τραβήξουν στο φως της αλήθειας των πραγμάτων.

Για όσους-ες όμως τέτοιου τύπου ζητήματα υπερβατικής τάξης, βαθύτερων ουσιών και απώτερων θεμελίων έληξαν με τη λεγόμενη «απομάγευση» του κόσμου, μια τέτοια επιμονή στην «αλήθεια» (έτσι γενικά κι αόριστα) μόνο σε μια ακόμα εκδοχή βαθέος συντηρητισμού –αν όχι σκοταδισμού– θα μπορούσε να παραπέμπει. Ο πολιτικός διάλογος με όρους επίκλησης της αλήθειας μας έναντι του ψεύδους των άλλων εγκυμονεί την υπονόμευση και τελικά το τέλος του δημοκρατικού (δια)λόγου μέσα από την εύκολη απόρριψη/καταδίκη και τον ριζικό αποκλεισμό: «Εγώ λέγω την αλήθεια ενώ οι άλλοι ψεύδονται, είτε επειδή είναι ανόητοι και δεν κατανοούν την αλήθεια, είτε επειδή είναι φαύλοι λαϊκιστές και ψεύδονται συνειδητά βλάπτοντας το κοινό καλό». (Τι κι αν αυτοί που σήμερα επικαλούνται την «αλήθεια» έχουν ήδη αυτοδιαψευστεί αρκετές φορές τα τελευταία δύο χρόνια.)

Για ποια αλήθεια μπορούμε άλλωστε να μιλάμε, ειδικά στην πολιτική, με δημοκρατικούς όρους; Για ποια αλήθεια μπορούμε να μιλάμε εν γένει μετά τον Διαφωτισμό, την διάδοση της κριτικής σκέψης, του λόγου της δημιουργικής αμφισβήτησης και του ριζικού αναστοχασμού; Αν κρύβει κάποια «αλήθεια» τελικά η νεωτερικότητα (και μαζί της η δημοκρατική υπόσχεση) αυτή μπορεί να αναζητηθεί στη νομιμοποίηση και θεσμοποίηση της αμφισβήτησης, της αμφιβολίας. Η αλήθεια έκτοτε θα ορίζεται από το εκάστοτε συγκείμενο, τους διαμορφωμένους συσχετισμούς, την ιδιαίτερη συγκυρία, τη διαθέσιμη γνώση (για την οποία ποτέ δεν θα είμαστε απόλυτα σίγουροι, όπως μας έχει δείξει ο Τόμας Κουν). Για να το απλουστεύσουμε: Θα μπορούσαν άραγε να μας μιλήσουν για την ίδια «αλήθεια» πολιτικά οι υπερασπιστές του μπρουτάλ νεοφιλελευθερισμού των αυτοματισμών της αγοράς που επελαύνει πλέον στην Ευρώπη, οι υπέρμαχοι ενός μετριοπαθούς νεοκεϋνσιανού προνοιακού παρεμβατισμού ή εκείνοι που οραματίζονται μια αταξική κοινωνία απόλυτης ισότητας; Προφανώς όχι, και ούτε θα θέλαμε κάτι τέτοιο. Ο ιστορικός ρους δεν διέπεται από υφέρπουσες αιώνιες «αλήθειες» ή προδιαγεγραμμένες πορείες τις οποίες μένει απλώς να ανακαλύψουμε και να ακολουθήσουμε.

Ο νέος αυτός περί αλήθειας λόγος δεν κομίζει τίποτα το νέο. Αντί για τη νέα αλήθεια της εκσυγχρονιστικής τεχνοκρατίας και του «εξορθολογισμού», θα μπορούσαμε κάλλιστα να στραφούμε στην παλιά γνώριμη αλήθεια της θρησκείας· αυτή άλλωστε μας υπόσχεται και τη μετά θάνατον σωτηρία της ψυχής μας και την «αιώνιον ζωή», κάτι που ο Βενιζέλος και οι συν αυτώ (προς το παρόν τουλάχιστον) δεν μας υπόσχονται!

Τι σημαίνει όμως το άνοιγμα στο αβέβαιο, στο οποίο φαίνεται να καταλήγουμε; Ότι κάθε στιγμή ανοίγει μπροστά μας μια βεντάλια επιλογών/εναλλακτικών, όπου η κάθε ακτίνα ανοίγει με τη σειρά της στην εκ νέου επιλογή, ξεδιπλώνοντας έτσι ένα ατέλειωτο φάσμα πιθανοτήτων. Κάθε κίνηση, κάθε επιλογή, κάθε διαμορφωμένη τάξη, κάθε δεδομένη νόρμα (και βεβαίως καθετί που έχουμε συνηθίσει να καλούμε «αυτονόητο»)[1] θα μπορούσε πάντα να είναι και αλλιώς. Ο αγώνας της συλλογικής αυτοδιαμόρφωσης σε ένα δημοκρατικό πεδίο είναι πάντα ανοιχτός, και ένα από τα κρίσιμα στοιχεία του είναι το δικαίωμά μας να σφάλλουμε, να μαθαίνουμε, να προχωράμε.

Προς τι όμως η θεωρητικολογία; Μα ακριβώς για να δείξουμε πως το φαινομενικά αθώο, θεμιτό και νομιμοποιημένο της επίκλησης της «αλήθειας» μόνο απλό κι αθώο δεν είναι, όταν ανακύπτει στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής και μάλιστα με τέτοιους όρους σιδερένιας πυγμής. Μπορεί μάλιστα να εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για μια πολιτεία που λογίζαμε ως δημοκρατική, στην οποία πλέον η επαναφορά νεοεμφυλιακών παθών νομιμοποιείται στη mainstream σχολιογραφία με πρωτόγνωρα διχαστικούς όρους. Η εμμονή τους στη μία και μοναδική «αλήθεια» είναι στη ρίζα της βαθιά αντιδημοκρατική και ολοκληρωτική. Γιατί αν ο κύριος Βενιζέλος και οι ομοϊδεάτες του είναι οι μόνοι κοινωνοί της αλήθειας, τότε όλοι-ες που ενδεχομένως διαφωνούμε τι είμαστε; Αν είμαστε ψεύτες, τι αντιμετώπιση επιφυλάσσει ένα σύστημα (μια πολιτική τάξη) στους φαύλους «ψεύτες»  που απειλούν την αναπαραγωγή και ιδιοσυστασία του; Και αν αυτοί οι «ψεύτες» θέτουν τελικά σε κίνδυνο το ίδιο το έθνος, δεν καθίστανται έτσι εσωτερικοί «εχθροί»; Δεν επιστρέφουμε άραγε έτσι στα αντεθνικά «μιάσματα» μιας νέας (αναβαπτισμένης στην «ορθολογική» μεταφυσική της αγοράς) εθνικοφροσύνης, που ξυπνά τις μνήμες μιας «καχεκτικής δημοκρατίας»; Με άλλα λόγια, θα ήταν υπερβολικό να ανιχνεύσουμε στο «μνημονιακό μπλοκ» τη γέννηση μιας νέας εθνικοφροσύνης;

Ίσως ακουγόμαστε υπερβολικοί ή υπέρμετρα δραματικοί. Δεν χρειάζεται όμως να σκάψουμε βαθιά στην ιστορία για να θυμηθούμε πόσο εύκολα, με ένα απλό γύρισμα του ιστορικού ανέμου, οι εκ πρώτης όψης υπερβολικές ανησυχίες μετατρέπονται σε ανελέητες πραγματικότητες. Ειδικά όταν στη γωνία περιμένουν επίδοξοι θεριστές των ανέμων της νέας εθνικοφροσύνης, του φόβου και του ρατσιστικού λόγου…

ΥΓ. Πρόσφατα, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ σημείωνε ότι οι σημερινές εκλογές είναι η ώρα για τα «υπεύθυνα» κόμματα να πουν την αλήθεια στον λαό, ώστε να μην παρασυρθεί από αντιμνημονικά «περιθωριακά» κόμματα, «επιδεικτικά λαϊκιστικά». Μπορούμε να υποθέσουμε πως η «αλήθεια» της δεν απέχει πολύ από την αλήθεια Βενιζέλου και του κάθε Βενιζέλου. Είναι η αλήθεια των προβλέψεων του «Μνημονίου Ι», η αλήθεια του «μεσοπρόθεσμου», η αλήθεια του φωτός στην άκρη του τούνελ της ανάκαμψης, της σύντομης επανεξόδου στις αγορές· η αλήθεια που πεισματικά δεν επαληθεύεται.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος δρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.


[1] Γι’ αυτό, η «επανάσταση του αυτονόητου» στην οποία καλούσε πριν δύο περίπου χρόνια ο Γιώργος Παπανδρέου  ήταν η επανάσταση του τίποτα, αφού το «αυτονόητο» δεν υπάρχει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s