Τι πρέπει να κάνει η νεολαία;

Standard

Έργο του Κριστιάν Μπολτάνσκι

 (απάντηση στο άρθρο του Στάθη Καλύβα, Η Καθημερινή 14.4.2012)

της Αναστασίας Γιάμαλη

Αξιότιμε κύριε καθηγητά,

Ξεκινώντας, να σας συστηθώ: ονομάζομαι Αναστασία Γιάμαλη, 25 ετών, κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού από το LSE· είμαι άνεργη ή, ακριβέστερα, υποαπασχολούμενη. Διαθέτω όλα τα τυπικά προσόντα που αναφέρετε στο άρθρο σας στην Καθημερινή, στο οποίο συμβουλεύετε τους νέους «τι να κάνουν». Σας πληροφορώ, κύριε καθηγητά, πως διαθέτω τις «δεξιότητες» στις οποίες αναφέρεστε, τα αγγλικά μου είναι άψογα, μιλώ επίσης γαλλικά, έχω σπουδάσει μαθηματικά και στατιστική (χρησιμοποιώ μάλιστα και τα συμπαρομαρτούντα προγράμματα πληροφορικής για την κοινωνική έρευνα) και θεωρώ πως χειρίζομαι μάλλον ικανοποιητικά τον γραπτό λόγο. Τα πτυχία μου δεν τα πήρα με άριστα, αλλά με «λίαν καλώς». Μήπως γι’ αυτό, κύριε καθηγητά, δεν βρίσκω δουλειά; Και καλά εγώ, αλλά και όλοι οι άλλοι από το 50% των νέων 18-25 χρονών που είναι άνεργοι;

Μας προτείνετε να κινηθούμε με «έντονη εξωστρέφεια», να «αναπτύξουμε στο έπακρο τις δεξιότητές μας και τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα». Πόσο πια, κύριε καθηγητά; Οι νέοι, σήμερα, έχουμε στείλει εκατοντάδες βιογραφικά για θέσεις που δεν υπάρχουν, πηγαίνουμε σαν πρόβατα επί σφαγή σε συνεντεύξεις όπου τελικά ο προσφερόμενος μισθός δεν θα καλύπτει τίποτα περισσότερο από τα εισιτήρια κι ένα φτηνό σάντουιτς — κι όμως φοράμε το καλό μας χαμόγελο και παρουσιάζουμε τον εαυτό μας σαν εμπόρευμα. Εικάζω, κύριε καθηγητά, πως δεν έχετε συναντήσει πολλούς σαν κι εμένα στο Yale ή στην πτήση προς Κονέτικατ, διότι εγώ δεν θα μπορούσα να πληρώσω 42.300 δολάρια το χρόνο (μόνο για τα δίδακτρα), για να φοιτήσω εκεί όπου διδάσκετε. Είμαι παιδί της μεσαίας τάξης, και στην Ελλάδα, προ κρίσης, η οικογένειά μου μάσησε το παραμύθι πως αν μορφωθώ θα προκόψω… Έτσι, η μητέρα μου πιέστηκε για να καταφέρω να σπουδάσω, διότι δεν είμαι γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας ώστε να δωρίσουμε μια βιβλιοθήκη σε κάποιο καλό πανεπιστήμιο και να μου προσφερθεί ένα μεταπτυχιακό άκοπα. Γιατί δεν είμαι τόσο αγαθή ώστε να πιστεύω ότι η περίπτωση του υιού Κανταφι που αποκαλύφθηκε στο LSE είναι η μοναδική…

Μας παρακινείτε να συμμετέχουμε σε προγράμματα Εrasmus και να απασχολούμαστε το καλοκαίρι είτε «εθελοντικά» είτε σε κάποιο «ερευνητικό πρόγραμμα», ενώ υπεραμύνεστε των μεταπτυχιακών «στο εξωτερικό». Δεν θεωρείτε, άλλωστε, το επίπεδο των ελληνικών πανεπιστημίων αρκετά υψηλό. Πολλοί το πιστεύουν, και είναι βέβαιο πως η υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ, ήδη πριν από το Μνημόνιο και τώρα πολύ περισσότερο, δεν βοηθάει. Αν το επίπεδο είναι τόσο χάλια όσο πιστεύετε, τότε γιατί οι έλληνες απόφοιτοι γίνονται εύκολα δεκτοί στα μεταπτυχιακά προγράμματα των καλών πανεπιστημίων ανά τον κόσμο; Δεν νομίζω να είναι θέμα DNA… Φοβάμαι πως μιλάτε για μόρφωση, την ώρα που δημιουργείται ένα εκπαιδευτικό σύστημα δύο ταχυτήτων, μιλάτε για Erasmus. Δεν έχω τίποτα εναντίον του Erasmus, αλλά δεν είναι η λύση όταν οι περισσότεροι φοιτητές δεν μπορούν καν να καλύψουν τα έξοδα διαμονής σε κάποια φοιτητική εστία ή δεν πάνε να σπουδάσουν σε άλλη πόλη από αυτήν της κατοικίας των γονιών τους. Υποθέτω όμως πως στην πτήση προς Κονέτικατ δεν συναντάτε τέτοιους φοιτητές…

Κύριε καθηγητά, οι άνεργοι της γενιάς μου έχουμε βιογραφικά γεμάτα μαθητείες, εθελοντισμούς, έρευνες. Στις τσέπες μας όμως, τα λίγα χρήματά μας προέρχονται από έναν δίσκο με καφέδες ή ποτά διότι στην Ελλάδα της κρίσης τέτοιες δουλειές μπορεί κανείς να βρει, και είμαστε όλοι αρκετά εξωστρεφείς και χαμογελαστοί… για το φιλοδώρημα…

Σ’ εμάς, που τελειώσαμε τις σπουδές μας, προτείνετε –«ανεπιφύλαχτα» κιόλας– τη μετανάστευση, διατείνεστε μάλιστα πως η κινητικότητα δεν είναι κακό πράγμα. Πράγματι, δεν είναι… αρκεί να μη μαζευτούν όλοι οι μεταπτυχιακοί και διδάκτορες στον Βορρά, που σύμφωνα με εσάς χρειάζεται και μυαλά, και οι φουκαράδες μείνουν στον Νότο, να δουλεύουν μ’ έναν δίσκο στο χέρι, εκτός αν είναι όμορφοι οπότε θα προβιβαστούν σε πορτιέρηδες… Μιλάτε για πρόσβαση σε μια «τεράστια ευρωπαϊκή αγορά εργασίας»· στην ίδια αγορά, όπου ψάχνουν δουλειά όλοι οι νέοι των PIIGS που μαστίζονται από την ανεργία αναφέρεστε; Γιατί, αν αναφέρεστε σε αυτήν, μάλλον είναι τεράστια και η προσφορά, ίσως μάλιστα να υπερβαίνει τη ζήτηση. Στη Βρετανία, κύριε καθηγητά, που αν δεν απατώμαι βρίσκεται στον Βορρά, η ανεργία είναι 8,3% — η υψηλότερη τα τελευταία 12 χρόνια. Συμφοιτητές μου από το LSE δουλεύουν πωλητές στα Harrods, διότι δεν βρίσκουν δουλειά αλλού. Και πρόκειται για Άγγλους που, αν μη τι άλλο, μιλούν καλύτερα την αγγλική από οποιονδήποτε Νοτιοευρωπαίο. Πέραν αυτού όμως, μιλάτε για μια κινητικότητα που παραπέμπει στην αμερικανική λογική, όπου δεν είναι ασυνήθιστο στην επαγγελματική του καριέρα να αλλάζει κανείς εφτά πολιτείες: παντού θα αισθάνεται «ντόπιος» και έτσι θα αντιμετωπίζεται Αν όμως εγώ, κύριε καθηγητά, καταφέρω να βρω δουλειά στο εξωτερικό, μπορεί να μην είμαι σαν τους «πιατάδες» έλληνες μετανάστες του ’50, αλλά θα θεωρούμαι πάντα παρακατιανή μετανάστρια από τον Νότο που δουλεύει ως κοινωνική επιστήμων, με όρους που θα μου επιτρέπουν να επιβιώνω ίσως αλλά σε καμιά περίπτωση να ονειρεύομαι πως θα γυρνάω συχνά στη χώρα μου για να βλέπω όσους άφησα πίσω. Σύμφωνα με τις περιορισμένες γνώσεις μου, μεγάλη κινητικότητα σημειώθηκε και μετά τον Εμφύλιο, οπότε εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι, ανάμεσά τους πολλά λαμπρά μυαλά, εκδιώχθηκαν άμεσα ή έμμεσα. Το κράτος διαφήμιζε ανοιχτά τη μετανάστευση ως βασική επιλογή επιβίωσης, ενώ πολλοί νέοι άνθρωποι έφυγαν για να γλιτώσουν διώξεις και εξευτελισμούς ή επειδή δεν ήταν συμβατοί με το πελατειακό σύστημα και τη μετεμφυλιακή εθνικοφροσύνη.

Κύριε καθηγητά, αναφέρεστε και σε μία τρίτη κατηγορία, σε αυτούς «δεν θέλουν ή δεν μπορούν να φύγουν», υποστηρίζοντας πως κάθε κρίση δημιουργεί ευκαιρίες. Έχετε δίκιο: κάθε κρίση δημιουργεί ευκαιρίες, όχι όμως για εμάς, τους νέους, μορφωμένους, γεμάτους όρεξη για δουλειά, αλλά για εκείνους που θα μας χρειαστούν και θα θελήσουν να εργαστούμε σχεδόν τζάμπα.. Κάπου εδώ είναι που θα με πείτε αρνητική, κύριε καθηγητά, θα πείτε πως αναζητώ τη «θαλπωρή του έτοιμου»· και θα σας απαντήσω πως αναζητώ την αξιοπρέπεια και θα κάνω τα πάντα για να τη διεκδικήσω, όχι μόνο για εμένα αλλά και για τη γενιά μου και τις επόμενες. Στην Ελλάδα που μεγάλωσα, νέοι σαν εμένα ήταν απαραίτητοι και κατάφερναν να ζουν και να αμείβονται αξιοπρεπώς· στην σημερινή Ελλάδα, κάποιοι σαν εσάς συμβουλεύουν τους νέους να κάνουν αυτά που εγώ επιτυχώς ολοκλήρωσα, προσφέροντας σε αυτούς και τους γονείς τους φρούδες ελπίδες για μια ατομική λύση σε ένα συλλογικό πρόβλημα.

 Χαίρομαι που διδάσκετε στο Yale και όχι κάπου εδώ, χαίρομαι που δεν έχουμε συναντηθεί, γιατί μπροστά σε μένα και τη γενιά μου είστε υπόλογοι. Εσείς, οι απολογητές του νεοφιλελευθερισμού, που χλευάζετε την ελληνική κοινωνία και τις αξίες της, οι ίδιοι που υμνούσατε μέχρι προχθές την «ισχυρή Ελλάδα,» δεν είστε σε θέση να μας δίνετε συμβουλές. Το ακολουθήσαμε το μοντέλο σας και να πού καταλήξαμε. Πάντως, σε ό,τι με αφορά, και με άλλους που το ‘χω κουβεντιάσει, λέμε να μείνουμε εδώ, να φτιάξουμε μια χώρα που δεν θα μας διώχνει ως υπεράριθμους. Να ξέρετε ότι σκλαβάκια δεν γινόμαστε, ούτε έξω ούτε εδώ.

Mε εκτίμηση

Αναστασία Γιάμαλη

 Το άρθρο του Στ. Καλύβα είναι προσιτό στο http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_14/04/2012_479130news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_14/04/2012_479130)

Κριστιάν Μπολτάνσκι, «Θεατρική σύνθεση», 1981

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s