Ασκεπείς και γαντοφορεμένοι

Standard

 Η διαπόμπευση των οροθετικών και το όνειδος της πολιτείας-3

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Από τη συγκέντρωση αλληλεγγύης στις εκδιδόμενες που βρέθηκαν οροθετικές, Ευελπίδων, Παρασκευή 4.5

Την Παρασκευή το πρωί πήγα στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στα δικαστήρια, έξω από το κτίριο όπου απολογούνταν οι οροθετικές κοπέλες. Έπειτα από τον δημόσιο διασυρμό, την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, την έκθεση στα άγρια θηρία της δημοσιότητας, την απουσία μέριμνας, πρόληψης, προστασίας και άλλα που δεν χωράνε εδώ, σκέφτεται κανείς πως ό,τι στραβό ήταν να γίνει έχει γίνει και ελπίζει πως τουλάχιστον η δικαιοσύνη θα φανεί πιο σώφρων από την πολιτεία. Κι όμως, βρέθηκε ένας ακόμη τρόπος για να πληγωθεί η αξιοπρέπεια όλων μας και η ίδια η ύπαρξη των γυναικών-θυμάτων: οι αστυνομικοί που τις έφερναν στην αίθουσα φορούσαν άσπρα γάντια, και στις ίδιες είχαν φορέσει μάσκες φαρμακείου. Για να πηγαίνει αντάμα η αμορφωσιά με τη γελοιότητα και την επίδειξη ρατσισμού. Ίσως οι ίδιοι άντρες που έπαιρναν σήμερα αυτά τα καταπληκτικά «μέτρα προστασίας» να μην είχαν μεριμνήσει, την κρίσιμη στιγμή, για τη –φτηνότερη– πρόληψη. Ίσως θα είχε νόημα κι εμείς, που διαμαρτυρόμασταν απέξω, να φορούσαμε ολόσωμα προφυλακτικά και να κρατάγαμε ομπρέλες. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι πρέπει να κάνει η νεολαία;

Standard

Έργο του Κριστιάν Μπολτάνσκι

 (απάντηση στο άρθρο του Στάθη Καλύβα, Η Καθημερινή 14.4.2012)

της Αναστασίας Γιάμαλη

Αξιότιμε κύριε καθηγητά,

Ξεκινώντας, να σας συστηθώ: ονομάζομαι Αναστασία Γιάμαλη, 25 ετών, κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού από το LSE· είμαι άνεργη ή, ακριβέστερα, υποαπασχολούμενη. Διαθέτω όλα τα τυπικά προσόντα που αναφέρετε στο άρθρο σας στην Καθημερινή, στο οποίο συμβουλεύετε τους νέους «τι να κάνουν». Σας πληροφορώ, κύριε καθηγητά, πως διαθέτω τις «δεξιότητες» στις οποίες αναφέρεστε, τα αγγλικά μου είναι άψογα, μιλώ επίσης γαλλικά, έχω σπουδάσει μαθηματικά και στατιστική (χρησιμοποιώ μάλιστα και τα συμπαρομαρτούντα προγράμματα πληροφορικής για την κοινωνική έρευνα) και θεωρώ πως χειρίζομαι μάλλον ικανοποιητικά τον γραπτό λόγο. Τα πτυχία μου δεν τα πήρα με άριστα, αλλά με «λίαν καλώς». Μήπως γι’ αυτό, κύριε καθηγητά, δεν βρίσκω δουλειά; Και καλά εγώ, αλλά και όλοι οι άλλοι από το 50% των νέων 18-25 χρονών που είναι άνεργοι;

Μας προτείνετε να κινηθούμε με «έντονη εξωστρέφεια», να «αναπτύξουμε στο έπακρο τις δεξιότητές μας και τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα». Πόσο πια, κύριε καθηγητά; Οι νέοι, σήμερα, έχουμε στείλει εκατοντάδες βιογραφικά για θέσεις που δεν υπάρχουν, πηγαίνουμε σαν πρόβατα επί σφαγή σε συνεντεύξεις όπου τελικά ο προσφερόμενος μισθός δεν θα καλύπτει τίποτα περισσότερο από τα εισιτήρια κι ένα φτηνό σάντουιτς — κι όμως φοράμε το καλό μας χαμόγελο και παρουσιάζουμε τον εαυτό μας σαν εμπόρευμα. Εικάζω, κύριε καθηγητά, πως δεν έχετε συναντήσει πολλούς σαν κι εμένα στο Yale ή στην πτήση προς Κονέτικατ, διότι εγώ δεν θα μπορούσα να πληρώσω 42.300 δολάρια το χρόνο (μόνο για τα δίδακτρα), για να φοιτήσω εκεί όπου διδάσκετε. Είμαι παιδί της μεσαίας τάξης, και στην Ελλάδα, προ κρίσης, η οικογένειά μου μάσησε το παραμύθι πως αν μορφωθώ θα προκόψω… Έτσι, η μητέρα μου πιέστηκε για να καταφέρω να σπουδάσω, διότι δεν είμαι γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας ώστε να δωρίσουμε μια βιβλιοθήκη σε κάποιο καλό πανεπιστήμιο και να μου προσφερθεί ένα μεταπτυχιακό άκοπα. Γιατί δεν είμαι τόσο αγαθή ώστε να πιστεύω ότι η περίπτωση του υιού Κανταφι που αποκαλύφθηκε στο LSE είναι η μοναδική… Συνέχεια ανάγνωσης

Ενότητα, συνεργασία, μέτωπο

Standard

Τα μεγάλα ερωτήματα και οι μεγάλες απαντήσεις

 της Σίας Αναγνωστοπούλου

Έργο του Μαρκ Σαγκάλ, 1917

Φτάσαμε στο τέλος μιας σύντομης και παράδοξα σιωπηλής, για τα ελληνικά δεδομένα, προεκλογικής περιόδου, υπό τη σκιά της πιο μεγάλης κρίσης που γνώρισε ο τόπος εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτές τις μέρες της προεκλογικής «σιωπής», καταγράφτηκαν με εκκωφαντικό τρόπο κάποια σημαντικά μηνύματα των νέων καιρών, μερικά από τα οποία έχουν, λίγο ως πολύ, σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Ο μεγάλος αριθμός κομμάτων που δημιουργήθηκε σε μικρό διάστημα, πολλά από τα οποία διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή, δείχνει ότι τα δύο «παλαιά κόμματα» εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που κάλυπταν πάνω από το 75% του εκλογικού σώματος, θεωρούνται ανίκανα πλέον να απαντήσουν στα προβλήματα που ανέδειξε η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης, της οποίας τα δύο αυτά κόμματα είναι εν πολλοίς δημιουργοί. Από την άλλη μεριά, επισημοποιήθηκε η δημιουργία των δύο αντίπαλων «στρατοπέδων»: του μνημονιακού και του αντιμνημονιακού, στο πλαίσιο των οποίων κάθε «παλαιά» ή «νέα» πολιτική δύναμη προσπάθησε να επικοινωνήσει –με δίαυλο κυρίως την οργή, την αγανάκτηση, το φόβο και την ανασφάλεια– με μια κοινωνία της οποίας το αύριο μοιάζει σκοτεινό. Στην προεκλογική περίοδο λοιπόν καταγράφτηκε πανηγυρικά αυτό που διαμορφώθηκε επί δύο χρόνια με βάση την κρίση, η οποία έφερε το Μνημόνιο Ι και ΙΙ. Όμως, η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τους όρους συγκρότησης των δύο «στρατοπέδων» («μνημονιακού» και «αντιμνημονιακού») ούτε άλλαξε μόνο την πολιτική γεωγραφία κέντρου-άκρων (όπως επεσήμανε στο ωραίο άρθρο του ο Α. Λιάκος στα προηγούμενα «Ενθέματα» [29.4]). Η κρίση διαμόρφωσε κυρίως τους όρους μετατόπισης της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα στον δεξιό και τον αριστερό χώρο. Με την κρίση λοιπόν όχι μόνο δεν ακυρώθηκε η διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, αντιθέτως βάθυνε, και μάλιστα πολύ. Η τεράστια δημοσιονομική αλλά και κοινωνική κρίση οριστικοποίησε τη μετατόπιση της διαιρετικής γραμμής ανάμεσα στα δύο ιστορικά μέτωπα, μετατόπιση που είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια πριν. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια επικίνδυνη «αρχή της αναλογικότητας»

Standard

 ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ (αναδημοσίευση από την «Καθημερινή», 4.5.2012)

του Τάκη Παναγιωτόπουλου

Πριν από λίγες ημέρες οι επίσημες αστυνομικές και υγειονομικές αρχές της χώρας έδωσαν στη δημοσιότητα φωτογραφία και πλήρη στοιχεία ταυτότητας για 12 εκδιδόμενες γυναίκες από το κέντρο της Αθήνας, οι οποίες σε σχετικούς ελέγχους βρέθηκαν θετικές στον ιό HIV, δηλαδή τον ιό του AIDS. Πρόκειται για ακραίο στιγματισμό και βάναυση διαπόμπευση.

Όμως, το ζήτημα είναι τελείως διαφορετικής φύσης. Εν προκειμένω, δεν μπαίνουν στη ζυγαριά δύο αντιτιθέμενα αγαθά. Γιατί αποτελεί κλασική γνώση, άλφα-βήτα στην επιστήμη της δημόσιας υγείας, ότι ο στιγματισμός μελών κάποιας κοινωνικής ομάδας, ιδιαίτερα εάν αυτή είναι περιθωριοποιημένη και ανίσχυρη, έχει πολύ βλαβερές συνέπειες για τη δημόσια υγεία. Ιδιαίτερα σε σχέση με το AIDS. Οδηγεί τα μέλη της ομάδας αυτής μακριά από τις υπηρεσίες υγείας, μακριά από την αναζήτηση γιατρού, διαγνωστικών εξετάσεων, συστηματικής θεραπείας — με ολέθριες συνέπειες για τη διασπορά του ιού. Αυτό δεν είναι θεωρητικό, έχει δειχθεί από την εμπειρία και από επιστημονικές μελέτες. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) συμπυκνώνει την υπάρχουσα γνώση με τρόπο κατηγορηματικό: «το απόρρητο αποτελεί θεμελιώδη αρχή», «η έλλειψη εμπιστοσύνης για την τήρηση του απορρήτου μεταξύ ατόμων σε υψηλό κίνδυνο μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την πρόσβασή τους σε διαγνωστικές υπηρεσίες για τον ιό HIV». [1]

Αποτελεσματική πρόληψη, ιδίως για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, μπορεί να γίνει μόνο με την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης. Η επίπονη εργασία που έχει γίνει στην κατεύθυνση αυτή από ευσυνείδητους λειτουργούς υγείας τινάχτηκε στον αέρα μέσα σε λίγες ώρες.

Η προστασία των ασθενών και ο σεβασμός στην προσωπικότητά τους αποτελεί αξία αυτή καθαυτήν. Θλίψη και αγανάκτηση προκαλεί η εικόνα της διαπόμπευσης γυναικών με εμφανή σημάδια εξαθλίωσης στις φωτογραφίες που δημοσιοποίησε η Ελληνική Αστυνομία, με πλήρες όνομα, όνομα πατρός και μητρός, τόπο γέννησης και κατοικίας! Η ισοπέδωση συγκεκριμένων ανθρώπων, συγκεκριμένων ασθενών, συγκεκριμένων οικογενειών από το επίσημο κράτος είναι ντροπή για τον πολιτισμό της χώρας μας. Πώς, αλήθεια, εφαρμόστηκε η «αρχή της αναλογικότητας»; Γιατί δεν αρκούσε η δημοσιοποίηση της διεύθυνσης των πορνείων και η επισήμανση του κινδύνου στους επισκέπτες τους; Γιατί δεν προτάχθηκαν μέτρα για τον έλεγχο των παράνομων πορνείων – μέτρα που με έκπληξη πληροφορούμαστε ότι δεν έχουν ληφθεί για καιρό; Συνέχεια ανάγνωσης

Πριν να είναι αργά…

Standard

 του Παναγιώτη Νούτσου

Έργο του Τζωρτζ Γκρος

Παλαιότερα, στην πολιτική ιστορία της χώρας μας, είχε προβληθεί η αξίωση να μην «καούν» σχολικά βιβλία. Τώρα, χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε ποιες πολιτικές δυνάμεις διακηρύσσουν την ανάγκη να «ξαναγραφούν» τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και όχι μόνο.

Ξεκινώ από την ομιλία (17.9.2011) του Αντ. Σαμαρά  στην 76η Διεθνή Έκθεση Θεσ­σα­λο­νί­κης, όταν στιγμάτισε την «Ιστορία που διδάσκεται στα παιδιά μας» (βλ. και την ομιλία του στις 11 Μαρτίου 2012) όπως σε «μαθητευόμενους διεθνιστές». Τουτέστιν, «εξαφανίστηκαν ή υ­ποβαθμίστηκαν από τα σχολικά βιβλία έλληνες στοχαστές»: ο «Παπαδιαμάντης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Βιζυηνός, ο Παπαντωνίου, ο Θεοτοκάς, ολόκληρη η γενιά του Τριάντα». Και με υψωμένη τη φωνή: «Αυτό θα το τελειώσω!», σε συνδυασμό με την ομόλογη υπόσχεση «κατάργησης» του «Νόμου Ραγκούση για την ιθαγένεια». Έτσι, θα «ξαναβρούμε την Ελλάδα που έχουμε μέσα μας!».

Ήδη είχε αρχίσει η τελική φάση κυοφορίας των «Ανεξαρτήτων Ελλήνων», με τη «Δημόσια Διαβούλευση» να τιτλοφορείται «Εθνική Ανταπάντηση», λίγο πριν συμπορευθούν με το «Άρμα Πολιτών» μερίδας του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, να σκιαγραφείται η «Προγραμματική ιδεολογία» κατά τρόπο που να μαρτυρεί χείρα φιλοσοφούντα που κάτι γνωρίζει από τον Αριστοτέλη και από τον Ρωλς, ενώ χτένισε το υπόλοιπο κείμενο («διαπραγματευτική φιλοσοφία», «νομοτελειακά», «μετουσίωση της ιστορικής πραγματικότητας», ο «λήπτης της Γνώσης», «τους επικοινωνείται ως όραμα», «να αντιμετωπισθούν ολιστικά», «αφαιρετικά και ολιστικά», «τιμούν το χρέος στην ιστορία» κλπ.). Συνέχεια ανάγνωσης

Το μαύρισμα θέλει ηρεμίαν

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Σκίτσο του Μποστ, δημοσιευμένο στην Αυγή ανήμερα των εκλογών του 1963 (3.11.1963)

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύεται ανήμερα των εκλογών, κι έτσι δεν θα μπορούσε να μην έχει εκλογικό χρώμα· ωστόσο, το ατύχημα είναι ότι η στήλη έχει γνωρίσει ήδη δύο άλλες εκλογικές διαδικασίες, τις ευρωπαϊκές και τις εθνικές εκλογές του 2009, κι έτσι την εκλογική ορολογία την έχουμε λίγο-πολύ εξαντλήσει. Σήμερα λοιπόν θα εστιάσουμε σε μια λέξη στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί επιτροχάδην, στο μαύρισμα.

Όταν ένας υποψήφιος ή ένα κόμμα ηττηθεί στις εκλογές, λέμε ότι «τον μαύρισαν» ή «έφαγε μαύρο» (ή και «έφαγε φούμο»). Στις μέρες μας, που ρίχνουμε στην κάλπη ψηφοδέλτια αφού πρώτα βάλουμε σταυρό σε κάποιους υποψήφιους, οι φράσεις αυτές μοιάζουν παράταιρες, κι όμως ακόμα και για τις σημερινές εκλογές θα έχετε πιθανότατα ακούσει προτροπές του τύπου «μαυρίστε τους». Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι η σημασία «μαύρισμα = καταψήφιση» είναι απομεινάρι από την παλιότερη μέθοδο ψηφοφορίας, που εφαρμόστηκε από το 1864 και μετά, όταν ο κάθε υποψήφιος είχε τη δική του κάλπη, χωρισμένη στα δύο: στα δεξιά, με άσπρο χρώμα, ήταν το Ναι· στα αριστερά, με χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του. Τελευταία φορά που ψηφίσαμε με σφαιρίδια ήταν οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920· κοντεύει να κλείσει αιώνας κι όμως η γλώσσα, αυτό το υπέροχα απρόβλεπτο πράγμα, συντηρητικό μαζί και κομμουνιστικό, διατηρεί τη σημασία της καταψήφισης για το μαύρισμα, ίσως επειδή η λέξη «μαύρος» έχει ένα σωρό αρνητικές συνδηλώσεις, οπότε το βρίσκουμε εύλογο πως μαυρίζεται το κόμμα που χάνει στις εκλογές, κι ας μην έχουμε γνωρίσει τα σφαιρίδια. Συνέχεια ανάγνωσης