στο φύλλο της 13 του Μάη

Standard

Κοκινοσκουφίτσα 6. Σκίτσο του Christian Roux (πηγή: flickr)

Το πολιτικό νόημα μιας στιγμής και η Αριστερά: Νικόλας Σεβαστάκης

Η ΕΚΛΟΓΗ ΟΛΑΝΤ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

Φρανσουά Ολάντ: η πραγματική νίκη δεν έχει έρθει ακόμα: Φιλίπ Κοέν

Ολάντ: ένας νέος Ρούσβελτ για την Ευρώπη; Τομά Πικετύ

Δυσάρεστη, ναι. Έκπληξη, όμως; Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

Πολιτειακά ζητήματα μετά τις εκλογές: Δημήτρης Χριστόπουλος

Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως σήμερα: Βαγγέλης Καραμανωλάκης

Μια νέα ώσμωση ουμανισμού και ριζοσπαστισμού: Μαρία Κουρούκλη

Tι είναι η ACTA και τι σημαίνει για τα ανθρώπινα δικαιώματα: Αντώνης Μπρούμας

Τον ακούσατε τον σεισμό; Νίκος Σαραντάκος

Το πολιτικό νόημα μιας στιγμής και η Αριστερά

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη


Παρίσι, στα χρόνια του Λαϊκού Μετώπου. Υπάλληλοι των Γκαλερί Λαφαγιέτ στην ταράτσα κατά τη διάρκεια της κατάληψης. Ιούνιος 1936

Στο σημείο που βρισκόμαστε, τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό, Παρασκευή πρωί, με τα γεγονότα να τρέχουν πάντοτε γρηγορότερα από τον σχολιασμό τους, απομένουν πια δυο εκδοχές. Η πρώτη είναι μια εκδοχή συγκυβέρνησης ή ημι-οικουμενικής που θα στηρίζεται στην παράδοξη πεποίθηση ότι «υπέρβαση» του Μνημονίου σημαίνει λίγο πολύ… την εφαρμογή του, την τήρηση των συμφωνηθέντων. Η άλλη εκδοχή είναι η νέα εκλογική αναμέτρηση, στην οποία θα αποσαφηνιστεί η πολιτική σύγκρουση η οποία ήλθε στην επιφάνεια την Κυριακή των μεγάλων ανατροπών.

Η Αριστερά, η οποία μπήκε στη δίνη των γεγονότων και αποτέλεσε το «κεντρικό θέμα» των ημερών, διαθέτει ένα στέρεο και ορθολογικό επιχείρημα εναντίον της πρώτης εκδοχής: το ρήγμα ανάμεσα σε μεγάλα τμήματα του λαού και στις μνημονιακές ηγεσίες δεν μπορεί να σκεπαστεί με άσαρκες υπεκφυγές περί «τροποποίησης», που δεν αλλάζουν κάτι ουσιαστικό από τα δεδομένα της ισχύουσας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Η κοινωνική οδύνη, η κλονισμένη καθημερινότητα, ο βιωματικός ζόφος ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν ούτε και να παραμεριστούν στο όνομα της τεχνητής σταθεροποίησης του συστήματος εξουσίας. Από αυτή την άποψη, κάθε αγορά χρόνου που αποσκοπεί στην «αυτοσυντήρηση των ελίτ» ή στην ανασύνταξη των χαμένων της 6ης Μαΐου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Για έναν βασικό λόγο τον οποίο, όπως φαίνεται, αδυνατούν να καταλάβουν όσοι συνεχίζουν, ακόμα και μετά το ηχηρό ράπισμα της περασμένης Κυριακής, να πολιτεύονται με τον φόβο: οι άνθρωποι δεν βάζουν την κυβερνησιμότητα πάνω από τη ζωή τους. Ακόμα και ο κόσμος που προέρχεται από τον καθημαγμένο «μεσαίο χώρο», άνθρωποι κατά τεκμήριο περισσότερο ευαίσθητοι στον φόβο της ακυβερνησίας, αισθάνονται ότι πρέπει να αλλάξουν συγκεκριμένοι όροι της ζωής τους, και όχι απλώς τα ονόματα των υπουργών και η ρητορική των κυβερνώντων. Για αυτό τον κόσμο η ελπίδα δεν είναι η αόριστη ρητορική της ευρωπαϊκής επιλογής, αλλά κάποιες χειροπιαστές αποδείξεις για διαφορετικής πορεία στους επόμενους μήνες. Συνέχεια ανάγνωσης

Φρανσουά Ολάντ: η πραγματική νίκη δεν έχει έρθει ακόμα

Standard

Η εκλογή Ολάντ (όπως και τα αποτελέσματα των ελληνικών εκλογών, με τα οποία συνέπεσε), έχει σημασία που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, τροποποιώντας τα δεδομένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δημοσιεύουμε σήμερα δύο άρθρα σχετικά με τη σημασία και τις προοπτικές που διανοίγονται: του Pilippe Cohen, αρχισυντάκτη του περιοδικού Marianne (Marianne, 6.5.2012) και του οικονομολόγου Thommas Piketty (Liberation, 7.5.2012), καθηγητή στην Ecole d’économie του Παρισιού, ειδικευμένου στη μελέτη της ανισότητας και στενά συνδεμένου με το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

του Φιλίπ Κοέν

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Προεκλογική περιοδεία στο Κλεμόν Φεράν

 Από την αρχή κιόλας της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Φρανσουά Ολάντ συμμορφώθηκε με μια ανάλυση που του υπαγόρευσε και την ανάλογη συμπεριφορά: Να υπογραμμίζει, πάνω απ’ όλα, τις διαφορές προσωπικότητας και συμπεριφοράς ανάμεσα στον ίδιο και τον απερχόμενο πρόεδρο. Να περιορίζει στον μέγιστο βαθμό τις όποιες δεσμεύσεις, έτσι ώστε να μη βρεθεί αναξιόπιστος έναντι υποσχέσεων που δεν τήρησε. Να μιλά κατά το δυνατόν λιγότερο για την κρίση. Να τονίζει ότι η εκλογή του θα συμπέσει με την επιστροφή της χώρας και του τρόπου διακυβέρνησής της στην κανονικότητα.

Κατά βάθος, ο Σαρκοζύ διατεινόταν ότι θα προστατέψει τους Γάλλους, ακόμα κι αν αυτό τους ενοχλούσε. Και ο Ολάντ τους καθησύχασε, λέγοντάς τους απλώς ότι θα τους σεβαστεί. Αυτή η προεκλογική στρατηγική σχηματοποιήθηκε μέχρι τη μονομαχία τους μεταξύ των δύο γύρων, ενώ ολοκληρώθηκε με το τρομερό σλόγκαν «Εγώ, ο πρόεδρος της δημοκρατίας», μέσω του οποίου το πρόγραμμα του Ολάντ παρουσιαζόταν ξεκάθαρα ως το αρνητικό του προγράμματος Σαρκοζύ. Εκ πρώτης όψεως, κάτι τέτοιο μπορεί να φαινόταν πολύ περιορισμένο, ιδίως μάλιστα ως προς τη δυνατότητά του να είναι νικηφόρο. Ταυτόχρονα όμως, η απλή παράθεση όλων των παρεκκλίσεων του προέδρου από την δημοκρατική παράδοση ή, απλώς, η ευπρέπεια ενίσχυε την ανάγκη να ψηφίσει κανείς τον Ολάντ για να τελειώνει επιτέλους αυτό το κακόγουστο προεδρικό σόου. […]

Σε αντίθεση με τον Φρανσουά Μιττεράν το 1981, ο Φρανσουά Ολάντ δεν κέρδισε βασιζόμενος στην ελπίδα, αλλά μάλλον στην απελπισία. Την απελπισία εκείνη που δημιούργησε ο Πρόεδρος και, χωρίς άλλο, εντάθηκε από την κρίση και τις «υποσχέσεις» ενός κοινωνικού κατακλυσμού ανάλογου με αυτόν της Ελλάδας ή της Ισπανίας. Σε αντίθεση με τον Λιονέλ Ζοσπέν το 1997, ο Φρανσουά Ολάντ δεν κέρδισε αυτή την εκλογή με ένα πρόγραμμα εμβληματικών μέτρων όπως οι θέσεις εργασίας για νέους ή το τριανταπεντάωρο. Η νίκη του δεν είναι η νίκη της ενωμένης Αριστεράς· δεν υπήρξε αυτή τη φορά σύσκεψη των δυνάμεων που τον υποστηρίζουν. Ο Φρανσουά Ολάντ προσπάθησε να κρατήσει για τη νίκη του μια εντελώς προσωπική διάσταση. Για να εξασφαλίσει το μέγιστο περιθώριο ελιγμών; Ίσως. Επίσης όμως επειδή διαθέτει μια οξεία αντίληψη της πολιτικής κατάστασης, αυτού που περιμένουν οι Γάλλοι. Συνέχεια ανάγνωσης

Ολάντ: ένας νέος Ρούσβελτ για την Ευρώπη;

Standard

του Τομά Πικετύ

μετάφραση: Κ.Λ.-Γ.ΜΠ.

Πανηγυρισμοί στο Παρίσι

Θα αποδειχθεί, άραγε, ο Φρανσουά Ολάντ ένας νέος Ρούσβελτ για την Ευρώπη; Η σύγκριση μπορεί να προξενεί το μειδίαμα, θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι το βάρος των γεγονότων και των ιδεών παίζουν, για τους πολιτικούς, έναν ρόλο που τους ξεπερνά. Όταν έγινε πρόεδρος το 1933, ο Ρούσβελτ δεν γνώριζε επακριβώς ποια πολιτική θα ακολουθούσε. Γνώριζε όμως ότι η κρίση του 1929 και οι πολιτικές λιτότητας είχαν γονατίσει τις ΗΠΑ, και ότι η δημόσια αρχή έπρεπε να αναλάβει εκ νέου τον έλεγχο ενός αποχαλινωμένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Το 2012, τέσσερα χρόνια μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ο Ολάντ βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Όταν ξεκίνησε την προεκλογική εκστρατεία του, δεν γνώριζε ότι θα κατέληγε να προτείνει φορολόγηση κατά 75% των εισοδημάτων που υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο ευρώ. Σύντομα όμως κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τον Ρούσβελτ: μόνο το όπλο της φορολογίας επιτρέπει να μπει φρένο στην παράλογη έκρηξη των πολύ υψηλών εισοδημάτων.

Το βασικό διακύβευμα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο Ολάντ είναι η Ευρώπη. Το κρίσιμο είναι ότι δεν θα υπάρξει βιώσιμη διέξοδος από την τρέχουσα κρίση εάν αρκεστούμε απλώς στην υιοθέτηση «project bonds» [ένα είδος ευρω-ομολόγου που πρότεινε ο ίδιος ο Μ. Μπαρόζο στη φετινή ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης], ευρωπαϊκών ομολόγων που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών. Ένα τέτοιο εργαλείο είναι μεν χρήσιμο, δεν πρέπει όμως να κρύβουμε ότι το κεντρικό διακύβευμα είναι άλλο. Αν δεν δεσμευθούμε σαφώς στην κατεύθυνση της αμοιβαιότητας και της ενοποίησης του δημόσιου χρέους όλων των χωρών της ευρωζώνης, τότε η κρίση θα ξαναρχίσει. Ένα κοινό νόμισμα με δεκαεφτά διαφορετικά δημόσια χρέη, επί των οποίων οι αγορές μπορούν ελεύθερα να κερδοσκοπούν χωρίς τα κράτη να μπορούν να χαλαρώσουν τον κλοιό υποτιμώντας το νόμισμά τους, δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ένα τέτοιο σύστημα ήδη οδήγησε την Ελλάδα στην καταστροφή, και θα οδηγήσει τελικά το ευρώ στον αφανισμό. Συνέχεια ανάγνωσης

Δυσάρεστη, ναι. Έκπληξη, όμως;

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Χωρίς τίτλο

«Η είσοδος των “άκρων” στη Βουλή ενισχύει ή αποδυναμώνει τη δημοκρατία;» αναρωτιόταν τρεις μέρες πριν τις εκλογές η lifo. Τι κι αν οι δημοσκοπήσεις και τα απανωτά κρούσματα εκφασισμού βεβαίωναν το αδιανόητο άλμα απ’ το περιθώριο στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση; Τι κι αν οι επιθέσεις δεν περιορίζονταν πια στην Αθήνα και στους «αόρατους», αλλά υλοποιούσαν ενυπόγραφα το ναζιστικό «εναντίον όλων» — ό,τι δηλαδή κραυγάζει η ιστορία από τη Βαϊμάρη μέχρι την Ουτόγια; Η κατανόηση και οι ιεραρχήσεις των ατάραχων «φιλελεύθερων», μέσων ενημέρωσης και κομμάτων, παρέμεναν πεισματικά σε άλλο μήκος κύματος. Και δεν θα άλλαζαν παρά μόνο για λίγο, μετά δηλαδή την επίθεση στον Πέτρο Ευθυμίου, μετά τη γελοιοποίηση της εξίσωσης ΣΥΡΙΖΑ-νεοναζί και, κυρίως, αφού οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τη Χρυσή Αυγή να ροκανίζει «αυτοδυναμίες», να αμφισβητεί αξιοπρεπείς καταγραφές και, στην περίπτωση του ΛΑΟΣ, να απομακρύνει δραματικά το 3%. Με δύο λέξεις: κατόπιν εορτής.

Προς τιμήν τους, ο Αχιλλέας Κυριακίδης και ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης διόρθωναν το ερώτημα της lifo: «Προς τι ο πληθυντικός; Ένα είναι το άκρον, κι αυτό γαγγραινιασμένο», έγραφε ο πρώτος· «άκρα στην πολιτική είναι εκείνα που αρνούνται τις αξίες που μας έχει κληροδοτήσει η νεωτερικότητα. Υπ’ αυτή την έννοια, άκρο μπορεί να είναι και ένα μέρος του δεσπόζοντος πολιτικού ρεύματος», σημείωνε ο δεύτερος (lifo, 3.5.2012). Ύστερα ήρθε το βράδυ της 6ης Μαΐου, τα παραγγέλματα στους δημοσιογράφους που είχαν την ατυχία να καλύπτουν τα επινίκια στην οδό Δηλιγιάννη, και η ανακάλυψη, μία ακόμα, της Αμερικής. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτειακά ζητήματα μετά τις εκλογές

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Η έκβαση των εκλογών της 6ης Μαΐου μας θέτει ενώπιον δύο κατηγοριών θεμάτων: πολιτειακών και πολιτικών. Τα πολιτειακά ζητήματα σχετίζονται με την οροθέτηση του πλαισίου, δηλαδή τους κανόνες του παιχνιδιού. Τα πολιτικά, με τις τάσεις και την έκβαση του κομματικού ανταγωνισμού. Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές (Τρίτη 8.5), δεσπόζουσα θέση στα πολιτικά ζητήματα έχει η προσβλητική για τη νοημοσύνη μας στάση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ έναντι της πρότασης «αριστερής διακυβέρνησης». Ενώ μέχρι το Σάββατο το βράδυ διεξήγαγαν μια άνευ προηγούμενου για τα μεταπολιτευτικά χρονικά εκστρατεία τρομοκράτησης του εκλογικού σώματος εναντίον της Αριστεράς –και δη του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν ήδη σαφές ότι είχε αποκτήσει μια ακαταμάχητη προεκλογική δυναμική–, από την κυριολεκτικά επομένη των εκλογών το τροπάριο της απειλής έδωσε τη θέση του στην πρόσκληση για διακυβέρνηση. Η εκθαμβωτική αυτή μετατόπιση αποδεικνύει περίτρανα ότι συζητάμε για ένα, άξιο της μοίρας του, πολύ φθηνό πολιτικό προσωπικό με αγοραία αίσθηση δημοσίου συμφέροντος: αν όντως οι άνθρωποι, τα κόμματα και τα μέσα τους είχαν την πεποίθηση ότι η πρόταση της αριστερής διακυβέρνησης θα ήταν η συντέλεια του κόσμου, θα περίμενε κανείς, στο όνομα μιας στοιχειώδους συνέπειας, να συνεχίζουν να το υποστηρίζουν και μετεκλογικά, και όχι να προσκαλούν την Αριστερά να τους κυβερνήσει. Αν οι απερχόμενες πολιτικές ελίτ του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ απλώς απειλούσαν υποκριτικά (όπως π.χ. το 1981 η ΝΔ έλεγε ότι «το ΠΑΣΟΚ θα πάρει τα σπίτια μας»), τότε δεν χρειάζεται να ανησυχούν: το ευτελές κύκνειο άσμα τους ήταν αντάξιο του τρόπου διακυβέρνησης της χώρας, που οδήγησε στον εκλογικό τους μαρασμό. Συνέχεια ανάγνωσης

Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως σήμερα

Standard

(το πρόγραμμα στο τέλος του άρθρου)

 του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πάμπλο Πικάσο, «Στούντιο με κεφάλι αγάλματος», 1925

Κάθε εορτασμός είναι μια ευκαιρία για απολογισμoύς. Απολογισμούς των όσων έγιναν, της υποδοχής τους, της συμβολής τους στη διαμόρφωση της συγχρονίας — ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, όπου πολλές από τις κατακτήσεις των προηγούμενων χρόνων καταρρέουν ή δοκιμάζονται και νέα διακυβεύματα εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Πώς φτάσαμε λοιπόν έως εδώ, για να θυμηθούμε ένα από τα καίρια ιστοριογραφικά ερωτήματα που χαρακτήρισαν το τέλος της δικτατορίας και την αρχή της μεταπολίτευσης; Από το 1971 και την ίδρυση της Eταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού έως σήμερα άλλαξαν πολλά στην ελληνική ιστοριογραφία, η οποία γνώρισε μια μοναδική άνθηση, όπως αποτυπώθηκε στη δημιουργία θεσμών και συλλογικοτήτων, καθώς και στη θεαματική ανάπτυξη της ιστοριογραφικής παραγωγής. Ποιες ήταν οι κοινωνικές ανάγκες και ζητούμενα, τα ακαδημαϊκά και ιστοριογραφικά περιβάλλοντα που συνέβαλαν σε αυτή την άνθηση; Πόσο ομοιογενής υπήρξε, ποια ήταν τα πεδία που αναπτύχθηκαν και ποια η εξέλιξή τους στον χρόνο; Ποιες ήταν οι κύριες επιρροές και ωσμώσεις, πώς συνομίλησαν οι αλλαγές στη ελληνική ιστοριογραφία με τις αντίστοιχες διεθνείς, με ποιες και πού συναντήθηκαν; Συνέχεια ανάγνωσης