Ante portas

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Παρίσι 1936. Υποστηρικτές του Λαϊκού Μετώπου. Φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα

Μεγάλωσα, και μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, όπως έγραφε η Σοφία Κουσιάντζα στις «Συναντήσεις» (Αυγή, 17.5.2012) με μια Αριστερά συνηθισμένη να χάνει· μια Αριστερά στον ρόλο της μικρής δύναμης που πάσχιζε, στην καλύτερη περίπτωση, να πετύχει μικρές νίκες. Δεν επρόκειτο μόνο για πραγματικότητα, αλλά και για πολιτική επιλογή: τουλάχιστον από το 1981 και μετά, κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς βασιλείας του ΠΑΣΟΚ, για την Αριστερά το να παραμένει εκτός κυβερνητικού νυμφώνος αποτελούσε όρο πολιτικής αξιοπρέπειας και επιλογή επιβίωσης. Τα εκατέρωθεν ποσοστά ΠΑΣΟΚ και Αριστεράς, καθώς και οι συσχετισμοί, πολιτικοί και κοινωνικοί, προδιέγραφαν ότι η συνεργασία ή η συγκυβέρνηση οδηγούσε με βεβαιότητα –τα παραδείγματα είναι επαρκή– στην απονεύρωση, την απορρόφηση και την ενσωμάτωση.

Άρκεσε μία μέρα, η 6η Μαΐου –ή, σωστότερα, κάποιοι μήνες– ώστε η μακρά και εμπεδωμένη αυτή κατάσταση να αλλάξει άρδην και η Αριστερά να βρεθεί προ των πυλών της εξουσίας. Και στη νέα κατάσταση, μπορούμε να διακρίνουμε, ξανά, μια πραγματικότητα και μια πολιτική επιλογή. Η πραγματικότητα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα: η δεύτερη θέση, το ποσοστό, η δυναμική του, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά (ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτη δύναμη σε όλο το λεκανοπέδιο και πολλά αστικά κέντρα, στις «παραγωγικές» ηλικίες κ.ο.κ.). Η πολιτική επιλογή είναι ότι, μ’ αυτά τα ποσοστά, αλλά και με δεδομένο ότι η πολιτική του Μνημονίου οδηγεί στη διάλυση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, μας βυθίζει ολοένα και περισσότερο στην κρίση, (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο και επαχθές· εκτός αυτών είναι καταστροφικό: δεν προσφέρει καμιά προοπτική για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων αυτής της χώρας, την οδηγεί στη διάλυση), ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να έχει σχέδιο διακυβέρνησης, να διεκδικήσει την εξουσία. Η εικόνα είναι πλήρως αντεστραμμένη: αν σε όλη τη μεταπολίτευση η παραμονή της Αριστεράς εκτός εξουσίας ήταν προϋπόθεση για την επιβίωσή της ως διακριτού πολιτικού φορέα, τώρα, αντίθετα, η διεκδίκηση της εξουσίας, η πρόταση της αριστερής κυβέρνησης αποτελούν μονόδρομο. Όταν καθημερινά στοιχειοθετείται η καταστροφή (προχθές μόλις ανακοινώθηκε, λ.χ., νέα αύξηση-ρεκόρ της ανεργίας) στην οποία οδηγεί η πολιτική των δύο τελευταίων χρόνων (ανεξάρτητα από το αν την υλοποιεί το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, κάποια συγκυβέρνηση ή μια ευρύτερη δεξιά συσπείρωση) δεν είναι νοητό να μένεις πεισματικά περίκλειστος στον πύργο σου, όπως το ΚΚΕ, ούτε να περιορίζεσαι στο να υφαίνεις υπομονετικά κινηματικούς δεσμούς, να κάνεις συνεπή αντιπολίτευση στο μικροεπίπεδο, κοινωνικές ζυμώσεις κλπ. – όπως μπορούσες ίσως τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έτσι, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μια είναι, εν πολλοίς, ανέτοιμος για μια ηγεμονική και βιώσιμη πρόταση αριστερής διακυβέρνησης. Και αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την έλλειψη στελεχών ή προγραμματικών ιδεών· έχει να κάνει με την ταχύτητα των εξελίξεων και, κυρίως, με την ουσιαστική δυσκολία να διατυπωθεί μια αριστερή πρόταση εξουσίας στην Ελλάδα του 2012, σε συνθήκες κρίσης και χωρίς τις ανάλογες διεργασίες στην κοινωνία. Από την άλλη, σε κάθε περίπτωση, είναι υποχρεωμένος να παίξει στο γήπεδο αυτό· δεν μπορεί, όπως ίσως θα νοσταλγούσαμε ιδίως κάποιοι, απόφοιτοι της μεγάλης σχολής των Αριστερών Συσπειρώσεων, να ξεφύγει με ένα ωραίο κινηματικό ή ιδεολογικό άλμα προς το παρελθόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση, το επόμενο διάστημα θα αναμετράται διαρκώς με αυτό το κομβικό ζήτημα, το οποίο θα αποδειχθεί και λυδία λίθος για την τύχη του, αλλά και την τύχη της χώρας: το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης.

Με όλα αυτά κατά νου, πιστεύω ότι το βασικό ερώτημα το οποίο πρέπει να θέσουμε είναι: Στην τωρινή συγκυρία (του 2012 και όχι του 1981), στις δεδομένες συνθήκες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, με δεδομένη την υστέρηση των κοινωνικών και κινηματικών διαδικασιών (παρά την εκλογική έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ, στο κοινωνικό και κινηματικό πεδίο δεν έχουμε διεργασίες ανάλογης έντασης), την πραγματικότητα της κρίσης, ελληνικής και διεθνούς, ποια μπορεί να είναι μια αριστερή, προοδευτική και ταυτόχρονα ρεαλιστική πολιτική;

Δεν μπορώ βέβαια να τμήσω, μέσα σε λίγες γραμμές, τον γόρδιο δεσμό. Θα το προσπαθήσω, θα το προσπαθήσουμε, στα επόμενα φύλλα. Προς το παρόν (παραπέμποντας στο άρθρο του Ν. Γιαννόπουλου στα σημερινά «Ενθέματα», που περιέχει ορισμένες καίριες ιδέες για τον κρίσιμο συγκερασμό εφικτού και αγωνιστικού, εμβάθυνσης και μαζικότητας, στον λόγο και την πράξη μας), θα αρκεστώ σε μια σκέψη: η ενδεχόμενη άνοδος της Αριστεράς στην εξουσία δεν θα σημάνει την είσοδο σε «χρυσή εποχή»· θα είναι μια περίοδος δύσκολη, με τα προβλήματα να συνεχίζονται, καθώς λ.χ. ο φαύλος κύκλος της ύφεσης δεν θα σταματήσει από τη μια μέρα στην άλλη, ενώ η συγκυρία της παγκόσμιας κρίσης δυσχεραίνει εξαιρετικά την άσκηση αριστερής πολιτικής. Θα είναι επίσης μια περίοδος με πολλές συγκρούσεις – ας σκεφτούμε μόνο πόσες αντιδράσεις θα συναντήσουν κάποια «απλά» μέτρα (απλά, με την έννοια ότι δεν προσκρούουν σε δανειακές συμβάσεις, διεθνείς συσχετισμούς κ.λπ.), όπως η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ή ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας.

Όλα αυτά χρειάζεται και να τα σκεφτόμαστε και να τα λέμε. Μακριά από κάθε ειδυλλιακή εικόνα, νιώθω ότι η υπόσχεσή μας για το μέλλον πρέπει να περιέχει και κάτι από τη γνωστή ρήση του Τσώρτσιλ: «Δεν έχω να σας υποσχεθώ τίποτα άλλο, παρά μόνο αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Με κάποιες προσθαφαιρέσεις, βέβαια. Ας αφαιρέσουμε, πρώτα πρώτα, το αίμα. Κι ας προσθέσουμε, στη συνέχεια, κάποια άλλα: την ελπίδα, το δίκιο, την αξιοπρέπεια, τη δίκαιη κατανομή των βαρών, τη δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Η στιγμή είναι ξεχωριστή. Ας επιστρατευθούμε όλοι, καθένας και καθεμιά στον τομέα του, με όλες τις δυνάμεις μας, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πορευτούμε αυτό τον δρόμο, έναν δρόμο που θα είναι σίγουρα δύσβατος, αλλά μπορεί να είναι και ωραίος.

2 σκέψεις σχετικά με το “Ante portas

  1. Στίχοι: Κώστας Βίρβος
    Μουσική: Χρήστος Λεοντής

    Κλαίνε θρηνούνε τα βουνά
    Κλαίνε θρηνούν οι κάμποι
    Ήρθε σκλαβιά πικρή σκλαβιά
    πλάκωσε μαύρη καταχνιά
    κι ο ήλιος πια δεν λάμπει

    Η μπότα του κατακτητή
    Παντού τη φρίκη απλώνει
    Κι όπου πατεί κι όπου πατεί
    Χορτάρι δε φυτρώνει
    Μα στη χαμένη μου τη γη
    Θανθίσουν πάλι οι κλώνοι
    Θαναλαλεί το αηδόνι

    Μέσα απ τη στάχτη τη βαθειά
    Μια σπίθα θα πετάξει
    Σε πολιτείες και χωριά
    Και θα γενεί τρανή φωτιά
    Που τη φωτιά θα κάψει

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s