Αντανακλάσεις

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Carrer de Ferlandina, Ραβάλ, Βαρκελώνη. Φωτογραφία: Μ. Βαλεαρίδης

 Βαρκελώνη, 24 Μαΐου. Δύο μικρές ιστορίες: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της Ραβάλ, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Η Ραβάλ, μια από τις παλιότερες συνοικίες της πόλης, συνδυάζει τη φήμη του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου» με αυτή του «επικίνδυνου». Από τη μία είναι γεμάτη μουσεία και γκαλερί, δισκάδικα, ωραία μπαράκια και εστιατόρια, από την άλλη παραμένει μια φτωχογειτονιά, τόπος κατοικίας για πολλούς μετανάστες. Τα περισσότερα κτίρια είναι ψηλά, παλιά και ετοιμόρροπα. Σηκώνοντας το κεφάλι κυριαρχεί η εικόνα των απλωμένων ρούχων, στριμωγμένων στα σκοινιά μπροστά απ’ τα μικρά μπαλκονάκια· μερικές δορυφορικές κεραίες, κάποιες σημαίες της Μπάρτσα και της Καταλονίας εδώ κι εκεί. Στο ισόγειο, μαγαζιά μεταναστών, πουλάνε ή επιδιορθώνουν ό,τι χρειάζεται να καταναλωθεί ή να επιδιορθωθεί. Διάφορες «ύποπτες φάτσες» όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, συχνάζουν στις γωνίες, συνήθως σε παρέες· καπνίζουν, μιλάνε, γελάνε ή τσακώνονται. Οι έντονες μυρωδιές, ωραίες ή ανυπόφορες, συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου, με την έννοια της ανασφάλειας, συχνά, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και συγχρόνως του ελκυστικού και ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι είναι η Ραβάλ, για μένα, στο λίγο διάστημα που την έχω γνωρίσει.

Ξαναρχίζω λοιπόν: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της περιοχής. Είναι μόνη της και ο πεζόδρομος εκείνη την ώρα άδειος. Την πλησιάζει ένας ψηλός, μαύρος άντρας, μια απ’ αυτές τις «ύποπτες φάτσες», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε· της μιλάει. Η κοπέλα κρατάει την τσάντα της σφιχτά, σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει κανείς όταν φτάνει στην πόλη. Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Ο άντρας τής λέει πως είναι όμορφη, την καλημερίζει, κάνει μια μικρή κίνηση, σαν υπόκλιση. Η κοπέλα του χαμογελάει, τον ευχαριστεί, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και χωρίζουν. Το χαμόγελο τη συντροφεύει για το υπόλοιπο της ημέρας, εκείνη τη μέρα ένιωθε πιο όμορφη, γιατί εκείνος ο άντρας της το είπε. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο, και νιώθω πως αυτός ο άντρας καταλαβαίνει την άνοιξη –ίσως και τη ζωή– κάπως καλύτερα από μένα. Κατορθώνει με μια μικρή κίνηση, να βρίσκει τις χαραμάδες στο ζόφο, να σπάει για λίγο το κατενάτσιο της εποχής μας. Θα ήθελα να είμαι σαν αυτόν.

Την ίδια μέρα, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, η μητέρα μου με την εξάχρονη αδερφή μου περιμένουν στη στάση το λεωφορείο. Δύο νεαροί, εμφανώς αλλοδαποί, σηκώνονται, κάνουν χώρο και τους προσφέρουν μια θέση στον ίσκιο. Πιάνουν κουβέντα και παίζουν με τη μικρή. Κατάγονται από τη Συρία. Η γυναίκα του ενός είναι απ’ την Πολωνία, μένουν επτά χρόνια στην Ελλάδα κι έχουν ένα μωράκι. Εδώ είναι δύσκολα πια, θέλουν να φύγουν. Δύσκολο όμως κι αυτό, στη Συρία θα συναντήσουν πόλεμο, στην Πολωνία ένα άκρως ρατσιστικό περιβάλλον. «Οι Πολωνοί παθαίνουν κάτι με το σκούρο χρώμα». Το απόγευμα η μητέρα μου μού έστειλε μήνυμα. Σκεφτόταν πως δεν είναι καθόλου εύκολο να καταφέρνουμε, τελικά, να ξεπερνάμε τις προκαταλήψεις που μας περνούν πλαγίως, χρόνια τώρα· ευχαριστούσε τα παιδιά της που τη βοηθούν σ’ αυτό. Δεν ξέρω ποιος οφείλει να ευχαριστήσει ποιον κι αν έχει νόημα μια τέτοια κουβέντα. Αναρωτιέμαι ποιες είναι εκείνες οι διαδρομές (κοινωνικές, οικογενειακές) που οδηγούν σε φουσκωτούς τύπους με δικέφαλους αετούς στο μπράτσο, σιδερογροθιές στο χέρι και λαμπρές καριέρες στην «προστασία» νυχτερινών μαγαζιών, στις εκτελέσεις συμβολαίων θανάτου, στην αστυνομία (όπως στοιχειοθετημένα πια βλέπουμε με βάση την ψήφο των σωμάτων Ασφαλείας), στο «ξεβρώμισμα του τόπου» από τους ανθρώπους του και, εσχάτως, και στα έδρανα του ελληνικού κοινοβουλίου.

Και οι δύο αυτές ιστορίες, κατά  περίεργη σύμπτωση –σαν να μην υπάρχει λίγος χώρος για αισιόδοξα συναισθήματα πια– συνέβησαν την ίδια μέρα με τα ρατσιστικά πογκρόμ στην Πάτρα και την πολιορκία της Πειραϊκής-Πατραϊκής από ανθρώπους τυφλούς, διψασμένους για βία, αίμα και εκδίκηση. Αφορμή, η δολοφονία του 29χρονου Θ. Λαζανά από τρεις αφγανούς άντρες τα ξημερώματα της 19ης Μαΐου, ένα έγκλημα που λειτούργησε σαν «ευκαιρία», ξανά· ευκαιρία για μίσος και βέβαια, βολικές και εύκολες γενικεύσεις. Απέναντι σ’ αυτά τα ρατσιστικά αντανακλαστικά που συνυπάρχουν με τα πολύ σοβαρά αντικειμενικά προβλήματα του μεταναστευτικού και αλληλοτροφοδοτούνται, κυρίως με τεχνητό τρόπο, οφείλουμε, τουλάχιστον οι αποδώ πολιτικοί χώροι και συλλογικότητες να συντονιστούμε, ξανά, με ό,τι διαθεσιμότητες έχουμε. Αν κάτι πρέπει να είναι ξεκάθαρο, μια από τις βασικές αιχμές της αριστερής πρότασης εξουσίας που επιχειρείται να συγκροτηθεί, δεν μπορεί παρά να είναι ο αντιρατσισμός. Τόσο ξεκάθαρο όσο το ότι «αριστερή πολιτική» σημαίνει πολιτική για τα συμφέροντα των αδύναμων. Και οι πιο αδύναμοι της κοινωνίας μας, σήμερα, από κάθε άποψη, είναι οι μετανάστες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s