Στα Ενθέματα στις 10 Ιουνίου

Standard

Έργο του Βασίλι Καντίνσκι

Tα αναβολικά του φασισμού: Δημήτρης Ψαρράς

Για ποια χώρα πολεμάμε: Σία Αναγνωστοπούλου

Ιδού, ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός: Νίκος Θεοτοκάς

To μεγάλο μας τσίρκο: Μαρία Καλαντζοπούλου

Αν το τραγούδι δεν αντηχεί μες στο σταθμό, τι να το κάνεις το εναλλασόμενο ρεύμα;: Έλενα Πατρικίου

Όχι στην καταπίεση της λιτότητας: Ιγνάσιο Ραμονέ

Το ρίσκο, η επίγνωση και το συλλογικό υποκείμενο της Αριστεράς: Δημήτρης Χριστόπουλος

«Στην Αθήνα κρίνεται το μέλλον της δημοκρατίας και της Ευρώπης»: Στρατής Μπουρνάζος

H Aριστερά μπροστά στην κυβέρνηση της Αριστεράς: Κώστας Αθανασίου

Ti κρίνεται στις εκλογές της Κυριακής; : Αντώνης  Λιάκος

H Aριστερά, η ψυχή και το χρέος της: Κώστας Β.  Μάρκου

O παραδειγματικός χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

O χρόνος και η στιγμή: Νικόλας Σεβαστάκης

Τα αναβολικά του φασισμού

Standard

του Δημήτρη Ψαρρά

Σκίτσο του Γκαλάν, 1973

Ειρωνεία της τύχης. Έμελλε να είναι βουλευτίνα του ΚΚΕ (η Λιάνα Κανέλλη), η πρώτη που, μαζί με τη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ (τη Ρένα Δούρου), θα γινόταν δημόσιος στόχος της χρυσαυγίτικης βίας. Διαψεύστηκε έτσι με τραγικό τρόπο η προεκλογική βεβαιότητα της Αλέκας Παπαρήγα ότι μόλις μπουν οι ναζιστές στη Βουλή θα φορέσουν γραβατούλες και ταγεράκια και θα γίνουν καλά παιδιά.

Το δυστύχημα είναι ότι χρειάστηκε να δούμε «ζωντανά» στην τηλεόραση αυτό το ελάχιστο δείγμα πολιτικής δράσης της Χρυσής Αυγής για να καταλάβουν ακόμα και οι πιο αδιάφοροι ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτό τον «διάλογο» που έχει ανοίξει με τους ναζιστές, κάτω από τους κανόνες που ορίζει για την προβολή των κομμάτων ο εκλογικός νόμος και οι προδιαγραφές του ΕΣΡ.

— Δεν μας έφταναν τα εκατοντάδες θύματα των πογκρόμ που διοργανώνει η ναζιστική συμμορία εδώ και χρόνια.

— Δεν δώσαμε σημασία στις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την ποινική δράση των μελών της ούτε καθ στις δίκες που εκκρεμούν εις βάρος στελεχών της για αδικήματα βίας.

–Αψηφήσαμε ακόμα και την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο (απόφαση Ποινικού Τμήματος 1167/2010), σύμφωνα με την οποία δέκα μέλη της οργάνωσης, με επικεφαλής τον υπαρχηγό της, οργάνωσαν δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αριστερού φοιτητή. Συνέχεια ανάγνωσης

Για ποια χώρα πολεμάμε

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.

Μπαλτύς, “Το παιχνίδι με τις κάρτες”, 1948-50

Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  — τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιδού, ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός

Standard

 

του Νίκου Θεοτοκά

Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι «αντιευρωπαϊκές συνιστώσες του» ιχνηλατούν σήμερα στην Ελλάδα τον μόνο δρόμο στρατηγικής που μπορεί να κρατήσει τη χώρα στην ευρωζώνη και, ακόμα σημαντικότερο, τον μόνο δρόμο στρατηγικής που δεν αντιστρατεύεται την ευρωπαϊκή προοπτική της ίδιας της ενωμένης Ευρώπης.

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, Παρίσι 1951

Ανατροπή, λοιπόν. Ανατροπή στην Ελλάδα, αλλαγή στην Ευρώπη. Την αναφορά σε τούτη την πορεία, κάποιοι την ονομάζουν «θράσος». Κι όλοι οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ, επενδύοντας σε ρυθμίσεις που θα επιτείνουν το μη βιώσιμο του χρέους, ορίζουν το μνημόνιο ως ιστορικά επιβεβλημένο μονόδρομο. Κι ας οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στην ανθρωπιστική κρίση, στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, στην επιστροφή στη Δραχμή αλλά και, ως ακούσια συνέπεια, στην παλαιά Ευρώπη και στα εθνικά νομίσματα.

Η έκρηξη των προσδοκιών της κοινωνίας μας ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε ηγεμονική πολιτική δύναμη, ίσως και σε πρώτο κόμμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Και ιδού το παράδοξο. Στην πιθανότητα μιας τέτοιας εκλογικής νίκης, οι δυνάμει σύμμαχοι και συμμέτοχοι μιας κυβέρνησης της Αριστεράς φτιάχνουν τοίχους που φαίνεται να αποκλείουν κάθε μετεκλογική συνεργασία.

Κατανοώ απολύτως τις προεκλογικές ανάγκες οροθέτησης της φυσιογνωμίας των Οικολόγων Πράσινων, της ΔΗΜΑΡ και του ΚΚΕ. Μόνο που, εν όψει της θεμιτής ανάγκης αυτών των κομμάτων για την εκλογική τους ενίσχυση ή την εκλογική τους επιβίωση, οι Οικολόγοι Πράσινοι, η ΔΗΜΑΡ και το ΚΚΕ κατασκευάζουν αναχώματα απ’ ό,τι υλικό βρεθεί πρόχειρο τους, για να αποστασιοποιηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχει ενδιαφέρον ο κοινός τόπος, όπως τον υπαγόρευσε η κυρία Παπαρρήγα: «Ψηφοφόροι, διορθώστε την ψήφο σας. Ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί στην καταστροφή». Τελικά, τα κόμματα αυτά, με διαφορετικά επιχειρήματα και διαφορετικές λέξεις, συντονίζονται με τους ανησυχούντες παράγοντες της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και, τελικά, αναπαράγουν το αντιδραστικό τους επιχείρημα: Η Αριστερά και οι ιδέες της δεν χωράνε στο ευρωπαϊκό μέλλον.

Και καλά η ηγεσία του ΚΚΕ. Δύσκολα βρίσκονται τρόποι να κουβεντιάσει κανείς για την ανθρώπινη κατάσταση με τους καλογέρους που, καθώς το είπε ο Σλάβοι Ζίζεκ, έχουν ξεχάσει να πεθάνουν. Εξαϋλωμένα φαντάσματα, που γυρνούν την πλάτη στα μέλη, στους φίλους, στους ψηφοφόρους αλλά και στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος, της ΕΔΑ και του ΕΑΜ. Τι γίνεται, όμως, με τους Οικολόγους Πράσινους και με τη ΔΗΜΑΡ; Οι πρώτοι οδεύουν, δυστυχέστατα, στην εκλογική κατακρήμνιση και κατανοώ πως η αγωνία της επιβίωσης δεν είναι καλός σύμβουλος. Η ΔΗΜΑΡ, όμως; Συνέχεια ανάγνωσης

Το μεγάλο μας τσίρκο

Standard

της Μαρίας Καλαντζοπούλου

Αλεξάντερ Τιχομίροφ, Τσίρκο, 1983

Ευτυχώς ή δυστυχώς, ως κοινωνία δεν πάσχουμε τελευταία από την πλήξη της κοινωνικής ειρήνης. Βίαια περιστατικά με επίκεντρο κυρίως τους μετανάστες «κοσμούν» την καθημερινή επικαιρότητα: μια δολοφονία Έλληνα από μετανάστες και άλλη μια αντιστρόφως, επεισόδια εναντίον μεταναστών στην Πάτρα, αντίστοιχα στα γραφεία του ΣΕΚ, τακτικές και συστηματικές επιθέσεις σε μετανάστες και συμπαραστάτες τους μέσα σε βαγόνια του ΗΣΑΠ, επίδειξη δύναμης χρυσαυγιτών με εποχούμενες παρελάσεις και ανοιχτούς και αιματηρούς τραμπουκισμούς σε κεντρικές περιοχές, δολοφονικά καρτέρια και επιθέσεις σε μετανάστες νύχτα με σπαθιά (σε πιστή εφαρμογή μάλλον της αρχαίας συνταγής της «κρυπτείας» που ανοιχτά ευαγγελίζονται οι χρυσαυγίτες). (Και on air χειροδικία και μπουγελώματα από εκλεγμένο χρυσαυγίτη σε εκλεγμένες εκπροσώπους της Αριστεράς,  να διευρύνουμε την εικόνα). Στην αντίστιξη, γαϊτανάκι οι αυτοκτονίες ελλήνων από απόγνωση έναντι της φτώχειας. Όλα αυτά τις τελευταίες μόνο μέρες. Συνέχεια ανάγνωσης

Αν το τραγούδι δεν αντηχεί μες στο σταθμό, τι να το κάνεις το εναλλασσόμενο ρεύμα;

Standard


Μικρή συμβολή στις μελλοντικές θέσεις της Αριστεράς για τον πολιτισμό

της Έλενας Πατρικίου

Αμεντέο Μοντιλιάνι, “Ξαπλωμένο γυμνό με το αριστερό χέρι στο μέτωπο” (λεπτομέρεια)

Το γενικό τοπίο. Ήδη τα λιπαρά χρόνια του εκσυγχρονισμού έδειξαν τα πρώτα σημάδια. Αθρόοι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν τότε τις κόκκινες γραμμές, για άλλες προσφορότερες. Ήταν ο πασοκικός εκσυγχρονισμός, που έδινε μια άλλη λάμψη (ελληνιστί: γκλαμουριά) σε πρεμιέρες και βιβλιοπαρουσιάσεις· ήταν τα λαμπρά λαμπρακικά μέγαρα με τις κοκκαλικές χορηγείες: ήταν μια σειρά υλικά και άυλα πλεονεκτήματα, φτηνά δωράκια των πολιτικών και οικονομικών εξουσιών προς τις αφοπλισμένες πνευματικές μικροεξουσίες. Ήταν μια σειρά δίκια και άδικα, που συγκεράστηκαν εντέλει σ’ ένα κατάφωρα άδικο αποτέλεσμα.

Κι ύστερα, με την επιστροφή της επαράτου Δεξιάς στο Υπουργείο Πολιτισμού, έκανε τη μεγάλη της επιστροφή η αισθητική της Χούντας στην ζωή μας. Πρόσωπα της ασπρόμαυρης τηλεόρασης και του έγχρωμου Δαλιανίδη που εισέβαλαν στις θέσεις και τις επιτροπές, η λαϊκή εμπορική κουλτούρα του ’60 και του ’70 σε καίριες θέσεις μάχης για την κατάκτηση του 21ου αιώνα. Κι ενώ η βρύση που έσταζε τα πενιχρά ποσά των επιχορηγήσεων άρχισε να κλείνει, άρχισε ταυτόχρονα και η επίθεση προς τους «κρατικοδίαιτους». Οι καλλιτέχνες του θεάτρου, του χορού και του κινηματογράφου, λόγω ίσως των επιχορηγήσεων, ήταν οι πρώτοι στόχοι αυτής της εχθρότητας. Αλλά το βέβαιο είναι πως, προϊούσης της αποκρυστάλλωσης του νεολογισμού «κρατικοδίαιτος» και προϊούσης επίσης της οικονομικής κρίσης, η εχθρότητα αυτή γίνεται διαρκώς εντονότερη.

Εμείς οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ακόμα ως «αριστεροί» είμαστε, ας μη γελιόμαστε, μια ισχνή μειοψηφία: αριθμητικά, αλλά και ως διεκδικητικός πολιορκητικός κριός. Γιατί αυτοπεριοριστήκαμε στη διεκδίκηση «δεδουλευμένων», αφήνοντας τις πραγματικές διεκδικήσεις όχι απλώς σε δεύτερη μοίρα, αλλά στην πραγματικότητα αδιατύπωτες. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια πλειοψηφία που ενσωματώθηκε πλήρως, ή μάλλον (ας σκεφτούμε αυτή την ειρωνεία), αυτοπροτάθηκε ασμένως προς πάσαν προοπτική ενσωμάτωσης, αλλά αφέθηκε εκτεθειμένη και εκκρεμής από την πολιτική εξουσία. Το περσινό κείμενο «των 32», που προσέφερε απόλυτη ιδεολογική και αισθητική κάλυψη στο κόμμα του Μνημονίου, είναι εύγλωττο παράδειγμα αυτής της στάσης, όπως εξίσου εύγλωττες είναι οι ξεχασμένες δηλώσεις λατρείας προς το αλήστου μνήμης ΕΚΕΘΕΧ, την επίσης αλήστου μνήμης Ακαδημία Θεάτρου και άλλα ευαγή ιδρύματα. Κι εδώ υπάρχει στάδιο εξάσκησης λαμπρό, καθώς θα πρέπει απεγνωσμένα να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε (ασκώντας τη μέγιστη δυνατή διάκριση) μεταξύ της πραγματικής αξίας ενός εκάστου και της προθυμίας με την οποία, προ κρίσης και μεσούσης της κρίσης, διακηρύχθηκε η επιθυμία ενσωμάτωσης και συστράτευσης με συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις έναντι υλικών και άυλων ανταλλαγμάτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Όχι στην καταπίεση της λιτότητας

Standard


 του Ιγνάσιο Ραμονέ

«Η καλύτερη οχύρωση των δυνατών είναι η αδράνεια των λαών»

Μακιαβέλι

Paulo Zerbato,»the weight of oppression», [από τον ιστότοπο crossconnection.net]

Σαν να πνίγονται. Κάπως έτσι αισθάνονται σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι πολίτες που στραγγαλίζονται από τόσους πολλούς περιορισμούς και μειώσεις. Ένα συναίσθημα που εντείνεται από τη διαπίστωση ότι η πολιτική εναλλαγή στην εξουσία δεν αλλάζει τη «λύσσα για λιτότητα»[1] των κυβερνώντων.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η κοινωνία υπέφερε από τις υπέρμετρες δόσεις που επέβαλε ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Θαπατέρο, από τον Μάιο του 2010. Έτσι, κατά τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, ο Μαριάνο Ραχόι, υποψήφιος του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, υποσχέθηκε την «αλλαγή» και την «επιστροφή της ευτυχίας». Τίποτα λιγότερο. Ωστόσο, από την επομένη της εκλογής του κιόλας, με το τσεκούρι ανά χείρας, ξεκίνησε την πιο καταστροφική διάλυση των κοινωνικών κεκτημένων στην ιστορία της Ισπανίας.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε κι άλλα παραδείγματα, όπως αυτό της Πορτογαλίας. Στη χώρα αυτή, τον Ιούνιο του 2011, ο πρωθυπουργός Σόκρατες έχασε –όπως αναμενόταν– τις εκλογές, αφού πρώτα επέβαλε τέσσερα μη δημοφιλή προγράμματα «φορολογικής πειθαρχίας» και αφού υποτάχθηκε στο «σχέδιο σωτηρίας» της τρόικας. Παρ’ όλο που άσκησε δριμεία κριτική στα μέτρα προσαρμογής των σοσιαλιστών, ο νέος συντηρητικός πρωθυπουργός, Πέδρο Πάσος Κοέλιο, διαβεβαίωσε, αμέσως μετά την εκλογή του, ότι θα σεβόταν τις απαιτήσεις της Ε.Ε. και θα εφάρμοζε «μια ακόμα μεγαλύτερη δόση λιτότητας».[2]

Τι χρειάζονται, λοιπόν, οι εκλογές, αν στους σημαντικούς τομείς –τα οικονομικά και τα κοινωνικά θέματα– οι νέοι κυβερνώντες εφαρμόζουν την ίδια πολιτική με τους προκατόχους τους; Πώς να μην αμφισβητούμε τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας; Γιατί ο καθένας διαπιστώνει πως, στο πλαίσιο της Ε.Ε., δεν ασκείται έλεγχος από τους πολίτες σε μια σειρά αποφάσεων που καθορίζουν τη δική τους ζωή. Και ότι οι απαιτήσεις –που θεωρούνται ότι έχουν προτεραιότητα– και τις οποίες καθορίζουν οι αγορές, οι οίκοι αξιολόγησης και οι κερδοσκόποι, περιορίζουν σημαντικά τις βασικές αρχές της Δημοκρατίας.[3] Πολλοί κυβερνώντες (της Δεξιάς αλλά και της Αριστεράς) είναι πεπεισμένοι ότι οι αγορές έχουν πάντα δίκιο, όποιες και να είναι οι συνέπειες για τους πολίτες. Στα μάτια τους, οι αγορές είναι η λύση, η δημοκρατία είναι το πρόβλημα.

Όλο και περισσότεροι πιστεύουν ότι στην Ε.Ε. υπάρχει μια «κρυφή ατζέντα», που υπαγορεύεται από τις αγορές και η οποία έχει δύο συγκεκριμένους στόχους: 1) Να μειώσει στο μέγιστο την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών (σε δημοσιονομικά και φορολογικά θέματα) και 2) να διαλύσει ότι έχει απομείνει από το κράτος πρόνοιας (για να μεταφέρει στον ιδιωτικό τομέα την εκπαίδευση, την υγεία και τα ασφαλιστικά συστήματα). Απόδειξη της ύπαρξης μιας τέτοιας ατζέντας είναι οι πρόσφατες δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι, προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας: «Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο έχει τελειώσει και όποιος οπισθοχωρήσει σε θέματα κοινωνικού προϋπολογισμού, θα δεχθεί αμέσως την τιμωρία των αγορών… Όσο για το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα μείζον πολιτικό βήμα, γιατί χάρη σ’ αυτό, τα κράτη χάνουν ένα μέρος της κυριαρχίας τους»[4]. Δεν γίνεται να είναι κάποιος πιο ξεκάθαρος.

Στην πραγματικότητα, ζούμε σ’ ένα καθεστώς φωτισμένου δεσποτισμού. Με τον τρόπο που λειτουργεί, η δημοκρατία δεν καθορίζεται τόσο από την ψήφο ή τη δυνατότητα επιλογής, όσο από την υποχρεωτική υποταγή στους κανόνες και τις συνθήκες (Μάαστριχτ, Λισαβόνα, ΕΜΣ,  Σύμφωνο Σταθερότητας…) που υιοθετήθηκαν παλιότερα ή που βρίσκονται σε διαδικασία επικύρωσης, εν μέσω γενικευμένης αδιαφορίας. Τα κείμενα αυτά γίνονται πραγματικές «νομικές φυλακές», απ’ όπου η διαφυγή είναι σχεδόν αδύνατη.

Τι νόημα έχει, λοιπόν, να ψηφίζουμε, αν είμαστε καταδικασμένοι να εκλέγουμε κυβερνήσεις των οποίων η αποστολή περιορίζεται στην εφαρμογή των προκαθορισμένων οδηγιών και των συνθηκών;[5] Συνέχεια ανάγνωσης

Το ρίσκο, η επίγνωση και το συλλογικό υποκείμενο της Αριστεράς

Standard

 


 

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Έργo του Μανέλι, 1914

Εδώ και λίγες εβδομάδες ακούγεται όλο και πιο συχνά  το επιχείρημα ότι  η έξοδος της χώρας από το ευρώ θα αποτραπεί διότι  κανείς δεν έχει συμφέρον να αρχίζει να ξηλώνει το πουλόβερ της νομισματικής ένωσης από την Ελλάδα. Το επιχείρημα είναι σωστό και σίγουρα σωστότερο από αυτό της «γερμανικής μπλόφας», το οποίο δέσποζε στον λόγο μείζονος τμήματος της Αριστεράς πριν την 6η Μαΐου, καθώς ήδη από την επαύριο των εκλογών φάνηκε ότι μάλλον δεν υπήρχε καμία μπλόφα. Η γερμανική Δεξιά έδειξε για τα καλά τα δόντια της, όπως εξάλλου το έχει κάνει, με πολύ πιο καταστροφικά αποτελέσματα, δις τον τελευταίο αιώνα, στην πιο ακραία μορφή της. Η νέα γραμμή άμυνας είναι πλέον η διαπίστωση, που εξάλλου συμμερίζεται μείζον τμήμα των νεοκλασικών οικονομολόγων και των πολιτικών στελεχών που πλαισίωσαν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης, πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς που θα προκαλέσει τυχόν έξοδος της χώρας από το ενιαίο νόμισμα. Με βάση αυτή την παραδοχή συνάγεται πως η Ευρώπη δεν μπορεί προφανώς να πράξει ενάντια στο ίδιο το ρεαλιστικά υπαγορευμένο συμφέρον της και δεν θα τολμήσει να ωθήσει τη χώρα μας στην έξοδο.

Είναι όμως σωστή η επίκληση του «συμφέροντος των εταίρων» ως βάση του επιχειρήματος περί εξασφάλισης της μη εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη; Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν προβλήματα. Όχι επειδή τέτοιο συμφέρον δεν υπάρχει, αλλά επειδή η ύπαρξή του δεν σημαίνει  και ότι η Ευρώπη θα το εγγυηθεί – άλλωστε πολλές φορές στο παρελθόν  δεν έχει εξασφαλίσει το κοινό της συμφέρον. O αδύναμος κρίκος της «θεωρίας της μόλυνσης» (contamination) έγκειται στην παραδοχή ότι η Ευρώπη θα δράσει, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το συμφέρον της ως ένας ορθολογικός παίκτης στη θεωρία των παιγνίων. Συνέχεια ανάγνωσης

«Στην Αθήνα κρίνεται το μέλλον της δημοκρατίας και της Ευρώπης»

Standard


 

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του Α. Γιαβλένσκι, 1911

«Tα αποτελέσματα της 6ης Μαΐου δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για τη μαζική απόρριψη της πολιτικής που επιβάλλει η τρόικα. Και μπροστά στην προοπτική μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 17ης Ιουνίου έχει ξεκινήσει μια καμπάνια παραπληροφόρησης και εκφοβισμού τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην Ευρώπη. Αποβλέπει στον αποκλεισμό του ΣΥΡΙΖΑ από τον κύκλο των αξιόπιστων συνομιλητών. Τα πάντα επιτρέπονται προκειμένου να απονομιμοποιηθεί, ξεκινώντας από την ταμπέλα του “εξτρεμιστή” και από τον παραλληλισμό του με τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Όλα του κόσμου τα κακά έχουν καταλογιστεί στον ΣΥΡΙΖΑ: δόλια εξαπάτηση και διγλωσσία, ανευθυνότητα και παιδαριώδης διεκδικητισμός. Αν πιστέψουμε αυτή την εμπαθή προπαγάνδα, που παίρνει τη σκυτάλη από τον ρατσιστικό στιγματισμό του ελληνικού λαού, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει σε κίνδυνο τις ελευθερίες, την παγκόσμια οικονομία και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. [..]. Κραδαίνοντας την απειλή μιας αποβολής από την ευρωζώνη και τους γνωστούς οικονομικούς εκβιασμούς, επιχειρούν να χειραγωγήσουν τη λαϊκή ψήφο. Πρόκειται για μια όψη της “στρατηγικής του σοκ”, με την οποία οι κυρίαρχες ομάδες προσπαθούν να υφαρπάξουν την ψήφο του ελληνικού λαού, με βάση τα συμφέροντά τους, που διατείνονται ότι συμπίπτουν με τα δικά μας». Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αριστερά μπροστά στην κυβέρνηση της Αριστεράς

Standard


 

του Κώστα Αθανασίου

Roger de La Fresnaye, “Η ατέλειωτη μεταφορά των κανονιών”, 1911

Ξαφνικά, στην Ελλάδα του 2012, χιλιάδες άνθρωποι νιώθουν πως όλα είναι δυνατά, πως όλα μπορούν να γίνουν. Πως η καταστροφή που έζησε ο κόσμος της εργασίας τα τελευταία χρόνια μπορεί να ανατραπεί· πως ίσως ήρθε η ώρα να πληρώσουν την κρίση αυτοί που τη δημιούργησαν.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, καθώς φαίνεται να τον σπρώχνει το κύμα της ελπίδας ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων, μιας και για πρώτη φορά έχει σπάσει το «δίπολο της μοιρολατρίας»: ή ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ. Βέβαια, η συγκεκριμένη πολιτική στιγμή φωτογραφίζει ένα συγκεκριμένο σημείο ισορροπίας της ταξικής πάλης. Η δυναμική της μπορεί να μάς γεμίζει τώρα ελπίδα, αλλά ας μην ξεχνάμε πως η ταξική πάλη δεν είναι μονόδρομος, πως δεν υπάρχουν σιδερένιες νομοτέλειες που οδηγούν ευθύγραμμα σε ένα φωτεινό κομμουνιστικό μέλλον. Πως η ταξική πάλη έχει τα βήματα μπρος και τα βήματα πίσω.

Τι εννοούμε ωστόσο λέγοντας «κυβέρνηση της Αριστεράς»; Σίγουρα υπάρχουν κάποια συγκυριακά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας κυβέρνησης, υπάρχουν όμως και ορισμένα γενικότερα («ταυτοτικά», θα λέγαμε) στοιχεία, τα οποία οφείλει πάντα να έχει μια κυβέρνηση για να είναι κυβέρνηση της Αριστεράς. Θα αναφέρω πέντε τέτοια ταυτοτικά στοιχεία, ίσως τα βασικότερα.

1. Το ταξικό πρόσημο. Μέσα σε μια τέτοια γενικευμένη κρίση, η κυβέρνηση της Αριστεράς θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια σύνθετη συνθήκη, με πολλές όψεις: τα αυξημένα προβλήματα της κοινωνίας, μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο· μια, πρωτοφανή ίσως, επίθεση από όλα τα κέντρα εξουσίας (πολιτικό σύστημα, ΜΜΕ, τράπεζες και κεφάλαιο, διεθνείς οργανισμοί)· μια διαλυμένη οικονομία· μια αυταρχική «δημοκρατία» έκτακτης ανάγκης, όπου το κράτος δεν διαμεσολαβεί την κοινωνική σύγκρουση αλλά τοποθετείται ανοιχτά με ταξικό τρόπο, ως ψηφίδα του «μετώπου του κεφαλαίου»· τις αυξημένες ελπίδες της κοινωνίας, ακόμα και την ανυπομονησία της.

Ο δρόμος, λοιπόν, που θα έχει να περπατήσει η κυβέρνηση της Αριστεράς θα είναι δύσκολος. Θα πρέπει να βρει ισορροπίες ανάμεσα στο προγραμματικό/οραματικό της πρόταγμα και στα άμεσα, «ρεαλιστικά» (κακόφημος ο όρος…), μέτρα. Να κάνει ιεραρχήσεις άμεσων μέτρων και μεσοπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων στόχων. Να βρει αυτό που ο Σ. Ζίζεκ αποκαλεί «συνδυασμό μιας πολιτικής με αρχές με τον ανελέητο πραγματισμό». Στα άμεσα μέτρα, πρέπει να συμπυκνώνονται τα πιο βασικά βήματα ανόρθωσης της κοινωνίας, μαζί με βήματα αποκατάστασης της δημοκρατίας. Και ας μην ξεχνάμε ότι, στη δεδομένη συγκυρία, ακόμα και ελάχιστα «μεταρρυθμιστικά»-διορθωτικά μέτρα μπορούν να θεωρηθούν «επαναστατική κατρακύλα». Συνέχεια ανάγνωσης

Τι κρίνεται στις εκλογές της άλλης Κυριακής;

Standard


 

του Αντώνη Λιάκου

“Το πάρτυ τέλειωσε (ή η νύχτα ήταν πάλι κάπου αλλού). Έλληνες προ εκλογών”. Έργο του Βασίλη Νικολαΐδη για τη μικρή συναυλία του και το πάρτυ των ΑΣΚΙ αύριο Δευτέρα

Αν οι  εκλογές μιας μικρής χώρας παρουσιάζουν τεράστιο  διεθνές ενδιαφέρον, αυτό δεν οφείλεται μόνο στις ενδεχόμενες επιπτώσεις τους στην ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομισματική σταθερότητα, αλλά και στο γεγονός ότι κρίνονται ζητήματα που αφορούν τους τρόπους συγκρότησης των πολιτικών κοινωνιών. Γι’ αυτό  άλλωστε πολλοί γνωστοί στοχαστές, στην Ευρώπη και στην Αμερική, σχολιάζουν ή παίρνουν, άλλος με περισσότερο, άλλος με λιγότερο κατηγορηματικό τρόπο, θέση απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, αλλά όλοι το θεωρούν ως κρίσιμο ευρωπαϊκό ζήτημα· όχι ως δίλημμα εντός ή εκτός Ευρώπης, όπως συμβαίνει στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Πρόκειται για ένα νέο ζήτημα στην πολιτική πρακτική και θεωρία.  Αφορά την τύχη της οφειλέτριας δημοκρατίας. Η πολιτική φιλοσοφία αναφέρεται στις πολιτείες που είναι αυτόνομες και αυτάρκεις. Τι συμβαίνει όμως με μια πολιτεία η οποία δεν είναι αυτάρκης και στην οποία η δανειακή σύμβαση αποπληρωμής των χρεών της καθορίζει και την εσωτερική (οικονομική και κοινωνική) πολιτική της; Η συνθήκη λ.χ. ότι το Μνημόνιο και η συνοδευτική του νομοθεσία ορίζει τον κύκλο εντός του οποίου μόνο μπορούν να ψηφίσουν οι Έλληνες, είναι διαφορετική από εκείνη, σύμφωνα με την οποία μια ηττημένη χώρα θα πρέπει να πολιτεύεται εντός των ορίων που της επιβάλλει μια ταπεινωτική συνθήκη μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο;  Αλλά αυτό το ζήτημα  αποκτά  ανανεωμένο και γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς η μια χώρα μετά την άλλη βρίσκονται σε κατάσταση οφειλέτριας δημοκρατίας.    Ποτέ δεν είχε τεθεί ιστορικά με σαφέστερο τρόπο το ζήτημα τούτο από τις εκλογές αυτές. Επομένως, η «μάχη της Ελλάδας» στις 17 Ιουνίου, αφορά την υπεράσπιση της   αρχής ότι μια δημοκρατία μπορεί να κάνει θεμελιακές επιλογές και ότι αυτός είναι ο όρος ύπαρξής της. Αφορά δηλαδή ζητήματα αρχών πολιτικής συγκρότησης και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, αλλά και μιας νέας διευθέτησης ανάμεσα στη σφαίρα της οικονομίας και τη σφαίρα της πολιτικής. Δεν είναι απλές οι απαντήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αριστερά, η ψυχή και το χρέος της

Standard


 

του Κώστα Β. Μάρκου

 

Eίναι αυτονόητο ότι η Iστορία δεν τέλειωσε, και δεν τελειώνει ποτέ. Τα αέναα μέτωπα αποκτούν διαχρονικά διαφορετικούς χαρακτήρες και οι εντάσεις των κοινωνικών τριβών ποικίλλουν, χωρίς να χάνουν ποτέ κάποια κλασικά χαρακτηριστικά της τελικής μορφής τους. Τέτοια είναι η ιδεολογική μάχη, η οικονομική σύγκρουση, η πολιτική αντιπαράθεση, η κοινωνική αντιπαλότητα, η εκλογική διαδικασία, καμιά φορά ακόμα και η ένοπλη σύγκρουση. Η Ιστορία βρίθει από τέτοια παραδείγματα.

Το τελικό αποτέλεσμα μιας πολιτικής μάχης χαρακτηρίζεται κυρίως από την κατάληξή της, ανεξάρτητα με τα χαρακτηριστικά και την ένταση που είχε. Οι προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος είναι πολλές και συμπυκνώνονται σε αυτό που αποκαλούμε επιγραμματικά υποκειμενικό και αντικειμενικό παράγοντα. Ένας από τους σημαντικότερους, αν όχι ο σημαντικότερος αντικειμενικός παράγοντας είναι η ιδεολογική και ηθική επικράτηση στο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης. Συνήθως προηγείται της τελικής πολιτικής σύγκρουσης και συμβάλλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της νέας πραγματικότητας. Άλλωστε, αυτό διακρίνει τη χαοτική και άναρχη αγανάκτηση από την κοινωνικά ώριμη εξέγερση ή ακόμα και την απλή αλλαγή. Τυπικό παράδειγμα, ο Διαφωτισμός πριν από τη Γαλλική κοινωνική επανάσταση, αλλά και ο ελληνικός Διαφωτισμός πριν από την Ελληνική εθνικο-κοινωνική επανάσταση. Τα δεδομένα αυτά είναι χρήσιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων στις μέρες μας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο παραδειγματικός χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης

Standard


 

Οι ιστορικές ιδιαιτερότητες και η πολιτική της σημασία σήμερα


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά


Από την πρώτη κιόλας μέρα, ένα φάντασμα στοιχειώνει τους Έλληνες: το φάντασμα της ιστορικής τους μοναδικότητας. Η βαριά καταγωγική σφραγίδα τούς αντιδιέστειλε προς τη «βάρβαρη» μουσουλμανική Ανατολή και η ένδοξη ελληνική γλώσσα τούς ξεχώριζε από τους κατά τεκμήριον άξεστους σλαβόφωνους γείτονές της. Την ίδια στιγμή όμως, το υπανάπτυκτο και φτωχό λίκνο του πολιτισμού δεν μπορούσε παρά να παραμένει ριζικά «άλλο» σε σχέση με τον ανεπτυγμένο κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Οι συνέπειες υπήρξαν μακροπρόθεσμα καταλυτικές. Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά και πολιτικά διλήμματα δεν υπήρξαν τόσο εγγενή και έμμονα. Ακόμα και σήμερα, το ερώτημα «πού ανήκουμε» εξακολουθεί να ταλανίζει το συλλογικό συνειδητό. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα τα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός επείσακτου, διαμεσολαβημένου και κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού οριενταλισμού, οι «ανάδελφοι» Έλληνες δεν έπαψαν σε καμιά στιγμή να κοιτάζονται στον παραμορφωτικό καθρέφτη της φυσιολογικής τους μοναδικότητας. Ίσως, άλλωστε, αυτή να είναι η κοινή μοίρα των λεγόμενων «περιούσιων» λαών. Ενδοσκοπώντας ακατάπαυστα και ψυχαναγκαστικά γύρω από τους ιδρυτικούς τους μύθους, τείνουν να παραβλέψουν ότι, όπως έλεγε ο Καρλ Μαρξ σε σχέση με τους Εβραίους, επιζούν και υπάρχουν όχι εις πείσμα, αλλά λόγω της Ιστορίας, προφανώς δε και της πανουργίας της.

Η γιορτή του κρασιού, έργο ανωνύμου, 17ος αιώνας

Θα χρειαστούν πάνω από εκατό χρόνια και μια ανεπανόρθωτη καταστροφή για να μπορέσουν οι Έλληνες να αποδεχτούν ότι, από ορισμένες έστω απόψεις, είναι ένας λαός σαν όλους τους άλλους, να συνομιλήσουν με τους γείτονές τους σε συμβολικά ισότιμη βάση και να αρχίσουν να προβληματίζονται για τις ιδεολογικές προεκτάσεις της έμμονης ιδιαιτερότητάς τους. Όμως, η ιστορία είχε άλλη γνώμη. Ο ρους του Δεύτερου Πολέμου και του Εμφυλίου οδήγησαν τη χώρα σε μια νέα «ιδιαιτερότητα», αντικειμενική αυτή τη φορά. Ακόμα μια φορά, η μοίρα των λαών που μας περιέβαλλαν δεν εμφανίζονταν ευθέως συγκρίσιμη με εκείνη των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η κατεστραμμένη Ελλάδα που αναδύθηκε από τα ερείπια ήταν η πιο φτωχή χώρα του ελεύθερου κόσμου και, ταυτόχρονα, η μόνη καπιταλιστική χώρα των Βαλκανίων, προδίκαζε και πάλι μια εντελώς ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη.

Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι της βαθμιαίας κοινωνικής «εξομάλυνσης» και «ανασυγκρότησης» ήταν ίσως προδιαγεγραμμένοι. Κατ’ ανάγκην αλλά και κατ’ επιταγήν, το κύριο μέλημα του εύθραυστου κοινωνικού καθεστώτος εντοπιζόταν στην διατήρηση της συμμετοχής του στον «ελεύθερο κόσμο». Για να εξαργυρώσει τη μη μετατροπή της σε «λαϊκή δημοκρατία», η Ελλάδα υποτάθηκε άνευ όρων στις πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες μιας «διαρκούς» ανώμαλης συγκυρίας που, με τη μία ή την άλλη μορφή, διήρκεσε όσο και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η υπόθεση που θα επιχειρήσω να αναπτύξω είναι ότι οι αποκλίσεις και τα αδιέξοδα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας συναρτώνται με τις υπόγειες και αργόσυρτες κοινωνικές διαδικασίες που εγκαινιάστηκαν στη μετεμφυλιακή περίοδο. Η «ιδιαίτερη» Ελλάδα θα αντιμετωπίσει μιαν «ιδιαίτερη» κρίση.

Είναι βέβαια σαφές ότι η κρίση αυτή ενέσκηψε στη βάση ευρύτερων συστημικών εξελίξεων, που ξεπερνάν κατά πολύ την ίδια τη χώρα. Θα επικεντρωθώ όμως αποκλειστικά σε μερικές από τις ενδογενείς κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες της κρίσης στην Ελλάδα. Μιας κρίσης που, όπως έλεγε ο Τολστόι για τη δυστυχία, δεν μπορεί παρά να πλήττει κάθε οικογένεια και κάθε κοινωνία με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε πως οι δομικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες μιας χώρας αναδεικνύονται πολύ πιο έντονα σε περιόδους όπου όλα τίθενται σε αμφισβήτηση.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μου επιτρέψετε να «κοινωνιολογήσω», επιμένοντας στην ιδιαίτερη σημασία της εξέλιξης του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας και της ιστορικής αποκρυστάλλωσης των ατομικών επιβιωτικών στρατηγικών. Πράγματι, οι τρόποι με τους οποίους οι κάτοικοι μιας χώρας ζουν, σκέφτονται και σχεδιάζουν την επιβίωσή τους και το μέλλον τους συνιστούν αναγκαίο στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορικής τους εξέλιξης. Πολλές από τις «αποκλίσεις» σε σχέση με όσα συμβαίνουν «αλλού» γίνονται ορατές μόνον από τη στιγμή που οι τρόποι αυτοί δεν εμφανίζονται πια ως «αυτονόητοι». Συνέχεια ανάγνωσης

Ο χρόνος και η στιγμή

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Πωλ Ντελβώ, “Γυμνές αγκαλιασμένες γυναίκες”, 1935-40

Αν και βαφτισμένη «κόμμα της κίνησης» από τον 19ο αιώνα, η Αριστερά πήγαινε συχνά πιο αργά από τους αντιπάλους της. Και όχι μόνο από το αεικίνητο και εύστροφο Κεφάλαιο.

Η Αριστερά μιλούσε για την Ιστορία και το νόημά της, χάνοντας συχνά τις μικρότερες κλίμακες ή σκοντάφτοντας στις αδιόρθωτες λεπτομέρειες. Η έφεσή της να θεάται τις μεγάλες δομές πίσω από το θέατρο των γεγονότων υπήρξε συγχρόνως δύναμη και αδυναμία της: μπορούσε να αναλύει καλύτερα από άλλους τις γενικές τάσεις και τις έσχατες αιτίες μιας κατάστασης πραγμάτων αλλά αισθανόταν αμηχανία όταν αντιμετώπιζε την ιδιαίτερη περίσταση, την μοναδικότητα της συγκυρίας. Τα πήγαινε καλά με τις αναγκαιότητες αλλά τα χαλούσε όταν συναντούσε το τυχαίο, τα άτακτα ενδεχόμενα και τις περιπλοκές τους. Και εντός της υπήρχε πάντοτε ο φόβος του «οπορτουνισμού», φόβος που συχνά συγκάλυπτε την επιθυμία συντήρησης του κληροδοτήματος παρά την έγνοια για διαφύλαξη των αρχών και των πεποιθήσεων.

Ο σημερινός χρόνος της κρίσης, χρόνος της βίας και της σπουδής, των αλλόκοτων μεταμορφώσεων και των αιφνιδιασμών, θα μπορούσε να ενισχύσει την τάση απόδρασης της Αριστεράς από το συγκεκριμένο. Κάθε κατάσταση ασφυκτικής πίεσης ευνοεί άλλωστε την αγχώδη αναδίπλωση σε θέματα οικεία και στις γνώριμες συνήθειες. Και ο κοινωνικός βρασμός που ζούμε, σπέρνοντας παντού αμφιβολίες και μην αφήνοντας τίποτα άθικτο, θα μπορούσε να ενισχύσει το αντανακλαστικό της «σύσφιξης των γραμμών»: τη γνωστή δηλαδή τάση για αεροστεγή προφύλαξη με σκοπό την αποφυγή μελλοντικών κινδύνων. Μόνο που μια τέτοια τάση αφήνει πάντα την Αριστερά μόνη και έρημη με το είδωλό της. Την μετατρέπει σε αρχειακό έκθεμα ενώ ο καιρός της κρίσης εκθέτει στα αλήθεια την Αριστερά, όπως και όλους τους άλλους, στα μάτια και στην αυστηρή κρίση των πολλών. Συνέχεια ανάγνωσης