Αν το τραγούδι δεν αντηχεί μες στο σταθμό, τι να το κάνεις το εναλλασσόμενο ρεύμα;

Standard


Μικρή συμβολή στις μελλοντικές θέσεις της Αριστεράς για τον πολιτισμό

της Έλενας Πατρικίου

Αμεντέο Μοντιλιάνι, “Ξαπλωμένο γυμνό με το αριστερό χέρι στο μέτωπο” (λεπτομέρεια)

Το γενικό τοπίο. Ήδη τα λιπαρά χρόνια του εκσυγχρονισμού έδειξαν τα πρώτα σημάδια. Αθρόοι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν τότε τις κόκκινες γραμμές, για άλλες προσφορότερες. Ήταν ο πασοκικός εκσυγχρονισμός, που έδινε μια άλλη λάμψη (ελληνιστί: γκλαμουριά) σε πρεμιέρες και βιβλιοπαρουσιάσεις· ήταν τα λαμπρά λαμπρακικά μέγαρα με τις κοκκαλικές χορηγείες: ήταν μια σειρά υλικά και άυλα πλεονεκτήματα, φτηνά δωράκια των πολιτικών και οικονομικών εξουσιών προς τις αφοπλισμένες πνευματικές μικροεξουσίες. Ήταν μια σειρά δίκια και άδικα, που συγκεράστηκαν εντέλει σ’ ένα κατάφωρα άδικο αποτέλεσμα.

Κι ύστερα, με την επιστροφή της επαράτου Δεξιάς στο Υπουργείο Πολιτισμού, έκανε τη μεγάλη της επιστροφή η αισθητική της Χούντας στην ζωή μας. Πρόσωπα της ασπρόμαυρης τηλεόρασης και του έγχρωμου Δαλιανίδη που εισέβαλαν στις θέσεις και τις επιτροπές, η λαϊκή εμπορική κουλτούρα του ’60 και του ’70 σε καίριες θέσεις μάχης για την κατάκτηση του 21ου αιώνα. Κι ενώ η βρύση που έσταζε τα πενιχρά ποσά των επιχορηγήσεων άρχισε να κλείνει, άρχισε ταυτόχρονα και η επίθεση προς τους «κρατικοδίαιτους». Οι καλλιτέχνες του θεάτρου, του χορού και του κινηματογράφου, λόγω ίσως των επιχορηγήσεων, ήταν οι πρώτοι στόχοι αυτής της εχθρότητας. Αλλά το βέβαιο είναι πως, προϊούσης της αποκρυστάλλωσης του νεολογισμού «κρατικοδίαιτος» και προϊούσης επίσης της οικονομικής κρίσης, η εχθρότητα αυτή γίνεται διαρκώς εντονότερη.

Εμείς οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ακόμα ως «αριστεροί» είμαστε, ας μη γελιόμαστε, μια ισχνή μειοψηφία: αριθμητικά, αλλά και ως διεκδικητικός πολιορκητικός κριός. Γιατί αυτοπεριοριστήκαμε στη διεκδίκηση «δεδουλευμένων», αφήνοντας τις πραγματικές διεκδικήσεις όχι απλώς σε δεύτερη μοίρα, αλλά στην πραγματικότητα αδιατύπωτες. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια πλειοψηφία που ενσωματώθηκε πλήρως, ή μάλλον (ας σκεφτούμε αυτή την ειρωνεία), αυτοπροτάθηκε ασμένως προς πάσαν προοπτική ενσωμάτωσης, αλλά αφέθηκε εκτεθειμένη και εκκρεμής από την πολιτική εξουσία. Το περσινό κείμενο «των 32», που προσέφερε απόλυτη ιδεολογική και αισθητική κάλυψη στο κόμμα του Μνημονίου, είναι εύγλωττο παράδειγμα αυτής της στάσης, όπως εξίσου εύγλωττες είναι οι ξεχασμένες δηλώσεις λατρείας προς το αλήστου μνήμης ΕΚΕΘΕΧ, την επίσης αλήστου μνήμης Ακαδημία Θεάτρου και άλλα ευαγή ιδρύματα. Κι εδώ υπάρχει στάδιο εξάσκησης λαμπρό, καθώς θα πρέπει απεγνωσμένα να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε (ασκώντας τη μέγιστη δυνατή διάκριση) μεταξύ της πραγματικής αξίας ενός εκάστου και της προθυμίας με την οποία, προ κρίσης και μεσούσης της κρίσης, διακηρύχθηκε η επιθυμία ενσωμάτωσης και συστράτευσης με συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις έναντι υλικών και άυλων ανταλλαγμάτων.Το αριστερό τοπίο. H Aριστερά κουβαλάει τα πανάρχαια προβλήματά της στην σχέση της με τις τέχνες και τη σκέψη. Καταρχάς, την ατράνταχτη πεποίθηση πως βρίσκεται σε προνομιακή σχέση με την τέχνη και την κουλτούρα, πως η τέχνη και η κουλτούρα είναι αριστερές εξ ορισμού, πως η Αριστερά είναι το κατεξοχήν εκκολαπτήριο των τεχνών και της κουλτούρας, πως τα αιτήματα και τα προβλήματά τους είναι αυστηρώς «υλικοτεχνικά», προβλήματα υποδομής και προς συνδικαλιστική αξιοποίηση. Δεύτερον, εξαιτίας του τραυματικού της παρελθόντος ως Λογοκριτού, η Αριστερά, η δική μας τουλάχιστον, εγκατέλειψε εδώ και κάποιες δεκαετίες την ιεροεξεταστική της σχέση με την τέχνη και τη σκέψη. Μαζί όμως εγκατέλειψε και την υποχρέωση της κριτικής. Το αποτέλεσμα είναι ότι έπαψε να σκέφτεται όχι μόνον τι είναι αριστερό στην τέχνη και στη σκέψη, αλλά και τι είναι αριστερό στον τρόπο με τον οποίο διαμεσολαβείται η τέχνη και η σκέψη. Μην μπορώντας να παίξει τον ρόλο του Μαικήνα, κατέληξε να μην μπορεί να παίξει ούτε καν τον ρόλο του ερμηνευτικού κριτικού.

Από την πλευρά μας, το ερώτημα που τίθεται (και αν δεν τίθεται από εμάς τους ίδιους, θα μας το θέσει η ζωή με πολύ πιο άγριο τρόπο) είναι το κάτωθι: Ακόμα κι αν, ως αριστεροί καλλιτέχνες, αποποιηθούμε το δικαίωμα και την υποχρέωση στην κριτική και την ερμηνεία του καλλιτεχνικού ή του διανοητικού γεγονότος, ακόμα κι αν αποποιηθούμε κάθε ανάληψη στάσης απέναντι στα καλλιτεχνικά ρεύματα και τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα, είναι δυνατόν να αποποιηθούμε την υποχρέωση να έχουμε μια κριτική και ερμηνευτική στάση απέναντι στο κοινό και τους τρόπους επαφής του με το έργο; Εάν παραιτηθούμε από αυτή την κριτική (και τελικά αξιολογική) υποχρέωση, είναι προφανές πως δεν μπορούμε, ούτε ατομικά ούτε συλλογικά, να έχουμε οποιαδήποτε άλλη διεκδίκηση πλην της αυστηρώς συντεχνιακής, και της ακόμα αυστηρότερα οικονομικίστικης. Πώς είναι δυνατόν να κρίνουμε τους θεσμικούς κριτές (επιτροπές επιχορηγήσεων, διευθύνσεις υπουργείων, διευθυντές ιδρυμάτων, κρατικών ή μη, διευθυντές φεστιβαλικών διοργανώσεων κ.ο.κ.), πώς είναι δυνατόν να κρίνουμε τις επιλογές, τις αποφάσεις, τις αξιολογήσεις και τις απονομές οικονομικών απολαβών προς τους ομοτέχνους μας ή εμάς τους ίδιους, εάν δεν έχουμε οι ίδιοι κριτήρια; Πώς μπορούμε να διεκδικούμε «αξιοκρατία» (εάν η λέξη έχει οποιοδήποτε νόημα στον πολιτισμό και την κατανομή των οικονομικών πόρων που διατίθενται γι’ αυτόν), αν δεν μπορούμε να θέσουμε οι ίδιοι ουσιαστικά και διανοητικώς επεξεργασμένα κριτήρια για το καλλιτεχνικό έργο; Και πώς είναι δυνατόν να κρίνουμε το έργο της εξουσίας, όταν οι ίδιοι αρνούμαστε να έχουμε μία κριτική ερμηνεία της ίδιας της σχέσης μας με το κοινό;

Το τοπίο του μέλλοντος. Ας θυμηθούμε κι ας θυμίσουμε επιτέλους το εξής αριστερό αυτονόητο: ο πολιτισμός είναι πηγή πλούτου. Όχι για τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους, τους άμεσους παραγωγούς των έργων του πολιτισμού, όχι μεταφορικού πλούτου, πνευματικού, αισθητικού και ψυχικού, αλλά πηγή πραγματικού, κυριολεκτικού και χειροπιαστού πλούτου για το σύνολο της κοινωνίας.

Μέχρι σήμερα, ως χώρα διαχειριστήκαμε κατά τρόπο καταστροφικό τις ευκαιρίες για μια υγιή και πλουτοπαραγωγική αξιοποίηση του πολιτιστικού μας δυναμικού. Η «Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» δεν ήταν παρά ένας σωρός ατάκτως εριμμένων εκδηλώσεων· η «Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα» μια μεγαλομανής κατασπατάληση και κατάχρηση χρημάτων, ενώ η επανάληψη του δράματος στην Πάτρα παίχτηκε, πολύ λογικά, ως επαρχιακή φάρσα. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, μετά το φωτεινό διάλειμμα της διεύθυνσης Δημόπουλου, παραμένει αυτό που ήταν, μια επαρχιακή (για τα διεθνή δεδομένα) εκδήλωση· το Φεστιβάλ Λούκου δεν καταφέρνει να γεμίσει με κάποια ηρωδιακή γκλαμουριά τον καλοκαιρινό αττικό και αργολικό ουρανό· τα ΔΗΠΕΘΕ αργοπεθαίνουν, όχι μόνο γιατί λόγω καλλικρατικής κρίσης δεν υπάρχουν λεφτά, αλλά γιατί παρέμειναν δέσμια της τοπικής έλλειψης ουσιαστικής επιθυμίας για καλλιτεχνική παραγωγή. Πουθενά δεν κατάφερε ο πολιτισμός και η τέχνη να αποδείξουν αυτό που αλλού είναι αυτονόητο, ότι ο πολιτισμός παράγει πλούτο.

Στη Γαλλία της παράδοσης του Λουδοβίκου του ΧΙV και του Ντε Γκωλ, ο πολιτισμός καταφέρνει να δώσει ζωή σε νεκρές οικονομικά και πληθυσμιακά πόλεις της περιφέρειας. Το 2004, η «Λιλ Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με 2.000 εκδηλώσεις και 7 εκατομμύρια επισκέπτες, κατάφερνε να βγει από τον οικονομικό μαρασμό και την ανεργία. Η       ίδια ανάκαμψη συνέβη στη Βαλανσιέν το 2007. Η Μπετύν των 25.000 κατοίκων, με ποσοστό ανεργίας πάνω από 15%, ανακάμπτει πέρσι ως «Επαρχιακή Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Γαλλίας», με έναν ταπεινό προϋπολογισμό των 6.000.000 ευρώ. Το Λενς, με αντίστοιχη ανεργία, αναστρέφει ήδη τους καταστροφικούς του δείκτες χάρη στο Παράρτημα του Μουσείου του Λούβρου. Το Μετς αναπτύσσεται χάρη στο Παράρτημα του Μουσείου Πομπιντού. Το ερειπωμένο Σαιντ Ετιέν ελπίζει να ξαναζήσει χάρη στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και την Μπιενάλε του Συγχρονου Ντιζάιν.

Είμαστε υποχρεωμένοι να μελετήσουμε στα σοβαρά αυτά τα παραδείγματα. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναστοχαστούμε την κοινωνική διάσταση του πολιτισμού και των τεχνών μας. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιτεθούμε στις νεοφιλελεύθερες και μεταμοντέρνες απόψεις περί κρατικοδίαιτων καλλιτεχνών και διανοουμένων. Είμαστε υποχρεωμένοι να επεξεργαστούμε την αντίληψη ενός πολιτισμού που όχι μόνο δεν είναι «έξοδο πολυτελείας», όχι μόνο δεν είναι καταδικασμένος να γίνει ανταγωνιστικός αν θέλει να επιβιώσει, αλλά αντιθέτως είναι πηγή βιώσιμης ανάπτυξης και χειροπιαστού πλούτου για το σύνολο της κοινωνίας.

Αλλά αυτό θα μπορέσουμε, όχι να το πραγματοποιήσουμε, απλώς να το επιθυμήσουμε κι ίσως, αν είμαστε ικανοί, να το ακραγγίξουμε ως διαρκώς διαφεύγον αντικείμενο πόθου, μόνο αν ξεκαθαρίσουμε ότι οι απαιτήσεις μας, οι διεκδικήσεις μας, το «πρόγραμμα του μέλλοντός μας», αφορά τη σχέση μας με το κοινό, δηλαδή την κοινωνία. Αν ξεκαθαρίσουμε ότι αυτό που έχουμε υποχρέωση να κάνουμε είναι να εξαναγκάσουμε τις εξουσίες (κρατικές, δημόσιες, δεξιές, αριστερές) να διευκολύνουν τη σχέση του κοινού, δηλαδή της κοινωνίας, με τον πολιτισμό, κι όχι τη σχέση των διανοουμένων και των καλλιτεχνών με τη συντεχνιακή τους αυταρέσκεια και την συνδικαλιστική τους απελπισία. Αν ξεκαθαρίσουμε πως είναι, για μας, απόλυτης, άμεσης και ζωτικής σημασίας υπόθεση η απελπισία του Μαγιακόφσκι, πως είναι για μας ύψιστης πολιτικής σημασίας υπόθεση «το τραγούδι να αντηχεί μες στον ηλεκτρικό σταθμό» — γιατί, σε αλλιώς «τι να το κάνεις το εναλλασσόμενο ρεύμα;».

Η Έλενα Πατρικίου είναι σκηνοθέτης και ιστορικός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s