Γράμμα σ’ αυτούς που δεν πρόκειται να το διαβάσουν

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

Πάουλ Φλόρα, «Μισθοφόροι», 1962

Γράφω σε σας που χτες και σήμερα ηγηθήκατε των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν αυτή τη χώρα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο, έπεφτε η Δικτατορία. Κι από τότε μεγάλωσαν κοντά δύο γενιές. Θα ήθελα να σας θυμίσω ποιοι είσαστε· να σας θυμίσω γιατί αυτή η κοινωνία θα πήγαινε στο γκρεμό, δίχως να έχει ανάγκη καμία κρίση· να σας θυμίσω γιατί τα αφεντικά του κόσμου διάλεξαν ετούτη τη χώρα για να ξεκινήσουν την κινεζοποίηση της Ευρώπης.·

Αυταπάτες δεν έχω: ξέρω ότι δεν έχετε ούτε τον τρόπο ούτε τη διάθεση να διαβάσετε αυτά που σας γράφει ένας «ανώνυμος». Αλλά, για μας τους ανώνυμους, για μας που νιώσαμε την ασφυξία, τη ντροπή και τον εξευτελισμό κάτω από την πελατειακή εξουσία σας, ο λόγος είναι απελευθέρωση, ο λόγος είναι η ίδια η ελευθερία.

Σας θυμάμαι, λοιπόν, κι ας αλλάζετε πρόσωπα. Σας θυμάμαι να καταστρέφετε, δεκαετίες τώρα, αυτή την κοινωνία, θεωρώντας ότι δεν έχετε να λογοδοτήσετε σε κανέναν. Εσείς και οι σύμβουλοί σας, μας λέτε τώρα για το «τέλος της μεταπολίτευσης». Ακούστε: η Μεταπολίτευση δεν ταυτίζεται με σας ούτε με το όργιο υποκρισίας και διαφθοράς στο οποίο τυλίξατε μία ολόκληρη κοινωνία. Η Μεταπολίτευση ήταν, αν θέλετε, όλα αυτά, αλλά υπήρξε και κάτι άλλο: υπήρξε η δίψα μιας κοινωνίας για ελευθερία και αξιοπρέπεια, που την ποδηγετήσατε για να τη φέρετε στην απόλυτη στρέβλωση. Εσείς, εσείς που κόπτεστε τώρα για το «καλό της χώρας», εσείς που βάζετε τώρα «το εθνικό πάνω από το κομματικό συμφέρον», εσείς δεν είσαστε οι αρχιτέκτονες του πελατειακού κράτους, εσείς δεν είσαστε που κυβερνήσατε, κλείνοντας το μάτι σε μας τους «μικρούς», επιτρέποντάς μας μερίδιο στη διαφθορά, τόσο, ώστε εσείς και τα μεγάλα συμφέροντα να κυβερνάτε ανενόχλητα; Εσείς δεν είσαστε εκείνοι που μάθατε την κοινωνία να μην σέβεται κανένα θεσμό, που μάθατε εμάς τους «μικρούς» να ψάχνουμε το «παραθυράκι» για να επιβιώσουμε; Εσείς δεν είσαστε εκείνοι που φτιάξατε ένα κράτος-λερναία ύδρα, που δεν αξίζει ούτε να το σέβεται ούτε να το υπολογίζει κανείς; Εσείς δεν είσαστε ή κάνω λάθος; Εσείς, οι πατεράδες σας και οι πολιτικοί σας μέντορες, εσείς δεν είσαστε εκείνοι που μας λέγατε για τα «περήφανα γηρατειά», για το «ανήκομεν εις την Δύσιν», για τη «μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια», για την «Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες», για την «ισχυρή Ελλάδα», για την Ελλάδα στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης»; Εσείς δεν είσαστε που οδηγήσατε σε πλήρη αποβιομηχάνιση ετούτο τον τόπο; Εσείς δεν είσαστε που κάνατε έναν ολόκληρο αγροτικό κόσμο να ζει με τις επιδοτήσεις, καταστρέφοντας από τα θεμέλια την αγροτική οικονομία;

Ξέρω ότι δεν πρόκειται να διαβάσετε αυτά που σας γράφω. Ξέρω ότι θυμάστε την ελληνική «περιφέρεια» κάθε φορά που οι εκλογές σάς αναγκάζουν να θυμηθείτε την «εκτός των τειχών» Ελλάδα. Τώρα όμως που πλησιάζει Αύγουστος, αν μέχρι τότε ετούτη η λοκομοτίβα που της κόψατε τα φρένα δεν έχει πάει στο διάολο, τώρα που πλησιάζει Αύγουστος, κάνετε μια βόλτα στο νησί μου και κοιτάξτε πόσα αλώνια θα μείνουνε ορφανά, πόσες σταφίδες δεν θα τρυγηθούνε, πόσες οικογένειες θα μείνουνε να κοιτάνε τον «καρπό» που θα απομένει άτρυγος, γιατί δεν αξίζει να τρυγηθεί. Ξέρω ότι για σας η ιστορία είναι πολυτέλεια, ότι είσαστε αδιάφοροι και εχθροί της μνήμης. Αλλά θα σας πω ότι εκείνο το νησί παράγει λάδι εδώ και χιλιάδες χρόνια και σταφίδα εδώ και πεντακόσια μετρημένα χρόνια. Δεν σας ενδιαφέρει, αλλά ακούστε: η παραγωγή και η οικονομία είναι το υφάδι πάνω στο οποίο στηρίζεται και πλέκεται όχι μόνο το ψωμί, αλλά και ο νους και η ψυχή της κοινωνίας. Αυτό το πλέγμα της παραγωγής, αυτή τη συνέχεια που γεννάει μνήμη και ζωή, διαδοχή κόσμων και εικόνων, εσείς το καταστρέψατε. Εσείς μάθατε τον κόσμο στο ψέμα και στη διαφθορά, εσείς δημιουργήσατε το κενό: την αεργία. Εσείς, μόνοι εσείς, μέσα στο πλαίσιο της «ευρωπαϊκής οικογένειας», συμπεριφερθήκατε στη χώρα σας σαν εχθροί. Πέστε, λοιπόν, τη δικαιολογία σας στους χιλιάδες παραγωγούς που χρόνια τώρα τους έχετε εγκαταλείψει στο έλεος των επιδοτήσεων και του άναρχου τουρισμού, να παράγουν προϊόντα που κανείς δεν τα θέλει. Πέστε τους γιατί τους αφήσατε αβοήθητους να καλλιεργούνε προϊόντα που θα τα πετάξουν, καταφεύγοντας στον τζόγο των επιδοτήσεων και στο ψέμα. Μπορεί στα υψηλά σας πανεπιστήμια να μη χρειάστηκε να σας το μάθουν, αλλά υπάρχει μία αλήθεια: το μεροκάματο του ανθρώπου, η δυνατότητά του να ζήσει μία ζωή κατ’ ελάχιστον ανθρώπινη, αυτό είναι η αρχή της αξιοπρέπειας, είναι το πρώτο βήμα προς την ελευθερία, είναι το πρώτο αντίδοτο στον εξανδραποδισμό. Αλλά, εσείς, εσείς, φτιάξατε μια κοινωνία κουφάρι, που άλλο δεν έκανε από το να κρύβεται από τον εαυτό της.

Στις αρχές ετούτης της κρίσης, η κυρία εκείνη που μπαινοβγαίνει στη Νέα Δημοκρατία είπε ότι «ο ελληνικός λαός μοιάζει με ένα κακομαθημένο παιδί που πρέπει να ξεχάσει αυτά που ήξερε». Μάθετε, λοιπόν, ότι η πολιτική είναι, όπως και να το εννοήσει κανείς αυτό, μία παιδαγωγική διαδικασία. Μάθετε ότι ακόμα και στην αστική δημοκρατία, για την οποία τόσο κόπτεστε, το κράτος διαφέρει αρκετά (!) από το δοβλέτι του Σουλτάνου. Στην αστική δημοκρατία συνηθίζεται να υπάρχει η ελάχιστη έστω τήρηση των συμφωνημένων, των νόμων και των θεσμών δηλαδή. Δεν είμαι ούτε ανόητος ούτε ανιστόρητος, για να πιστεύω ότι αυτός είναι ο επίγειος παράδεισος. Δεν είμαι ούτε ανόητος ούτε ανιστόρητος για να μην καταλαβαίνω πόσος διαρκής και καθημερινός κόπος της κοινωνίας χρειάζεται για να διευρύνεται συνεχώς η δημοκρατία. Αλλά, τίποτα, τίποτα δεν δικαιολογεί τη δική σας πολιτική διαχείριση: εσείς, εσείς, οικοδομήσατε ένα κράτος, ίσως μοναδικό παράδειγμα στην Ευρώπη, που είναι ακόμα σήμερα τσιφλίκι όσων έχουν μπάρμπα στην Κορώνη, ένα κράτος που είναι αφερέγγυο σε κάθε του εκδοχή, ένα κράτος που έμαθε την κοινωνία να το βλέπει σαν χωροφύλακα, σαν εχθρό και σαν λάφυρο — ή μήπως όχι; Εσείς μάθατε την κοινωνία να συμπεριφέρεται έτσι, γιατί η διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας είναι δουλειά της πολιτικής.

…Αλλά, τώρα ξέρω ότι φοβάστε. Ναι: τώρα φοβάστε. Μπορεί το μυαλό σας να μην φτάνει να καταλάβετε πώς λειτουργεί η ιστορία, αλλά οι σύμβουλοί σας μπορεί να ξέρουν· ρωτήστε τους. Θα σας πουν, λοιπόν, ότι έρχεται μια στιγμή που η ρήξη είναι αναπότρεπτη, που η ρήξη είναι πια πραγματικότητα, γιατί είναι ήδη εδώ: εκείνο που λείπει είναι η έκφρασή της. Γιατί, όπως λέγανε οι μαρξιστές δάσκαλοί μας, έρχεται η στιγμή που το ποσοτικό μεταβάλλεται σε ποιοτικό: αυτό είναι νόμος. Σας ξέφυγε η στιγμή εκείνη που, όπως λέει ο μύθος, ενώ το πλήθος υμνούσε τα ωραία ρούχα του βασιλιά, το παιδί σήκωσε το δαχτυλάκι του, έδειξε τον βασιλιά και είπε: «Μπαμπά, ο βασιλιάς είναι γυμνός!» Τώρα είσαστε γυμνοί: ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, αυτού του κόσμου που εσείς οδηγήσατε στον εξευτελισμό και στην εξαθλίωση, τώρα σας κοιτάζει και σας βλέπει. Κολυμπάτε απελπισμένοι μέσα στη βρώμα αυτού που εσείς δημιουργήσατε, βγάζετε πότε-πότε το κεφάλι από κει μέσα, λοιδορείτε και νουθετείτε, φωνάζετε σε βοήθεια τους πάτρωνές σας, μιμείστε εν χορώ εκείνον που είπε «Μετά από μένα το χάος», μετανοείτε τάχα μου σαν τις μωρές παρθένες, στηθοκοπιέστε σαν τον άγιο Ιερώνυμο, αλλά το θέατρό σας έχει απελπιστικά λιγότερους θεατές από όσους θα θέλατε για να κρύψετε τη γύμνια και το ψέμα σας.

Σας ξέφυγε η στιγμή. Ήμουν κι εγώ εκεί, μαζί με τις πολλές χιλιάδες ανθρώπων όταν μας χλευάζατε, όταν σηκώνατε το δάχτυλο και μας λέγατε: όποιος αντιστέκεται στην πολιτική μας βλάπτει την πατρίδα, όταν μας χτυπούσατε με γκλομπ και με δακρυγόνα, προκειμένου να μην ενοχλήσουμε την κοινοβουλευτική διαδικασία, που αποδείξατε πόσο τη σέβεστε. Εκεί έγινε το ποιοτικό άλμα που δεν καταλαβαίνετε: ο κόσμος άρχισε να μην σας φοβάται και ακόμα πιο πριν σταμάτησε να σας υπολήπτεται. Κι έτσι εκείνες οι χιλιάδες ανθρώπων έγιναν ρεύμα, που τώρα μπορεί να σας παρασύρει. Τώρα, εκείνος ο κόσμος, που ξαναγίνεται λαός –ένα μεγάλο μέρος του οποίου ψάχνει να βρει τις ελπίδες του μέσα στον λόγο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς– αυτός μπορεί να σας γκρεμίσει από την εξουσία.

Τον Ρουσσώ και την αρχαιοελληνική ύβρη, ακόμα κι αν τα ακούσατε ποτέ, τα έχετε ξεχάσει. Ακούστε, όμως, τα λόγια ενός ποιητή, που ανάμεσα σε άλλα έγραψε κι ένα πολύ σκληρό ποίημα, το «Επί ασπαλάθων» (για έναν τύραννο που τον έσυραν απάνω στους ασφαλαχτούς): «Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν».

Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Γράμμα σ’ αυτούς που δεν πρόκειται να το διαβάσουν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s