Δημοκρατική νομιμότητα και πολιτική αντίσταση

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

Μαξ Ερνστ, «Η καρμανιόλα», 1927

Αποτελεί πεποίθηση, πλέον, ότι η πολιτική που επιβλήθηκε με το Μνημόνιο επιφέρει περιορισμό της δημοκρατίας. Για την οικονομία της ανάλυσης και του επιχειρήματος, δεν θα υπεισέλθω σε ζητήματα που αφορούν τη θεωρία της δημοκρατίας, τη δικαιολόγηση ή τη θεμελίωση των αξιών της, καθώς και τη σχέση αυτών των αξιών με την υπερκείμενη αρχή της αυτονομίας. Ας δούμε το πρόβλημα: σε συνθήκες περιορισμού της δημοκρατίας, δικαιολογείται η στάση –και όχι δικαίωμα, γιατί τέτοιο δεν μπορεί να στηριχθεί– της πολιτικής αντίστασης;  Καταρχάς, θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τους όρους με τους οποίους τίθεται το πρόβλημα, δηλαδή το αναλυτικό πλαίσιο εντός του οποίου η πολιτική αντίσταση αποτελεί πρόβλημα. Η τελευταία είναι πρόβλημα, σε σχέση με μια άλλη έννοια: τη δημοκρατική νομιμότητα. Για την ακρίβεια, μόνο όσοι αποδέχονται τη δημοκρατική νομιμότητα, ως αξία συμφυή προς την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, θεωρούν ότι η πολιτική αντίσταση είναι πρόβλημα, όχι καθεαυτή, αλλά ως αντιβαίνουσα στη νομιμότητα. Για να αποσαφηνίσουμε το πρόβλημα, δεν χρειάζεται ο αναλυτικότερος προσδιορισμός της έννοιας «δημοκρατία». Δεν μας ενδιαφέρει, τώρα, η ένταση, το βάθος, αλλά η έκταση, το εύρος, της έννοιας. Είναι αρκετό να πούμε ότι η πολιτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο το υποκείμενο «λαός», που συγκροτείται από την πολιτική κοινότητα ίσων και ελεύθερων ανθρώπων, μετέχει στην πολιτική ζωή, σε συνθήκες έννομης ελευθερίας, που έχουν την ίδια τυπική ισχύ για όλους, ώστε να επιτρέπουν τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του λαού. Αυτός είναι ο πυρήνας του προβλήματος: η δημοκρατική νομιμότητα, ούσα συμφυής προς την ευχέρεια εξαναγκαστικής ισχύος και επιβολής του δικαίου, άρα και διαφύλαξης των δικαιωμάτων, ουδέποτε συλλαμβάνεται εν κενώ. Αντιθέτως, προϋποθέτει τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του λαού. Ο αυτοκαθορισμός εναπόκειται στην ευθύνη των ίσων και ελευθέρων πολιτών ως προς τη υπεράσπισή του. Να, λοιπόν, πότε αναφύεται το ζήτημα της πολιτικής αντίστασης ή, ακριβέστερα, το ερώτημα περί το σε ποια περίσταση η πολιτική αντίσταση, σε σχέση με τη δημοκρατική νομιμότητα, αποτελεί πρόβλημα. Η θέση, που θα προσπαθήσω να στηρίξω,  είναι ότι αυτή η  σχέση αποτελεί πρόβλημα, όταν αίρεται η προϋπόθεση της  δημοκρατικής νομιμότητας: ο δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού. Αυτή είναι συλλογιστική διάρθρωση που μπορεί να περιγράψει τον σχηματισμό του προβλήματος.

Ας δούμε τώρα αν και πώς η πολιτική αντίσταση μπορεί να δικαιολογηθεί ως πολιτική στάση. Αυτός ο έλεγχος θα οδηγήσει σε συγκεκριμένη θέση, απότοκη του προβλήματος,  με επιχειρηματολογική στήριξη. Για να καταστεί ευχερής η τελευταία, χρειάζεται να στραφούμε στις προϋποθέσεις του προβλήματος: υπάρχουν τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της νομιμότητας. Ο δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού ανήκει στις τελευταίες, μαζί με την ίση ελευθερία και την αυτονομία. Δεν θα αναφερθώ στις δύο τελευταίες, αλλά μόνο στον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό, επειδή ο ίδιος δεν συγκροτείται ως έννοια, χωρίς τις άλλες δύο. Αυτή η ουσιαστική προϋπόθεση προηγείται κάθε νομιμοποίησης, ώστε να της εξασφαλίζει, όχι την τυπική ισχύ, αλλά το ηθικοπολιτικό κύρος της και τη συνακόλουθη δέσμευση: δέσμευση σύστοιχη στη νομικοπολιτική της περιωπή. Ας σκεφτούμε, τώρα, τη συνθήκη δικαιολόγησης των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου: Η πολιτική εξουσία, που προκύπτει από τη συμβολαιική συμφωνία, επιτάσσει τη συμμόρφωση των πολιτών, επειδή η ίδια έχει δεσμευτεί στην τήρηση ουσιωδών για την ύπαρξη της πολιτικής κοινωνίας αξιακών αρχών. Και η πολιτική εξουσία και οι συμβαλλόμενοι με αυτήν πολίτες υπόκεινται στους όρους της αμοιβαίας ισότητας και ελευθερίας.  Προϋποθέτει, λοιπόν, και ο δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού ότι η πολιτική εξουσία θα ασκεί την κυριαρχία της στο πλαίσιο αυτού του αυτοκαθορισμού. Ας δούμε τώρα όλα τα παραπάνω στην ενεστώσα περίσταση. Άλλωστε, το αρχικό μας πρόβλημα ήταν το πότε και σε ποια περίσταση μιλάμε για πολιτική αντίσταση, δικαιολογημένα. Παραβλέπουμε, τώρα, όλες τις περιπτώσεις πολιτικού ολοκληρωτισμού, διότι, τότε, είναι προφανής η δικαιολόγηση της πολιτικής αντίστασης. Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπου επικρατούν  έκτακτες συνθήκες, όπως αυτές που επέφερε το Μνημόνιο;  Γνωρίζουμε ότι, σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι πολίτες διατηρούν τη νομικοπολιτικώς καθορισμένη και περιορισμένη συλλογική αυτονομία και τη διαβουλευτική της έκφραση, η οποία συνιστά οιονεί συννομοθέτηση. Αρκεί λοιπόν μια έκτακτη συνθήκη, όπως αυτή, ώστε να περιστέλλεται τόσο η πολιτική δημοκρατία όσο και η διαβουλευτική, πολιτική της δημοσιότητα, η οποία καταστέλλεται και υποκαθίσταται από την κατηχητική – για δημοσιογραφία δεν γίνεται πια λόγος – προπαγάνδα;  Είναι θεμιτός ή, έστω, ανεκτός ο περιορισμός δικαιωμάτων, η απίσχνανση των λειτουργιών του κοινοβουλίου, το ότι υπουργοί ψήφισαν το Μνημόνιο, χωρίς να το έχουν διαβάσει, επειδή δεν προλάβαιναν;

 Ας υποθέσουμε ότι η έκτακτη κατάσταση δικαιολογεί τέτοια φαινόμενα, αλλιώς δεν θα ήταν έκτακτη. Παρακάμπτω την ταυτολογία, με την οποία συνοδεύουν τις διακηρύξεις τους πολιτικοί και δημοσιογράφοι, για να προχωρήσω στην εξέταση του αρχικού προβλήματος: η αντίσταση σε όλα αυτά αμφισβητεί τη δημοκρατική νομιμότητα ή συνιστά εγχείρημα και πολιτική στάση αποσκοπούσα στην αποκατάσταση της τελευταίας; Το ερώτημα προκύπτει αναποδράστως, εφόσον, με την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και τη διασάλευση του πλαισίου των θεσμικών κανόνων που όριζαν υποχρεώσεις και δικαιώματα σε εργαζόμενους και εργοδότες (συλλογικές συμβάσεις), αίρεται η ίδια η αρχική προϋπόθεση της δημοκρατικής νομιμότητας, δηλαδή ο δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού, ο οποίος κυβερνήθηκε εσχάτως από μη εκλεγείσα κυβέρνηση και υφίσταται τις συνέπειες μιας πολιτικής για την οποία ουδέποτε ερωτήθηκε. Η αμφισβήτηση του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού οδηγεί σε αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατικής νομιμότητας, επειδή υπονομεύονται βασικοί όροι της κοινωνικής συμβίωσης, όπως η  αρχή του δημοσίου συμφέροντος, η οποία δεν επιτρέπει μερίδες της κοινωνίας να κερδίζουν, σε αυτές τις συνθήκες, σε βάρος άλλων μερίδων. Η αρχή του δημοσίου συμφέροντος δεν εξαιρεί τους κατόχους του πλούτου, όπως τους τραπεζίτες, όπως δεν επιτρέπει και την κερδαλέα φορολογική ασυλία της Εκκλησίας ή των εφοπλιστών. Σε αυτές τις συνθήκες, απειλούνται συστατικοί όροι  του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού, άρα και της δημοκρατικής νομιμότητας, όπως οι υλικοί όροι που επιτρέπουν την ενάσκηση των τυπικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, οι οποίες προαπαιτούν στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση. Η Αριστερά οφείλει  να διεκδικεί τη δημοκρατική νομιμότητα. Η πορεία της είναι σύντονη με τη διεκδίκηση φιλελεύθερων δικαιωμάτων, επειδή η ίδια ετέθη στις ακρώρειες της νομιμότητας που θα επέτρεπε την ενάσκησή τους. Στις τωρινές, όμως, συνθήκες, όπου η επίκληση της έκτακτης κατάστασης οδηγεί στο να εργάζονται τετρακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς αμοιβή, και άλλο ενάμισι εκατομμύριο να υποφέρει, επειδή δεν έχει καθόλου εισόδημα, δεν νοείται δημοκρατικός αυτοκαθορισμός. Άλλωστε η περιστολή της πολιτικής δημοκρατίας είναι  μείζον ευρωπαϊκό, πλέον, πρόβλημα.  Σε αυτές τις συνθήκες, η πολιτική αντίσταση, χωρίς να συνιστά δικαίωμα, αποτελεί θεμιτή, ίσως και αναγκαία, στάση που αντιμάχεται τον πολιτικό εξανδραποδισμό της αξίας του δημοκρατικού πολίτη και επανασυνδέει τη δημοκρατική νομιμότητα, καθώς  και την αναγκαία συμμόρφωση με αυτήν, με την ηθικοπολιτικώς ισόκυρη αξία της πολιτικής αξιοπρέπειας.

Είναι ασύνηθες ένα άρθρο, που, στο μεγαλύτερο μέρος του, θέλει να έχει ακαδημαϊκό χαρακτήρα και μέθοδο επιχειρηματολόγησης, να τελειώνει έτσι, αλλά φρονώ ότι αυτό αρμόζει, όταν γίνεται λόγος για πολιτική αξιοπρέπεια, τώρα: Επιχειρηματολόγησα προσπαθώντας να στηρίξω τη θέση ότι η πολιτική αντίσταση είναι ηθικοπολιτικώς παραδεκτή  στάση, με σκοπό την προάσπιση της  προϋπόθεσης της δημοκρατικής νομιμότητας, δηλαδή του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού. Σε αυτό το αναλυτικό πλαίσιο, είναι δυνατός ο καθορισμός της σχέσης ανάμεσα στη δημοκρατική νομιμότητα και την πολιτική αντίσταση, με όρους που μπορούν να εξηγήσουν πότε αυτή η σχέση συνιστά πρόβλημα και για την πολιτική φιλοσοφία και για τη φιλοσοφία του δικαίου. Υπάρχει, όμως, και κάτι εκτός πλαισίου, που είναι στο χέρι μας να το θυμηθούμε και, εάν δεν το κάνουμε, δεν πειράζει, γιατί δεν  κοστίζει το παραμικρό στην επιχειρηματολογική αρτιότητα και τη μεθοδολογική συνοχή της ανάλυσης και της δικαιολόγησης. Είναι η σύνδεση της πολιτικής αξιοπρέπειας –της αξιοπρέπειας των πολιτών–  και της υπεράσπισής της, ως ύψιστου δημοκρατικού αγαθού, με τις ιστορικές του προκείμενες, τους ιστορικούς όρους από τους οποίους συνάγεται η στάση της πολιτικής αντίστασης και η συνακόλουθη ηθικοπολιτική της καταξίωση. Αρκεί να θυμηθούμε πώς υπερασπίστηκαν αυτή την αξιοπρέπεια, την πατριωτική, πολιτική αλλά και βαθιά, ανθρώπινη αξιοπρέπεια, οι άνθρωποι της δρακογενιάς, που κάποιους από εμάς μάς ανέθρεψαν, όταν υπερηφάνως έλεγαν «Όχι, ρε, δεν υπογράφω».

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική και ηθική φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Δημοκρατική νομιμότητα και πολιτική αντίσταση

  1. Μπράβο ρε καθηγητάκο, ωραία τα λες… την υπογραφή σου στον Φώτη την έβαλες για να ξεκινήσει το καμματάκι του και να μας ξεζουμίσει με τον Σαμαροβενιζέλο….

    Ουστ! και σε πληρώνουμε κι όλας αριστερό κομματόσκυλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s