Iδιαίτερο και εθνικό συμφέρον

Standard

του Μανόλη Αγγελίδη

Αντρέ Ντερέν, «Δρόμος του Λονδίνου», 1906-1907

Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν υπήρξε ένα παλιότερο άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Αυγή (15.4.2012). Σε αυτό, ο Τσακαλώτος θεματοποιεί ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει την κλασική πολιτική οικονομία, από την εποχή της ίδρυσής της, ως αυτοτελούς επιστημονικού πεδίου. Πρόκειται για τη διαφορετική θέση που έχουν οι κοινωνικές τάξεις στο σύστημα του καταμερισμού της εργασίας, και μάλιστα σε στιγμές κατά τις οποίες αναφύεται απειλητική η κοινωνική κρίση. Ο Τσακαλώτος υποστηρίζει ότι μια από αυτές τις κοινωνικές τάξεις, ως «μερίδα του “έθνους”», θα δεχθεί να συμβάλει στην «εθνική προσπάθεια» υπέρβασης της κρίσης, υπό τον όρο ότι θα διασφαλιστούν τα ιδιαίτερα προνόμιά της, ανεξαρτήτως του αν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται αντιμέτωπο με τις συνέπειες αυτής της κρίσης, δηλαδή την ανεργία και την προϊούσα φτώχεια.

Θα είχε, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον εάν ανατρέχαμε σε μια σειρά αναπτύξεις, στο πλαίσιο της κλασικής πολιτικής οικονομίας, για να διαπιστώσουμε ανάλογες προσεγγίσεις με αυτές που ανέδειξε το άρθρο του Τσακαλώτου.

Ο Άνταμ Σμιθ, στο Πρώτο Βιβλίο του Πλούτου των εθνών, στο 11o Κεφάλαιο, όπου συνοψίζει τα συμπεράσματά του, αναπτύσσει μια προβληματική αναφερόμενη στη σχέση ανάμεσα στο ιδιαίτερο και στο γενικό συμφέρον, όπως αυτή αποτυπώνεται στη στάση της καθεμιάς από τις τάξεις σε «κάθε πολιτισμένη κοινωνία». Με αφετηρία μια μακροθεωρητική σκοπιά, ο Σμιθ αναλύει το συνολικό ετήσιο προϊόν κάθε χώρας, που προέρχεται από τη γη και την εργασία, στα συστατικά του μέρη, που δεν είναι άλλα από τη γαιοπρόσοδο, τους μισθούς της εργασίας και τα κέρδη του κεφαλαίου. Θεωρεί δε ότι το κάθε μέρος αποτελεί «εισόδημα» για εκείνους που ζουν από την «πρόσοδο», για εκείνους που ζουν από τους «μισθούς» και για εκείνους, τέλος, που ζουν από το «κέρδος».Ο Σμιθ, αναφερόμενος στην πρώτη από τις παραπάνω τάξεις, σε αυτήν που τα μέλη της ζουν από τη γαιοπρόσοδο, παρατηρεί ότι αυτή η τάξη είναι «αυστηρά» και «αναπόσπαστα» συνδεδεμένη με το «γενικό συμφέρον της κοινωνίας». Παρά το γεγονός ότι την προβληματική του Σμιθ διατρέχουν, σε αυτό το σημείο, μοτίβα από την προβληματική των φυσιοκρατών, έχουν ενδιαφέρον τα όσα υποστηρίζει για τη στάση αυτής της τάξης απέναντι στις κρατικές ρυθμίσεις. Η τάξη αυτή, λοιπόν, ισχυρίζεται ο Σμιθ, όταν εισάγεται μια κρατική ρύθμιση, δεν είναι σε θέση να «παραπλανήσει» την κυβέρνηση, προκειμένου να προαγάγει τα επιμέρους συμφέροντά της, σε όσο βαθμό τουλάχιστον έχει γνώση αυτών των συμφερόντων, κάτι –συμπληρώνει ο Σμιθ– που δεν συμβαίνει συχνά. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το εισόδημα αυτής της τάξης δεν φαίνεται να στοιχίζει ούτε ιδιαίτερη εργασία, ούτε ιδιαίτερη φροντίδα, και προκύπτει περίπου «από μόνο του», ανεξάρτητα από κάθε δικό της «πρόγραμμα ή σχέδιο». Αυτή η ευκολία δημιουργεί σε αυτή την τάξη ένα είδος «νωθρότητας», η οποία την εμποδίζει να προβλέψει και να κατανοήσει τις συνέπειες μιας «δημόσιας ρύθμισης».

Αναφερόμενος, εν συνεχεία, στη δεύτερη τάξη, στην τάξη της εργασίας («σε αυτούς που ζουν από τους μισθούς»), θεωρεί ότι το συμφέρον της είναι το ίδιο αυστηρά συνδεμένο με το «συμφέρον της κοινωνίας», όπως και της προηγούμενης τάξης. Ο Σμιθ, θεματοποιώντας τις διακυμάνσεις των μισθών, παρατηρεί ότι ο «μισθός του εργάτη» αυξάνεται, όσο αυξάνεται η ζήτηση για εργασία ή όσο αυξάνεται, κάθε χρόνο, η ποσότητα που απασχολείται. Σε περιόδους όμως που ο πλούτος της κοινωνίας παραμένει στάσιμος, ο μισθός περιστέλλεται σε τόσο βαθμό, ώστε μόλις και μετά βίας μπορεί να θρέψει μια οικογένεια, ενώ σε περιόδους ύφεσης ο μισθός περιορίζεται ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα η τάξη της εργασίας να «υποφέρει σκληρότερα».

Εδώ, ο Σμιθ επαναλαμβάνει ένα προσφιλές του μοτίβο: παρότι το συμφέρον της εργασίας είναι στενά συνδεδεμένο με το συμφέρον της κοινωνίας, ωστόσο ο «εργάτης» δεν είναι σε θέση να το κατανοήσει, ούτε να καταλάβει την ανωτέρω σύνδεση, καθώς ούτε η συνολική του κατάσταση του επιτρέπει να δεχθεί τις αναγκαίες πληροφορίες, ούτε η «μόρφωση και οι συνήθειές» του τού επιτρέπουν να κρίνει, ακόμη και στην περίπτωση που θα διέθετε τις απαραίτητες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, η «φωνή» του λαμβάνεται ελάχιστα υπ’ όψη στις «δημόσιες διαβουλεύσεις», εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι «κραυγές» του κατευθύνονται από τους εργοδότες του για να υπηρετήσουν το δικό τους, ιδιαίτερο, συμφέρον. Η μόνη θεραπεία αυτής της ανεπάρκειας είναι, κατά τον Σμιθ, να αναληφθούν δημόσιες εκπαιδευτικές πολιτικές από το κράτος, που θα επιτρέψουν στους εργάτες να παίρνουν μέρος σε δημόσιες διαβουλεύσεις και να αποφασίζουν για τις τύχες της χώρας τους.

Τέλος, ο Σμιθ θεματοποιεί το συμφέρον της τρίτης, κατά σειρά, τάξης, της τάξης «αυτών που ζουν από τα κέρδη». Θεωρεί ότι το ποσοστό του κέρδους, αντίθετα από την «πρόσοδο και τους μισθούς», παραμένει σταθερό τόσο σε περιόδους ύφεσης όσο και σε περιόδους ευημερίας, ενώ είναι η «φυσική του κατάσταση» να παραμένει χαμηλό σε πλούσιες χώρες και υψηλό σε φτωχές χώρες, και να «φτάνει στα ύψη σε χώρες που οδεύουν ταχύτατα προς την καταστροφή». Από αυτή την άποψη, ο Σμιθ θεωρεί ότι η σχέση αυτής της τάξης με το «δημόσιο συμφέρον» είναι εντελώς διαφορετική από τη σχέση που έχουν οι άλλες δύο τάξεις. Θεωρεί, καταρχάς, ότι οι «έμποροι» και οι «μεγαλοβιοτέχνες», αφού ασχολούνται σε όλο τον βίο τους με «προγράμματα και σχέδια», διαθέτουν οξύτερη νόηση απ’ όσο οι «γαιοκτήμονες» και οι εργάτες, αλλά η «κρίση» τους κατευθύνεται περισσότερο από το δικό τους συμφέρον παρά από το συμφέρον της κοινωνίας. Έτσι, η ανωτερότητά τους σε σχέση με τις δύο άλλες τάξεις συνίσταται στο ότι γνωρίζουν πολύ καλύτερα το δικό τους συμφέρον απ’ όσο οι άλλες δύο τάξεις το δικό τους. Το συμφέρον τους είναι διαφορετικό ή ακόμη και αντίθετο από το δημόσιο συμφέρον, και συνίσταται στη «διεύρυνση της αγοράς» και στον «περιορισμό του ανταγωνισμού». Σε ό,τι αφορά τη «διεύρυνση της αγοράς», ο Σμιθ θεωρεί ότι αυτή μπορεί να είναι συχνά σύμφωνη με το δημόσιο συμφέρον. Σε ό,τι αφορά, όμως, τον ανταγωνισμό, ο Σμιθ θεωρεί ότι ο περιορισμός του είναι πάντα αντίθετος προς το δημόσιο συμφέρον, καθώς μέσω αυτού του περιορισμού οι «έμποροι» υψώνουν τα κέρδη τους περισσότερο από το «φυσικό» επίπεδο και είναι σαν να επιβάλλουν σε όλους τους συμπολίτες τους «έναν παράλογο φόρο». Είναι αναγκαίο, επισημαίνει ο Σμιθ, κάθε πρόταση ή εμπορική ρύθμιση, προερχόμενη από αυτή την τάξη, να ακούγεται με μεγάλη επιφύλαξη και να γίνεται δεκτή μετά από ιδιαιτέρως προσεκτική εξέταση, για τον λόγο ακριβώς ότι προέρχεται από μια τάξη ανθρώπων, το συμφέρον της οποίας ποτέ δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το συμφέρον του δημοσίου. Πρόκειται για ένα επιμέρους συμφέρον, το οποίο συνίσταται γενικά στην «εξαπάτηση» και στην «καταστολή» του κοινού.

Μια πλευρά της ανωτέρω προσπάθειας εξαπάτησης είχε ήδη περιγραφεί στο 10ο Κεφάλαιο του Πρώτου βιβλίου του Πλούτου των εθνών, όπου ο Σμιθ αναφέρεται στις συναντήσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ «ανθρώπων της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας (trade)», οι οποίες συνήθως καταλήγουν «σε συνωμοσία εναντίον του δημοσίου είτε σε κάποιο τέχνασμα για την αύξηση των τιμών». Σημειώνει δε ότι, συνήθως, αυτές οι συναντήσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των μισθών της εργασίας και καταλήγουν σε ένα είδος συμφωνίας μεταξύ των εργοδοτών (masters), οι οποίοι αναλαμβάνουν τη δέσμευση να μην προσφέρουν μεγαλύτερο μισθό από ένα επίπεδο, με την απειλή μιας ορισμένης τιμωρίας. Επισημαίνει, εξ αντιθέτου, ότι εάν οι εργάτες «συνέπρατταν σε μια ανάλογη ένωση με αντίθετο σκοπό», δηλαδή να μην αποδεχθούν έναν ορισμένο μισθό, αλλά να διεκδικήσουν ενδεχομένως υψηλότερο, τότε θα βρίσκονταν αντιμέτωποι στον νόμο και θα τιμωρούνταν πολύ αυστηρά. Αυτή η κριτική στρέφεται και προς τη δημόσια εξουσία, η οποία θα όφειλε, από τη μια μεριά, να μην ενθαρρύνει τους «ανθρώπους της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας» να δημιουργούν επιμεριστικές ενώσεις και, από την άλλη μεριά, να αντιμετώπιζε και να μεταχειρίζονταν τους εργοδότες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιμετωπίζει και τους εργάτες.

O Μανόλης Αγγελίδης διδάσκει πολιτική θεωρία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s