Ήλοι του Τύπου

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Τζόναθαν Γκιμπς, «Ψάρι» (από το μπλογκ http://underplot.tumblr.com)

 Πολλά και γιγαντιαία τα ζητήματα που διακυβεύτηκαν στις τελευταίες διπλές εκλογές, ανάμεσα στα οποία αξιοπρόσεκτη νομίζω είναι η σχέση των κομμάτων και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Είναι η πρώτη φορά –τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και μετά– που το ένα από τα δύο κόμματα τα οποία διεκδίκησαν με σοβαρές αξιώσεις τη διακυβέρνηση δεν υποστηρίχθηκε από καμία μεγάλης κυκλοφορίας, καθιερωμένη, «σοβαρή» εφημερίδα, ενώ επίσης αντιμετώπισε τη σκληρή κριτική, την ανοικτή ή συγκαλυμμένη εχθρότητα και τη λοιδορία, όλων των μεγάλης τηλεθέασης ιδιωτικών καναλιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αξιωματική τελικά αντιπολίτευση, κατάφερε να δοξαστεί υβριζόμενος, κατεβαίνοντας στις εκλογές με τη στήριξη δύο μοναχά καθημερινών εφημερίδων, πενιχρής κυκλοφορίας: της δικής του Αυγής και –προσώρας– τής, αλλού και αλλουνού, δυσώνυμης Αυριανής. Επιτέλους, η φράση «μας χτυπούν τα Μέσα», που χρόνια τώρα επαναλαμβανόταν σε ποικίλου χαρακτήρα συνάξεις της Αριστεράς βρήκε την απτή δικαίωσή της. Μια καταδίωξη, που κάποτε ήταν αληθινή, κάποτε πλάσμα της φαντασίας και εθελούσια επιλογή ρόλου θύματος, τώρα πραγματώθηκε. Και απέτυχε απολύτως. Η κατεδαφιστική κριτική των ΜΜΕ, όχι μόνο δεν κατάφερε να ανακόψει την ορμή του κρινόμενου αλλά εκτόξευσε την εκλογική του ανταπόκριση. Η επισήμανση αυτή δεν αναφέρεται φυσικά στην ποιότητα των απόψεων του ΣΥΡΙΖΑ και των κριτών του, αλλά στο γεγονός ότι πορεύτηκε στη μάχη δίχως το δόρυ και την ασπίδα των παραδοσιακών ΜΜΕ· κυρίως μέσα από τα μονοπάτια του διαδικτύου.

Αν όμως είναι έτσι –έστω και ως τάση που φυσικά δεν έχει εξαλείψει την τεράστια επιρροή των ΜΜΕ–, τότε η από μακρού διατυμπανιζόμενη «κρίση του Τύπου» και η γενικότερη «κρίση των ΜΜΕ» (κυκλοφοριακή, οικονομική, αξιοπιστίας, ταυτότητας κλπ.) αποκτά ένα νέο, ανατρεπτικό ποιοτικό χαρακτηριστικό: μεταμορφώνεται σε αδυναμία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης· οι αναγνώστες, οι ακροατές και θεατές των κλασικών ΜΜΕ διαβάζουν, ακροώνται, βλέπουν αλλά δεν «ακούνε». Η νέα κρίση πλήττει δηλαδή τον πυρήνα του φληναφήματος, μέσω του οποίου πορεύτηκε ο Τύπος, και κατεξοχήν ο τηλεοπτικός, ότι δηλαδή συνιστά την τέταρτη και πανίσχυρη εξουσία. Δεν ξέρω αν υπάρχουν έρευνες που να επιβεβαιώνουν ή να απορρίπτουν αυτή την πρόχειρη εμπειρική παρατήρηση, μελέτες που να εντοπίζουν τυχόν αιτίες και αίτιους. Η αίσθησή μου είναι ότι ένα βασικό στοιχείο της αλλαγής αυτής βρίσκεται στη σοβαρή μετατόπιση του δημοσιογραφικού λόγου από το κυνήγι και την παρουσίαση της είδησης στον σχολιασμό της. Αλλά εκεί τα παραδοσιακά επαγγελματικά ΜΜΕ έχουν το παιχνίδι χαμένο· το ίντερνετ καραδοκεί παντού.

 Τα χιλιάδες προσωπικά μπλογκ, τα πιο οργανωμένα δημοσιογραφικά δίκτυα τύπου protagon, antinews, tvxs ή και rednotebook, οι ιστοσελίδες των έντυπων εφημερίδων, συνιστούν το βασίλειο του σχολίου· του επώνυμου, του ψευδώνυμου, του ανώνυμου σχολίου, αλλά πάντως του σχολίου. Βεβαίως, η αίσθηση δύναμης που αποπνέει το διαδίκτυο, η ιλιγγιώδης ταχύτητα, η αμεσότητα αντίδρασης του αναγνώστη και η κατ’ επιλογήν ανωνυμία συχνά ζαλίζει όσους πιστεύουν ότι επιτέλους απέκτησαν ένα δίαυλο να ακουστεί η φωνή τους. Με τον τρόπο αυτό, η ακατάσχετη συνωμοσιολογία, το εύκολο υβρεολόγιο, η εξαγρίωση, ενίοτε και εξαχρείωση, ελλοχεύει στον κυβερνοχώρο — συνυπάρχοντας βέβαια με την ευαίσθητη γραφή, το χιούμορ, την ποιότητα κάποιες φορές. Ο σχολιασμός έχει εκδημοκρατιστεί, η γραφίδα, ηλεκτρονική πλέον, από προνόμιο των λίγων μοιάζει να έγινε όπλο των πολλών, και συνακόλουθα ο λόγος των επαγγελματιών βουλιάζει μέσα σε μια τρικυμισμένη θάλασσα απόψεων.

Το διαδίκτυο, από την άλλη πλευρά, έχει αλλάξει τα χαρακτηριστικά δημοσιοποίησης της είδησης. Οι κατακτήσεις της επαγγελματικής δημοσιογραφίας για τη γνώση, τη διασταύρωση, τη μετάδοση της είδησης, προϊόν δύο τουλάχιστον αιώνων παράδοσης των επαγγελματιών γραφιάδων, της δημοσιογραφικής κουλτούρας και των άγραφων κανόνων που έθετε το σινάφι, τώρα στο διαδίκτυο έχουν πια θολώσει. Δεν αναφέρομαι στη διαστρέβλωση, στην ιδιοτέλεια, στην πρόθεση, αλλά στην αστραπιαία και χωρίς έλεγχο μετάδοση ως είδησης της τυχαίας προσωπικής αντίληψης ενός γεγονότος ή της βιωματικής εμπειρίας. Ώρες ώρες έχει κανείς την αίσθηση ότι η ανάδυση όλο και πιο νέων, αναφομοίωτων τεχνολογικών καινοτομιών αναβιώνει αρχαϊκότητες. Ίσως φταίει η επαγγελματική διαστροφή, αλλά ελλειπτικές φαιδρές φράσεις που γράφονται από διάφορους «επώνυμους» στο twitter ή σε άλλα μέσα ηλεκτρονικής δικτύωσης και αναπαράγονται ως ειδήσεις, υπολείπονται κατά πολύ των σημειωμάτων και των ενθυμήσεων που βρίσκει κανείς σε παράφυλλα βιβλίων του 17ου και 18ου αιώνα, τα οποία είχαν γραφεί από ημι-αγράμματους συντάκτες: «ιμέρα Πέμπτη όρα ενάτη έπεσε χαλάζη ως αβγόν ώρνηθας» ή «εγίνικα παπα στω Μηστρά» ή «εκατακούρσευσαν όλον τον κόζμον παίρνοντες γελάδια, γομάρια, βουβάληα».

 Πρόκειται για μια μεγάλη, σπουδαία αλλαγή. Η απαίτηση που είχαν οι πολίτες όσων κοινωνιών εγκολπώθηκαν τις αρχές του Διαφωτισμού να έχουν έγκυρη πληροφόρηση και γνώση για το «τι πραγματικά συνέβη» τείνει να απισχνανθεί, ενώ επανακάμπτει ως μοντερνιτέ κάτι ξεπερασμένο: η αναπαραγωγή ως είδησης της προσωπικής αίσθησης του γεγονότος ή της φευγαλέας αντίληψης του συμβάντος. Μήπως όμως έτσι η πρόσληψη των πραγμάτων υπερισχύει της ίδιας της πραγματικότητας;

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι ιστορικός

ΥΓ. Απολύτως διαφορετικά χαρακτηριστικά έχει, κατά τη γνώμη μου, η εκκωφαντική σιωπή με την οποία αντιμετώπισαν τα ΜΜΕ τη Χρυσή Αυγή. Το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, καλή ή κακή τη προθέσει, επέλεξε να απαλείψει τον λόγο του φασιστικού αυτού μορφώματος. Ταυτόχρονα όμως ανέδειξε ποικιλοτρόπως το έργο του. Πέπλο σιωπής και άγνοιας κάλυπτε τα πρόσωπα, τις ιδέες, τις απόψεις της Χρυσής Αυγής: τα κείμενα θέσεων, για παράδειγμα, που φιλοξενούνται στην επίσημη ιστοσελίδα της οργάνωσης και αποτυπώνουν πολύ καθαρά το ιδεολογικό στίγμα ενός ελληνικού φασιστικού κόμματος του 21ου αιώνα, θεωρήθηκαν άνευ ενδιαφέροντος.

Αντίθετα, το φως της δημοσιότητας έπεσε σε αληθινές ή φανταστικές πράξεις της οργάνωσης, που προβάλλονταν μάλιστα στα τηλεοπτικά δελτία, μαζί με ειδήσεις που ωθούσαν σε εύκολους, ευνοϊκούς γι’ αυτήν συνειρμούς. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν σύμφωνα με τα ΜΜΕ εμφανιζόταν βουβή, ενώ από την άλλη πλευρά πρωταγωνιστούσε σε ένα αχταρμά έργων: βοηθούσε γριές, μεριμνούσε για την καταβολή καθυστερούμενων ενοικίων, έλυνε καθημερινά προβλήματα, υποκαθιστούσε την αστυνομία, έδερνε μετανάστες, μαχαίρωνε ανθρώπους με μελαψό δέρμα ή παρουσιαζόταν να κάνει ποικίλα όσα πράγματα· ενίοτε φρικτά πράγματα, αλλά πάντως πάντα κάτι συγκεκριμένο. Το διαβόητο τηλεοπτικό επεισόδιο με τον Κασιδιάρη εικονογραφεί γλαφυρά την κυριαρχία του έργου επί του λόγου. Αυτή όμως η επιλογή οπτικής γωνίας για τον φωτισμό των πραγμάτων, σε μια συγκυρία που η κοινωνία βοούσε κατά των πολιτικών γενικώς ότι ψευδολογούν μόνον, χωρίς να πράττουν τίποτε για τη λύση των καυτών προβλημάτων των ανθρώπων, πριμοδότησε τη Χρυσή Αυγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s