Διαπραγμάτευση, κοινωνικός συνασπισμός, πολιτική συμμαχία, ηγεμονία

Standard

 του Θανάση Ν. Μποχώτη

 Προεκλογικά, ο προγραμματικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώθηκε εύλογα στην ακύρωση του Mνημονίου, στη νομική της υπεράσπιση και στα δημοσιονομικά μέτρα με τα οποία η αριστερή κυβέρνηση θα άντεχε στην πίεση που θα της ασκούσαν η ευρωζώνη και η τρόικα για να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. ΄Ετσι, δεν αναδείχθηκε η ανάγκη μιας αναπτυξιακής πολιτικής στηριζόμενης και σε εσωτερικούς πόρους, που θα ενίσχυε τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις πιέσεις και θα σταθεροποιούσε τον κοινωνικό συνασπισμό των ανέργων, επισφαλώς εργαζομένων, δημοσίων υπαλλήλων και μικροϊδιοκτητών, ο οποίος αποτελεί τη δύναμη που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην ανάκαμψη και συνιστά πλέον την κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν μπορεί να διατυπώνονται κάποτε απερίφραστα, γιατί έχουν  στόχο να τονίσουν την ανάγκη η ιδεολογία του νέου ΣΥΡΙΖΑ των πολλών ψηφοφόρων να συνδέει οργανικά τη διεθνή θέση της Ελλάδας με έναν ισχυρό κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας, που να μετατρέψει το κόμμα και την παράταξη της Αριστεράς στον κεντρικό παράγοντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος για τις επόμενες δεκαετίες.

Η προεκλογική αντιπαράθεση για τα μέσα ακύρωσης του Μνημονίου δεν υπήρξε αρκετά συγκεκριμένη και σιωπηλά απέκλειε ορισμένα. Από τη μια, επαναλαμβάνονταν οι ευρωπαϊκές απειλές για διακοπή του «προγράμματος διάσωσης» αν ακυρωνόταν το Μνημόνιο, και από την άλλη υπενθυμίζονταν οι μεγάλες ζημιές που θα προκαλούσε στην ευρωζώνη η έξοδος της Ελλάδας. Όμως, το να επισείει κανείς τις αρνητικές επιπτώσεις για την ευρωζώνη δεν συνιστά διαπραγματευτικό όπλο, αλλά μάλλον τον τελικό εκβιασμό που ασκεί στην άλλη πλευρά, όταν αυτή δεν θέλει να πεισθεί από τα επιχειρήματά του. Ακόμη, η διαφαινόμενη πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να καταγγείλει τις συμβάσεις ως ασύμβατες με τους κανόνες της Ε.Ε., παρότι ορθή καθεαυτή, θα οδηγούσε σε μια μακρόχρονη νομική διαδικασία και δεν θα αντιμετώπιζε ένα πιθανό άμεσο πολιτικό πλήγμα, όπως η διακοπή της ροής των δανείων προς την Ελλάδα.

Το διαπραγματευτικό μέσο που θα απέμενε δεν  ήταν το βέτο, καθώς το ελληνικό κράτος έχει απομονωθεί στην ευρωζώνη. Η χρήση του όπλου που πράγματι κατέχει η Ελλάδα (βλ. και τη συνέντευξη  του Ζ. Σαπίρ, Η Αυγή, 20.5.2012), προϋποθέτει βέβαια τη –δεδομένη από πλευράς  ΣΥΡΙΖΑ– διάθεση να μην είναι η χώρα, με κάθε τίμημα, το «καλό παιδί» της ευρωζώνης: πρόκειται για τη δυνατότητα να τεθεί η Τράπεζα της Ελλάδας υπό προσωρινό κυβερνητικό έλεγχο, ώστε να παραχωρήσει πιστώσεις σε ευρώ στο Υπουργείο Οικονομικών για να αποπληρωθούν ιδιώτες δανειστές και να χορηγηθούν πιστώσεις σε ελληνικές επιχειρήσεις που χρωστούν σε ξένες τράπεζες. Με αυτές τις πιστώσεις, διοχετευόμενες μέσα από δημόσιες τράπεζες, θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν μια ομαλή οικονομική δραστηριότητα εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις που ασφυκτιούν ή δεν λειτουργούν, επειδή εξαναγκάζονται να αποπληρώνουν τοις μετρητοίς τους προμηθευτές τους. Ακόμη, τα συσσίτια των απόρων θα οργανώνονταν από το δημόσιο πανελλαδικά, με τη βοήθεια και αυτών των πόρων, και  όχι αποσπασματικά και άναρχα από την ιδιωτική φιλανθρωπία.  Αντίθετα, αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς στηριζόταν αποκλειστικά στους πόρους από έκτακτες εισφορές και έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, θα διακινδύνευε σοβαρά να συντηρήσει το έντονο υφεσιακό κλίμα, την ανθρωπιστική κρίση, την κοινωνική ασφυξία και την κρίση της δημοκρατίας. Θα διακινδύνευε να διαιωνίσει, με τις καλύτερες αντιμνημονιακές προθέσεις, το μίζερο σκηνικό της αναμονής, όχι πια της επόμενης δόσης, αλλά των κονδυλίων από την επόμενη έκδοση εντόκων γραμματίων και των νέων φόρων… Και δεν θα ήθελε να σκεφτεί κανείς τις επιπτώσεις μιας νέας και οριστικής  ματαίωσης προσδοκιών, για την κοινωνία, τη δημοκρατία και την Αριστερά (στο σύνολό της).

Η εν λόγω διάθεση πιστώσεων σε ευρώ θα κατέρριπτε το επιχείρημα του μνημονιακού μπλοκ ότι η ακύρωση του Μνημονίου και η συνακόλουθη ευρωπαϊκή παύση της χρηματοδότησης θα εξανάγκαζαν την ελληνική κυβέρνηση να βγει αμέσως από την ευρωζώνη· επίσης, θα καθησύχαζε και τμήμα των δημοσίων υπαλλήλων και μικροϊδιοκτητών που ήθελαν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ αλλά επηρεάζονταν από την κινδυνολογία περί  έλλειψης κονδυλίων για μισθούς και συντάξεις, πληθωριστικών πιέσεων και  απώλειας των καταθέσεων που θα επέφερε η έξοδος από το ευρώ.

Οι πόροι που θα αντληθούν από την αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων με μονοπωλιακή θέση στην οικονομία (μεγάλες αλυσίδες τροφίμων, ενέργεια,  τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κλπ.), πρέπει να αποτελέσουν μέρος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Αν μια αριστερή κυβέρνηση και ο δημόσιος τομέας κατάφερναν ν’ αντιμετωπίσουν πετυχημένα τις ευρωπαϊκές πιέσεις, να σταματήσουν την υφεσιακή πορεία και να επιστρέψουν σε μερικούς μήνες στην ανάπτυξη· αν τα επόμενα δυο-τρία χρόνια αξιοποιούσαν στοχευμένα τους πόρους από την αναστολή της εξυπηρέτησης του χρέους, από τις πιστώσεις μιας κρατικής τράπεζας της Ελλάδας και τη μεγάλη φορολογία κερδοφόρων κλάδων με μονοπωλιακή θέση, τότε θα οικοδομούσαν σταδιακά και τη συναίνεση σημαντικού μέρους των –απειλούμενων από τη μνημονιακή πολιτική με κοινωνική έκπτωση– μικρών επιχειρηματιών ή «ανθρώπων της αγοράς», στην πολιτική της απόκτησης του ελέγχου στρατηγικών για την οικονομία κλάδων από έναν αναγεννημένο δημόσιο τομέα.

Το «χαράτσι» στα ακίνητα αποτελεί σημείο με ιδιαίτερη σημασία για τη στερέωση της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Στις συνθήκες μιας επίσημα καταγεγραμμένης ανεργίας 1,12 εκ., εκατοντάδων χιλιάδων υποαπασχολούμενων και εργαζόμενων απλήρωτων για μήνες, εργαζόμενων και συνταξιούχων με μειωμένες αποδοχές, πολλών χρεωμένων στις τράπεζες νοικοκυριών, η επιβολή του χαρατσιού ισοδυναμεί με σταδιακή δήμευση της ακίνητης περιουσίας από το ελληνικό κράτος υπέρ των δανειστών του. Ακόμη περισσότερο, συνιστά το κορυφαίο σύμβολο της φοροεπιδρομής στα εισοδήματα των ελλήνων πολιτών, και ευρύτερα της κοινωνικής τους έκπτωσης. Επομένως, η προγραμματική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση του χαρατσιού μόνο για τους φτωχούς ή χαμηλόμισθους ήταν σοβαρό πολιτικό λάθος, που θα υπονόμευε την προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης και ανάκτησης της αξιοπρέπειας των ανέργων, εργαζομένων και μικροαστών, διαβρώνοντας τον κοινωνικό συνασπισμό της αριστερής κυβέρνησης.

Μεγάλη προσοχή χρειάζεται στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους. Πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για την αποπληρωμή των ξένων δανειστών. Η όποια φορολόγησή της θα όφειλε να γίνει με περίσκεψη, σε διάλογο με την Ιερά Σύνοδο, ενώ τα αντλούμενα από αυτήν κονδύλια θα έπρεπε να αφορούν μόνο το κράτος πρόνοιας και να διατίθενται με απόλυτη διαφάνεια. Αλλιώς, θα δημιουργούνταν ιδεολογική αποξένωση μεταξύ κοινωνίας και Αριστεράς.

Τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι τα μέσα διαπραγμάτευσης της αριστερής κυβέρνησης πρέπει να εξασφαλίζουν όχι μόνο την αντοχή απέναντι στις ευρωπαϊκές πιέσεις, αλλά και τη συνοχή του κοινωνικού συνασπισμού του οποίου ηγείται. Ας μην ξεχνάμε πως ο εξωτερικός δανεισμός και το ευρώ ενίσχυσαν κοινωνικά κυρίως τα πιο ισχυρά τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου που αρθρώνονταν γύρω από τον χρηματοπιστωτικό  τομέα, ενώ ενέτειναν την αυτονόμηση  του ελληνικού κράτους από την κοινωνία. Αντίθετα, η βάση της εξουσίας μιας κυβέρνησης υπό τον ΣΥΡΙΖΑ θα έγκειται στον κοινωνικό συνασπισμό των εργαζομένων της Ελλάδας, ενάντια σε μεγάλες πιέσεις, τόσο από τις προσαρμοσμένες στην παγκοσμιοποίηση ελίτ του εσωτερικού όσο και από το εξωτερικό. Αυτό συνιστά μια στοιχειώδη παραδοχή στρατηγικής σημασίας, που οφείλουν να μην παραγνωρίζουν όσοι ενδιαφέρονται για την απόκτηση της ηγεμονίας από την Αριστερά.

Η αριστερή κυβέρνηση θα μπορούσε να ενδυναμώσει την κοινωνική βάση της εξουσίας της, κατακτώντας πληρέστερα την πολιτική ηγεμονία, αν χειριζόταν εύστοχα  και ορισμένα ζητήματα ιδεολογικής σημασίας, σε μια κατεύθυνση υπαγωγής του φιλελευθερισμού στη δημοκρατία. Τέτοιο ζήτημα είναι η οικονομική μετανάστευση. Η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της Αριστεράς, ότι η οικονομική μετανάστευση είναι αποδεκτή και αρκεί απλώς να κατανεμηθεί σε όλη την Ε.Ε., είναι νεοφιλελεύθερη και απορριπτέα από τη σκοπιά του σοσιαλισμού που αναφέρεται στη χειραφέτηση της μισθωτής εργασίας. Είναι νεοφιλελεύθερη, γιατί αποδέχεται την ελευθερία της κίνησης της εργασίας, η οποία, μαζί με τις ελευθερίες κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων κλπ., συνιστούν τις θεμελιώδεις αρχές της (νεοφιλελεύθερης) παγκοσμιοποίησης. Ακόμη και η, διαμέσου της νομιμοποίησης μεγάλου αριθμού μεταναστών, απάλυνση κάποιων εξουθενωτικών συνεπειών που επιφέρει η παράνομη μετανάστευση και η μαύρη εργασία, δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της δημιουργίας μεγάλου αριθμού ανέργων (Ελλήνων και μεταναστών) και του απορρέοντος από αυτό τον εφεδρικό στρατό εργασίας συμπιεστικού προς τα κάτω αποτελέσματος για τις μέσες αμοιβές της μισθωτής εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις, το κράτος πρόνοιας, την κοινωνική της θέση, την αξιοπρέπειά της και την πολιτική της ισχύ.

Στη βάση μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης υπέρ των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων του τόπου, η Αριστερά πρέπει να αποφασίσει δεσμευτικά αν χρειάζεται να στηρίξει μέρος της ανάπτυξής του σε οικονομικούς μετανάστες, πόσους χρειάζεται, για ποιους κλάδους, για ποιες περιοχές. Και οφείλει να ελέγξει αυστηρά την εφαρμογή των αντίστοιχων κανόνων. Για την κοινωνική συμβίωση, το εκπαιδευτικό σύστημα κλπ., θα μπορούσαν τότε να επιβληθούν κανόνες στηριζόμενοι σε έναν συνδυασμό συνταγματικού (αργότερα ίσως και παραγωγικού) πατριωτισμού και στοιχειωδών αρχών κοινωνικής ευπρέπειας.

             

 

Ο Θανάσης Ν. Μποχώτης είναι δρ Ιστορίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s