Το τέλος της γιορτής

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. 23.7.1974. Ημέρα αναγεννήσεως». Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Σπύρος Καραχρήστος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2003).
.

Η «γιορτή της δημοκρατίας» δεν πραγματοποιήθηκε φέτος στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου. Οι αιτιολογίες ήταν δύο. Μια επίσημη, «η δοκιμασία που περνά ο Ελληνικός Λαός», όπως λέει η ανακοίνωση της Προεδρίας. Και μια ανεπίσημη, το πρόβλημα που θα δημιουργούσε η παρουσία βουλευτών της Χρυσής Αυγής, αφού ως κοινοβουλευτικό κόμμα –τρομάρα μας!– έπρεπε να προσκληθούν. Ως προς την πρώτη, νομίζω ότι φαιδροποιούμε την έννοια της εξοικονόμησης δαπανών αν εννοούμε το κόστος των προσκλήσεων και της πορτοκαλάδας — κυριολεκτώ, αφού, ήδη από πέρσι, η Προεδρία της Δημοκρατίας είχε περιορίσει τα προσφερόμενα στη δεξίωση σε χυμούς. Ως προς τη δεύτερη, αν ισχύει, αντιπροσωπεύει τη λογική «πονάει δόντι, κόβει κεφάλι». Με βάση αυτή, θα ’πρεπε να καταργήσουμε κι ένα σωρό άλλα, με αποκορύφωμα το ίδιο το Κοινοβούλιο, για να παρακάμψουμε το αγκάθι της παρουσίας εκεί Χρυσαυγιτών.

***

Γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή, ορθότερα, η κυβέρνηση (αφού είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μια τέτοια απόφαση την έλαβε ο ανεύθυνος πολιτικά, κατά το Σύνταγμα, ανώτατος πολιτειακός άρχων) αποφάσισε τη ματαίωση της γιορτής; Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός σχετίζεται άμεσα με τη συστηματική και ενορχηστρωμένη επίθεση, όλα τα τελευταία χρόνια, εκ μέρους του κυρίαρχου πολιτικού και μηντιακού μπλοκ, στη μεταπολίτευση. Αν η μεταπολίτευση, όπως κανοναρχούν, είναι η πηγή όλων των δεινών (της φαυλοκρατίας, του λαϊκισμού, της ασυδοσίας) που μας οδήγησαν στον τωρινό γκρεμό, τότε αρμόζει να την εορτάζουν κάποιοι γραφικοί, αριστεριστές και συριζαίοι, σε τίποτα γούπατα ή λαγούμια των Εξαρχείων, και πάντως όχι η πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της χώρας, στους κήπους της Ηρώδου του Αττικού.

«Σύμφωνοι, αλλά εμάς τι μας κόφτει;» ήταν η αντίρρηση που άκουσα από κάμποσους, φίλους και συντρόφους. Δεν ήταν, ετούτη η γιορτή, μια κοσμική δεξίωση, μια παράτα, η οποία μάλιστα, όσο η δημοκρατία μας συρρικνώκνεται, καταντάει υποκριτική; Δεν είναι η ίδια γιορτή στην οποία πέρσι ο ΣΥΡΙΖΑ και πολλοί αντιστασιακοί αρνήθηκαν να παρευρεθούν;

Κι όμως, όσο και αν η γιορτή ήταν κοσμική και υποκριτική (και πολύ καλά έπραξαν πέρσι, στον απόηχο των «πλατειών» και της βάρβαρης καταστολής, αυτοί που αρνήθηκαν να παραστούν) η κατάργησή της μας αφορά, και μάλιστα πολύ. Ασφαλώς, οι εθνικές γιορτές και οι ανδριάντες και οι πανηγυρικοί και όλα τα σχετικά κουβαλούν μαζί τους ένα ισχυρό φορτίο κομφορμισμού, συμβατικότητας, στρογγυλέματος, ενίοτε και παραποίησης της ιστορικής πραγματικότητας, για να ενταχθούν στο εθνικόν πάνθεον. Βεβαίως, υπηρετούν τις επιδιώξεις των κρατούντων, αποτυπώνουν τους εκάστοτε συσχετισμούς και επιτελούν μια λειτουργία ενσωμάτωσης,[1] όπως λ.χ. η ανακήρυξη της 17ης Νοεμβρίου σε σχολική γιορτή, από την «κυβέρνηση της Αλλαγής», το 1981. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, δεν μας αφήνουν αδιάφορους. Γιατί, από τη μια, μπορούμε και πρέπει να κρατάμε αποστάσεις ή να απέχουμε, να επισημαίνουμε τις παραποιήσεις, να φτιάχνουμε τις δικές μας γιορτές, να θυμίζουμε ότι το «πραγματικό νόημα» του Πολυτεχνείου βρίσκεται στην εξέγερση και όχι στον εκπασοκισμό του κράτους. Αλλά, από την άλλη, δεν μας είναι διόλου αδιάφορο ποια σύμβολα επιλέγει η ελληνική πολιτεία, αν προτιμάει να τιμήσει τον Τσολάκογλου ή τον Βελουχιώτη, αν στήνει μνημεία για τους «σφαγιασθέντας υπό των εαμοσλάβων» (όπως έκανε τα μετεμφυλιακά χρόνια) ή για την Εθνική Αντίσταση, αν ανακηρύσσει τη Μακρόνησο τόπο ιστορικής μνήμης ή την αφήνει να ρημάζει, αν τιμάει τον Παύλο Ζάννα, τον Σάκη Καράγιωργα και τον Σπύρο Μουστακλή ή τους ποικίλους «Λαυρέντηδες» που είχαν πάρα πολύ διάβασμα επί επταετίας, ακόμα ακόμα και αν εκείνος εκεί ο μεγάλος κήπος απέναντι από το Προεδρικό ονομάζεται «Εθνικός» ή «Βασιλικός».

Γιατί όλα τούτα δεν είναι διόλου ουδέτερα, πολιτικά και ιδεολογικά, δεν είναι άμοιρα των τωρινών επίδικων. Πριν λίγα χρόνια, φαντάζομαι, ο βασιλικός επίτροπος της Χούντας Αθανάσιος Ανδρεουλάκος, πανευτυχής, θα φορούσε το κουστούμι του και θα πήγαινε στη δεξίωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αφού, ομνύοντας πίστη στο νέο καθεστώς, θα ξέπλενε τη χουντική προϋπηρεσία του. Εφέτος, ακόμα πιο πανευτυχής, με τη ματαίωση της δεξίωσης δεν χρειάζεται να κάνει τέτοια θεατρικά.

 

ΥΓ. Εντυπωσιακό, αλλά και ενδεικτικό, είναι ότι το γεγονός έμεινε ασχολίαστο. Εξαίρεση, που επιβεβαιώνει τον κανόνα, κάποια άρθρα (από άλλη σκοπιά το καθένα): του Χρήστου Γιοβανόπουλου στον Δρόμο (goo.gl/H3RSn), του Παύλου Αθανασόπουλου στη Μεταρρύθμιση (goo.gl/QyrXY), της Σοφίας Βιδάλη στην Αυγή (goo.gl/UMLEu).


[1] Παραπέμπω πρόχειρα στο Μνήμη του κακού, πειρασμός του καλού του Τζβετάν Τοντόροφ, Εστία, Αθήνα 2003.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το τέλος της γιορτής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s