Αυτοσχέδια πολεοδομία σε καιρούς κρίσης

Standard

της Ελένης Κούκη

 Η έκθεση «Hands on Urbanism 1850-2012. TheRighttoGreen», που διοργάνωσε το Αρχιτεκτονικό Κέντρο της Βιέννης, ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιουνίου, αλλά η οπτική της μπορεί να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση, ειδικά σε πόλεις της κρίσης, όπως η Αθήνα.

Ma Shi Po Village, Νέες περιοχές στο Χονγκ Κογκ. © Shu-Mei Huang

Αρχικά, όταν βλέπεις στο κέντρο της Βιέννης τις τεράστιες αφίσες που αναγγέλλουν μια έκθεση για τον αστικό σχεδιασμό από το 1850 μέχρι και σήμερα, το μυαλό σου πηγαίνει στα μεγάλα πολεοδομικά προγράμματα που στα μέσα του 19ου αιώνα άλλαξαν για πάντα τη μορφή πόλεων όπως το Παρίσι και η Βιέννη, σάρωσαν τα μεσαιωνικά τους στοιχεία και τους άνοιξαν τον δρόμο για να γίνουν οι πρώτες εμβληματικές μητροπόλεις της νεωτερικότητας. Μετά, όμως, προσέχεις τον τίτλο της έκθεσης, «Hands on Urbanism, 1850-2012» (κατά προσέγγιση θα μεταφράζαμε «Αυτοσχέδιος εξαστισμός»), και συνειδητοποιείς πόσο πρωτότυπο είναι το εγχείρημα. Γιατί, αυτή τη φορά, το ζητούμενο ήταν να περιγραφεί η ιστορία της μοντέρνας πολεοδομίας από τα κάτω, να αναδειχθεί το πώς η αυτοοργάνωση ανθρώπων που βρίσκονταν σε θέση επισφάλειας έδωσε νέες λύσεις, πίεσε για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης στις αχανείς μητροπόλεις του καπιταλισμού και, γιατί όχι, έθεσε τη βάση για μια πιο δημοκρατική αντίληψη της πολεοδομίας.

Μάλιστα, οι επιμελητές έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε εγχειρήματα που έχουν να κάνουν με τη διεκδίκηση δημόσιων χώρων πρασίνου, από το πασίγνωστο κίνημα των κοινοτικών κήπων στη Νέα Υόρκη μέχρι το κίνημα για την αστική γεωργία (UPA), στην Κούβα. Σύμφωνα με τους οργανωτές, η διεκδίκηση ενός χώρου πρασίνου από μια κοινότητα είναι πάντα μια περίπλοκη πράξη, που όχι μόνο της εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αλλά ενδυναμώνει τους δεσμούς στο εσωτερικό της και θεμελιώνει τον αυτοσεβασμό της.

Αν και για τους θεωρητικούς έννοιες όπως η αρχιτεκτονική της κρίσης βρίσκονται από καιρό στο επίκεντρο των προβληματισμών τους, η έκθεση δίνει στο ευρύτερο κοινό μια εντελώς νέα οπτική. Μας προτείνει να κοιτάξουμε σε καταυλισμούς προσφύγων στο Χονγκ Κογκ, σε παραγκουπόλεις στα όρια των μητροπόλεων της Λατινικής Αμερικής, στις ελαφριές κατασκευές των άστεγων του Τόκιο και στις παράνομες πολυκατοικίες των εσωτερικών μεταναστών της Κωνσταντινούπολης, όχι για να φρυάξουμε με την έλλειψη υποδομών, αλλά για να αντιληφθούμε την πρωτοτυπία των λύσεων, τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μαστορεύουν τη ζωή τους ακόμη και με ελάχιστα μέσα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι αυτοσχέδιες λύσεις είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από τα επίσημα μεγαλομανή σχέδια «περί αξιοποίησης», που απαιτούν υπέρογκα κονδύλια. Όλοι έχουμε δει φωτογραφίες παραγκουπόλεων, και κατά κανόνα η αποτύπωση της ύπαρξής τους αποτελεί και πρόσκληση για την εξαφάνισή τους, σαν πειστήριο ενός εγκλήματος που κάποιος φωτισμένος κεντρικός πολεοδόμος πρέπει να επιληφθεί για να το ξεδιαλύνει. Σε αυτή την έκθεση, όμως, βλέποντας το βίντεο ενός πρόσφυγα Κινέζου που χτίζει σπίτια χρησιμοποιώντας υλικά από δεύτερη χρήση στον παράνομο οικισμό Ma Shi Po στα New Territories του Χονγκ Κονγκ, μπορείς να συνειδητοποιήσεις τους κόπους και την τέχνη που απαιτούνται για να δημιουργηθούν αυτές οι μικρές κοινωνίες, που δίνουν στέγη σε ανθρώπους των οποίων την ευθύνη κανένας επίσημος θεσμός δεν θέλει να αναλάβει.

Ακόμη πιο πρωτότυπη είναι η ιστορική οπτική της έκθεσης. Συνδέοντας τον 19ο με τον 20όαιώνα, συνέδεσε τις εμπειρίες του δυτικού κόσμου με την Ανατολή και τις αναπτυσσόμενες κοινωνίες, λύνοντας ένα γόρδιο στερεότυπο που θέλει τους «αυτοσχέδιους» οικισμούς προνόμιο των κρατών εκείνων που, σε αντίθεση με τα παλιά κράτη της Ευρώπης, δεν μπορούν να δείξουν «πολεοδομική πυγμή». Έτσι, η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στα πειράματα των λεγόμενων allotment gardens σε διάφορες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, τη Λειψία, τη Βρέμη και, φυσικά, τη Βιέννη του 19ου αιώνα, όταν η πόλη εκτινασσόταν πληθυσμιακά, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσφέρει ούτε στέγη στους νεοεισερχόμενους εργάτες, αλλά ούτε καν ένα μίνιμουμ συνθηκών επιβίωσης. Τότε ήταν που διάφορες ομάδες άρχισαν να διεκδικούν άκτιστες εκτάσεις στον περίγυρο της πόλης, φτιάχνοντας με τα χέρια τους μικροσκοπικά σπιτάκια και λαχανόκηπους που θα τους εξασφάλιζαν ένα μίνιμουμ επιβίωσης. Η έκθεση περιδιαβαίνει στις μεγάλες ιδεολογικές διαμάχες που προκάλεσαν αυτοί οι οικισμοί, πρώτα απ’ όλα στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο δεν ήταν σίγουρο αν το αίτημα για την απόκτηση στέγης μπορούσε να συνδυαστεί με τα σοσιαλιστικά ιδανικά ή  έστρεφε τον κόσμο στην επίτευξη ενός μικροαστικού ιδανικού.

Μετά, η έκθεση μας μεταφέρει στο Σικάγο των αρχών του 20ού αιώνα, μια πόλη που αναπτύσσεται με χαοτικό τρόπο. Εκεί, η δημιουργία του πρώτου κοινωνικού κέντρου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, του Hull House, θα θέσει νέα δεδομένα για τη διαβίωση στις εργατικές γειτονιές, απαλύνοντας τις συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών μεταναστευτικών κοινοτήτων. Στο εργατικό κέντρο του Σικάγου θα δημιουργηθεί και η πρώτη παιδική χαρά της πόλης, αποδεικνύοντας ότι τα προγράμματα για την αποκατάσταση των ευπαθών ομάδων έχουν ευεργετική επίδραση σε όλη την πόλη, δημιουργώντας νέους τύπους υποδομών που επιτρέπουν στον καθένα να ζήσει με πιο ποιοτικό τρόπο, και όχι μόνο σε αυτούς που η οικονομική τους επιφάνεια τους επιτρέπει να «αγοράζουν χώρο». Σκέφτηκα την Αθήνα και το κλείσιμο της παιδικής χαράς του Άγιου Παντελεήμονα, που σηματοδοτεί την ακριβώς αντίθετη εξέλιξη: η άνοδος μιας ιδεολογίας που υποστηρίζει ότι το δικαίωμα στη ζωή ανήκει μόνο σε κάποιους, και όχι σε όλους, συνήθως σηματοδοτεί και το τέλος του δημόσιου χώρου ως τόπου προσπελάσιμου από όλους.

Πολλές φορές, περιδιαβαίνοντας από ενότητα σε ενότητα, σκέφτηκα την Αθήνα. Πολύ περισσότερο που η έκθεση δεν υιοθετεί αβασάνιστα έναν αισιόδοξο τόνο, αλλά περιγράφει με σαφήνεια τις επιτυχίες αυτών των κινημάτων, τις υποστροφές τους, τις ριζοσπαστικές, αλλά και τις συντηρητικές φάσεις τους, τους κινδύνους που καμιά φορά συνεπάγεται η ίδια η επιτυχία τους. Παρακολουθώντας το βίντεο για το κίνημα των κοινοτικών κήπων της Νέας Υόρκης, ένα κίνημα που φύτρωσε από την αισιοδοξία του flower power του ’60 και την πετρελαϊκή κρίση του ’70, για να δώσει νέα πνοή στις υποβαθμισμένες συνοικίες και τελικά να τραβήξει την όρεξη των κατασκευαστικών εταιρειών και την προσοχή του δημάρχου Ρούντι Τζουλιάνι, αισθάνθηκα την ίδια αγωνία που αισθανόμουνα παιδί όταν έβλεπα κάποια περιπέτεια όπου οι καλοί κινδύνευαν να καταποντιστούν από τους κακούς. Προφανώς, αυτή η συναισθηματική ταύτιση δεν οφειλόταν στη μακρινή Νέα Υόρκη, καθώς όμως μάθαινα για την ιστορία του κήπου του Lower East Side, ο νους μου ξαναγύριζε στα πάρκα της Κύπρου και της Ναβαρίνου, στο Ελληνικό, στη Βίλα Ζωγράφου, στη δημοτική αγορά της Κυψέλης…

Ένα από τα συμπεράσματα, που σιωπηλά αλλά εύγλωττα αναδεικνύει η έκθεση, είναι ότι τα πιο επωφελή αυτοσχέδια προγράμματα εξαστισμού είναι αυτά που τελικά αποκτούν ένα είδος θεσμικής αναγνώρισης, πράγμα που τους επιτρέπει να μετατρέψουν τις παρεμβάσεις τους σε μόνιμες. Αυτή η διαδικασία, όμως, ταυτόχρονα επιτρέπει και τη συντηρητικοποίησή τους, και ίσως αργότερα τη μουσειοποίησή τους. Οι συνοικισμοί των allotment gardens σήμερα στη Βιέννη αλλά και διάφορες γερμανικές πόλεις μοιάζουν περισσότερο με παράδοξους συνοικισμούς κουκλόσπιτων που προκαλούν μια ακαθόριστη νοσταλγία, παρά με μαρτυρίες ενός διαφορετικού εγχειρήματος διαβίωσης μέσα στην μεγαλούπολη.

Ακόμη κι έτσι, όμως, μένει το κέρδος ότι, έστω για μια στιγμή, η κεντρική διοίκηση, αντί να εκδίδει διατάγματα από το βάθρο της, έστρεψε το βλέμμα της στη βιωμένη εμπειρία, διέγνωσε τα πλεονεκτήματα των βιωμένων λύσεων και τα ενστερνίστηκε.

Σκέφτομαι, λοιπόν, την Αθήνα, τις κραυγές για την υποβάθμιση του κέντρου, τα άκρως μαξιμαλιστικά σχέδια για την ανάπλασή του και αναρωτιέμαι αν υπάρχει πιθανότητα, κάποια μέρα, κάποιος να μελετήσει τις στρατηγικές διαβίωσης των μεταναστών χωρίς χαρτιά, των άστεγων, των πάσης φύσης επισφαλών ομάδων, όχι για να φρίξει, να καταγγείλει, να επιδείξει φιλάνθρωπα συναισθήματα, αλλά για να καταλάβει πώς άνθρωποι με ελάχιστους πόρους αξιοποιούν κοινωνικά δίκτυα, υλικά σε δεύτερη χρήση και εγκαταλελειμμένους χώρους για να κατορθώσουν να κατοικήσουν σε μια πόλη που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη για αυτούς. Μετά, όμως, θυμάμαι τις προεκλογικές κορόνες του Χρυσοχοΐδη και τις καισαρικής μεγαλοπρέπειας δηλώσεις του Δένδια και συνειδητοποιώ, για μια ακόμη φορά, ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται, αλλά θεωρεί απειλή τον «αυτοσχέδιο εξαστισμό».

Φωτογραφίες, πληροφορίες και ο κατάλογος της έκθεσης στο: http://www.azw.at/page.php?node_id=3&page_id=744&lang_id=en

Η Ελένη Κούκη είναι υποψήφια δρ Ιστορίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s