Άντερς Μπρέιβικ: ψυχρός, ατάραχος και ψυχικά υγιής

Standard

Το μόνο που πρέπει να αλλάξει η τρομοκρατική επίθεση στην Ουτόγια είναι ο ακροδεξιός ρατσισμός

 του Όουεν Τζόουνς

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

 Ο Άντερς Μπρέιβικ είναι ένας ακροδεξιός τρομοκράτης, όχι ένας τρελός. Σε κάποιους είναι δύσκολο να αφομοιώσουν την ετυμηγορία αυτή: έχουμε έναν άντρα που εκτέλεσε με μεθοδικότητα δεκάδες έφηβους, είτε αυτοί έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν είτε είχαν παραλύσει από τον τρόμο. Πυροβόλησε παιδιά που παρίσταναν τα πεθαμένα ή  προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κολυμπήσουν για να γλιτώσουν. Την ώρα που ξανάφερνε στη μνήμη του τα ογδόντα λεπτά της σφαγής, σε μια απ’ τις πιο ψύχραιμες, ίσως, απολογίες στη μεταπολεμική νομική ιστορία της Ευρώπης, ο τόνος του ήταν ψυχρός και ατάραχος. Ο Μπρέιβικ πέρασε τη δίκη μειδιώντας, ενώ η μόνη στιγμή που έκλαψε ήταν κατά διάρκεια του αξιοθρήνητου προπαγανδιστικού βίντεο που ο ίδιος είχε φτιάξει. Χαμογέλασε ξανά, όταν το δικαστήριο αποφάσισε πως έχει σώας τας φρένας, ανατρέποντας προηγούμενες ψυχιατρικές εκθέσεις. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε: γι’ αυτόν τον αυτοαποκαλούμενο «πολιτικό ακτιβιστή», το να τον στείλουν σε κάποια ψυχιατρική κλινική θα ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του, ο «απόλυτος εξευτελισμός».

Αλλά και πολλές από τις οικογένειες των θυμάτων αναστέναξαν, επίσης, με κάποια ανακούφιση, όταν η περίπτωση της παραφροσύνης αποκλείστηκε. Κάτι τέτοιο θα απάλασσε τον δολοφόνο από την προσωπική ευθύνη για τη σφαγή, την ώρα που εκείνοι θεωρούσαν –και δικαίως– τη θηριωδία του Μπρέιβικ πολιτικό έγκλημα. Όταν τρομοκράτες πυροδοτούν τα ίδια τους τα σώματα στο όνομα, δήθεν, του Αλλάχ, το ζήτημα της παραφροσύνης σπάνια τίθεται στη δημόσια συζήτηση: προφανώς, τους ισλαμιστές τρομοκράτες τους διακατέχει μια ιδεολογία μίσους, ενώ ένας λευκός ακροδεξιός δολοφόνος δεν μπορεί παρά να είναι κλινικά παράφρων. Παρά τις φρικαλεότητες που είχαν θύματα εκατομμύρια Ευρωπαίους στη διάρκεια του 20ού αιώνα –και αποτελούν ζωντανή μνήμη– πολλοί από εμάς αγωνιζόμαστε να αποδεχθούμε ότι απολύτως «λογικά» ανθρώπινα όντα είναι ικανά για πράξεις ανείπωτης βαρβαρότητας. Ο Μπρέιβικ δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη ως ένας μανιακός δολοφόνος, ως ο Χάρολντ Σίπμαν ή ο Τεντ Μπάντι της Νορβηγίας. Είναι ένας πολιτικός τρομοκράτης, και το αιματοκύλισμα που προκάλεσε είχε ως κίνητρο το μίσος απέναντι στους σοσιαλιστές και τους μουσουλμάνους.

Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Νορβηγών είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένη με την ετυμηγορία του δικαστηρίου· επιζήσαντες της σφαγής της Ουτόγια τουίταραν την ικανοποίησή τους. Η Έμμα Μαρτίνοβιτς, για παράδειγμα, συνόψισε λακωνικά τα συναισθήματά της, γράφοντας: «YEEEEEEESSSSSSSS!!!». Ωστόσο, κάποιοι Βρετανοί εξέφρασαν την αποστροφή τους για το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που δολοφόνησε 77 άτομα καταδικάστηκε μονάχα σε 21 χρόνια φυλάκιση, ή τρεις μήνες και οκτώ ημέρες ανά θύμα. Στην πραγματικότητα βέβαια (με βάση το νορβηγικό δίκαιο), δεν θα μπορέσει ποτέ να αποφυλακιστεί, όσο κρίνεται ότι συνιστά απειλή για την κοινωνία.

Η ποινή αυτή, όμως, συνοψίζει τη συνολική προσέγγιση της Νορβηγίας σε μια τρομοκρατική επίθεση που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αποσταθεροποιήσει άλλες χώρες. Έχουμε δει άλλα κράτη, διαχειριζόμενα την τρομοκρατία, να ενδίδουν ουσιαστικά σε αυτήν, καθώς οι κοινωνίες τους μετατρέπονται σε πιο αυταρχικές, δυσανεκτικές και καταπιεστικές: οι πολιτικοί τους περνούν νόμους που περιορίζουν τις πολιτικές ελευθερίες. Θα μπορούσε άραγε ένας Βρετανός πρωθυπουργός να δακτυλογραφήσει ένα απαξιωτικό σημείωμα, σαν κι αυτό του Γενς Στόλτενμπεργκ, ως πρώτη αντίδραση στη φρίκη; «Η νορβηγική απάντηση στη βία είναι περισσότερη δημοκρατία, πιο ανοιχτή κοινωνία και μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή». Η Νορβηγία διαχειρίστηκε την όλη υπόθεση απολύτως θεσμικά, επιβάλλοντας τη μέγιστη ποινή που προβλέπεται από τη νομοθεσία της χώρας. Το μήνυμα ήταν σαφές: ο Μπρέιβικ δεν πρόκειται να μας αλλάξει.

Εκτός από περιπτώσεις εγκλημάτων πολέμου, η Νορβηγία δεν έχει εκτελέσει κανέναν από το 1876. Αμέσως μετά την τρομοκρατική θηριωδία, μόνο ένα 16% των νορβηγών πολιτών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, τασσόταν υπέρ της θανατικής ποινής. Ο ίδιος ο Μπρέιβικ υποστήριξε πως υπήρχαν μόνο δύο «δίκαιες και εύλογες» καταλήξεις στη δίκη του: αθώωση ή θάνατος. Μια καταδίκη σε 21 έτη κάθειρξη θα αποτελούσε, για τον ίδιο, μια «αξιοθρήνητη τιμωρία». Αλλά η νορβηγική δικαιοσύνη στέρησε από τον ακροδεξιό φανατικό αυτό που επιθυμούσε — να γίνει μάρτυρας.

Ο Μπρέιβικ υποστήριξε πως οι επιθέσεις ήταν αναγκαίες για να σταματήσει η «ισλαμοποίηση» της Νορβηγίας. Ωστόσο, τουλάχιστον κατά τους πρώτους μήνες, οι επιθέσεις τροφοδότησαν μια έντονη αντίδραση ενάντια στη μισαλλοδοξία. Το λαϊκίστικο αντι-μεταναστευτικό Προοδευτικό Κόμμα –ο Μπρέιβικ υπήρξε μέλος του μέχρι το 2006– εισέπραξε ένα ηχηρό  χαστούκι στις τοπικές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου, γνωρίζοντας μια κατακόρυφη πτώση του ποσοστού του κατά έξι μονάδες,  πέφτοντας στο 11,4%.

Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εφησυχάζει. Η αρχική αντίδραση έχει ξεθωριάσει, και ο πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Θόρμπιορν Γιάγλαντ δήλωσε: «Δεν θεωρώ πως έχουμε αλλάξε πολύ τον τελευταίο χρόνο». Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικοί ήταν «πιο προσεκτικοί» σε συζητήσεις περί μετανάστευσης και μουσουλμάνων, «αν κοιτάξουμε τι συμβαίνει σε τοπικό επίπεδο, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει».

   Ωστόσο, δεν είναι μόνο η Νορβηγία που πρέπει να διδαχθεί από τα γεγονότα του περασμένου Ιουλίου. Ενώ κάποτε η Ευρώπη είχε διαποτιστεί από το δηλητήριο του αντισημιτισμού, τώρα υπάρχει μια λανθάνουσα πανδημία ισλαμοφοβίας στην ήπειρο. Είτε πρόκειται για την Αγγλική Λίγκα Αμύνης που κάνει παρελάσεις στους δρόμους μας, είτε για το ποσοστό-ρεκόρ του Γαλλικού Εθνικού Μετώπου στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου, το μίσος είναι βαθύ, έντονο και ανησυχητικό. Η πιο μεγάλη τιμή στη μνήμη των 77 θυμάτων του Μπρέιβικ θα είναι αν η θηριωδία αυτή ενισχύσει και ανανεώσει την αποφασιστικότητα για το τσάκισμα της ακροδεξιάς και την αναχαίτιση της ισλαμοφοβικής υστερίας.

Ο Μπρέιβικ αποχώρησε από την αίθουσα του δικαστηρίου χαιρετώντας φασιστικά και είναι βέβαιο πως βλέπει τον εαυτό του ως μάρτυρα του ρατσιστικού του οράματος. Η ελπίδα μας πρέπει, στα σίγουρα, να είναι να βουλιάξει στην αφάνεια, ως ένας ηττημένος τρομοκράτης: ενδυναμώνοντας όχι αυτούς που μισούν τους Μουσουλμάνους και τους σοσιαλιστές, αλλά  αυτούς που είναι αποφασισμένοι να τσακίσουν την ακροδεξιά ως πολιτική δύναμη.

O Owen Jones είναι δημοσιογράφος και ερευνητής. Το βιβλίο του «Chavs: The Demonization of the Working Class» (Verso Books) κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2001. Τώρα ετοιμάζει το δεύτερο βιβλίο του, σχετικά με το βρετανικό κατεστημένο, που  θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Penguin. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο μπλογκ του «Independent» (http://blogs.independent.co.uk/2012/08/24), στις 28.4.2012.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Άντερς Μπρέιβικ: ψυχρός, ατάραχος και ψυχικά υγιής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s