O θάνατος της Σούλαμιτ Φάιαρστοουν

Standard

Ο φεμινισμός δεν είναι απλώς διεκδίκηση κοινωνικής ισότητας, είναι η σημαντικότερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία

 

της Έλενας Πατρικίου

Ο θάνατός της την περασμένη εβδομάδα ήρθε να επιβεβαιώσει την ήττα της και να επισφραγίσει τη συνολική συλλογική ήττα του ριζοσπαστικού Δεύτερου Κύματος του φεμινισμού. Η Σούλαμιτ Φάιαρστοουν πέθανε μόνη στα 67 της στο νεοϋορκέζικο διαμέρισμά της, όπως μόνη έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής της, όταν αποχώρησε από το φεμινιστικό κίνημα για να αρχίσει μια οδυνηρή πορεία σημαδεμένη από τη σχιζοφρένεια και την ζωγραφική. Αλλά τα πέντε χρόνια που έζησε στο κέντρο της τρικυμίας μέσα από την οποία αναδύθηκε επώδυνα ο ριζοσπαστικός φεμινισμός ήταν αυτά που, ακόμα κι αν δεν κατάφεραν να νοηματοδοτήσουν για πάντα τη δική της ζωή, σίγουρα άλλαξαν ες αεί τη δική μας.

Η ιστορία άρχισε στα τέλη του 1964, στους κόλπους της Νέας Αριστεράς και του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικάνων, όταν η Μαίρη Κινγκ και η Κάσυ Χαίυντεν κυκλοφόρησαν ένα αδιανόητα τολμηρό κείμενο με τον απίστευτα δειλό τίτλο Ένα είδος υπομνήματος για τη θέση των γυναικών μέσα στο κίνημα: «Οι άντρες του κινήματος δεν μπορούν καν να συζητήσουν το γυναικείο πρόβλημα εξαιτίας της δεδομένης πεποίθησής τους στην αντρική ανωτερότητα». Η αντίδραση στο Υπόμνημα συνοψίζεται στο βάναυσο αστειάκι του Στόκελυ Καρμάικελ (μετέπειτα ηγετικής μορφής των Μαύρων Πανθήρων): «Η θέση των γυναικών στο κίνημα είναι μπρούμυτα». Αλλά το   συνέχισε να κυκλοφορεί μέσα στο κίνημα ως υγρόν πυρ που η ανάφλεξή του, δύο χρόνια αργότερα, σηματοδότησε τη μαζική αποχώρηση των γυναικών από την αμερικάνικη Νέα Αριστερά και τη γέννηση του μεταπολεμικού φεμινισμού. Η στιγμή της έκρηξης, στη συνδιάσκεψη του SDS την Πρωτομαγιά του 1967, ήταν και η στιγμή της εμφάνισης της Σούλαμιτ Φάιαρστόουν.

Επικεντρωμένη στην αντιπολεμική δράση, η αμερικάνικη Αριστερά δεν μπορούσε να φανταστεί πως οι συζητήσεις για τις προεδρικές εκλογές του ’68 θα διακόπτονταν από δύο γυναίκες που ζήτησαν τον λόγο για να προτείνουν ένα ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο τα βασικά αιτήματα της Αριστεράς θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην ανατροπή των στερεοτυπικών εικόνων για τις γυναίκες, στην ανατροπή του γάμου και στην ελευθερία της αντισύλληψης και των εκτρώσεων. Η αλήθεια είναι πως η Φάιαρστοουν δεν πρόλαβε καν να διαβάσει το ψήφισμα που είχε συντάξει μαζί με την Τζο Φρήμαν. Ο πρόεδρος της συνεδρίας απλώς της έκλεισε το μικρόφωνο λέγοντας «Ηρέμησε, κοριτσάκι, εδώ συζητάμε σοβαρά πράγματα».

Τα κοριτσάκια δεν επρόκειτο να ηρεμήσουν. Η Φάιαρστοουν εγκατέλειψε την Σχολή Καλών Τεχνών του Σικάγου και ίδρυσε τις «Ριζοσπαστικές Γυναίκες της Νέας Υόρκης» με την Ανν Κεντ (που λίγο αργότερα θα έγραφε τον Μύθο του κολπικού οργασμού), την Κάθι Σαρατσάιλντ (που διατύπωσε το σύνθημα «Η γυναικεία αδελφοσύνη είναι πανίσχυρη» και επεξεργάστηκε την θεωρητική βάση για τις ομάδες αυτοσυνείδησης), την Κάρολ Χάνις (στην οποία ανήκει η φράση «Το προσωπικό είναι πολιτικό»). Το Κίνημα της Γυναικείας Απελευθέρωσης είχε πάρει τον δρόμο του.

Τα επόμενα τρία χρόνια είδαν τις ομάδες αυτοσυνείδησης να απλώνονται σαν πυρκαγιά, είδαν τα πρώτα μεγάλα speak-out για την έκτρωση, τους βιασμούς, το ξύλο και την πορνεία, είδαν τις μεγάλες καταγγελίες για τον γάμο και τους νόμους του διαζυγίου, είδαν τις πρώτες απόπειρες ερωτικού αυτοπροσδιορισμού των γυναικών και φεμινιστικής ανατροπής της «σεξουαλικής επανάστασης», είδαν τις παράνομες αμβλώσεις να οργανώνονται από τις ίδιες τις γυναίκες σε πείσμα της μαφίας και του επίσημου κράτους, είδαν τις πρώτες συγκρούσεις των γυναικών με την επίσημη ιατρική και τη χειραγώγηση του γυναικείου σώματος από την επιστήμη… Κι αν οι πόρτες που άνοιξαν τότε δεν έχουν κλείσει ακόμα εντελώς, αν η «αντεπίθεση» δεν έχει καταφέρει να ανατρέψει πλήρως την μεγαλύτερη επανάσταση του μεταπολεμικού 20ού αιώνα, είναι ίσως γιατί αυτά τα τρία χρόνια είδαν επίσης την αποτύπωση της θεωρητικής και λογικής επεξεργασίας του φεμινισμού: το 1970 είδε να γεννιούνται τα τρία σημαντικότερα γνήσια τέκνα της Μπωβουάρ: η Σεξουαλική πολιτική της Καίητ Μίλλετ, η Γυναίκα ευνούχος της Ζερμαίν Γκρηρ και η Διαλεκτική του σεξ της Σούλαμιτ Φάιαρστοουν.

«Στη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, που άντεξε», λέει η αφιέρωση της Διαλεκτικής του σεξ. Η Μπωβουάρ άντεξε να δώσει φιλοσοφική υπόσταση στην ιδέα πως το «γυναικείο ζήτημα» είναι το κατεξοχήν «ανθρώπινο» ζήτημα· άντεξε την εξωφρενική επίθεση και τις χυδαίες απόπειρες γελοιοποίησης· άντεξε, κυρίως, για μια ζωή, την επιλογή της ελευθερίας.

Μέσα στο θρασύ, αλαζονικό και μεγαλειώδες βιβλίο της εικοσιοπεντάχρονης φεμινίστριας, μέσα στη θρασεία, αλαζονική και μεγαλειώδη «διόρθωση» του ιστορικού υλισμού και της ψυχανάλυσης, αυτό που κυρίως εκρήγνυται είναι η προσδοκία της αναίρεσης της γυναικείας αντοχής. Η πεποίθηση πως η φεμινιστική επανάσταση θα ανατρέψει τους λόγους που υποχρεώνουν τις γυναίκες να «αντέχουν», δίνοντάς τους την δυνατότητα να ενταχθούν στον ανθρώπινο πολιτισμό.

«Οι φεμινίστριες πρέπει να θέσουν υπό ερώτηση όχι μόνο τη δυτική κουλτούρα στο σύνολό της, αλλά την ίδια την οργάνωση του ανθρώπινου πολιτισμού και, τελικά, την οργάνωση της ίδιας της φύσης. Πολλές παραιτούνται απελπισμένες. Άλλες συνεχίζουν — η οδυνηρή ευαισθησία τους στην γυναικεία καταπίεση υπάρχει για έναν μόνο λόγο, για να ανατρέψουν την καταπίεση».

Η ανατροπή της φύσης πρέπει τελικά να προηγηθεί της ανατροπής της βασικής καταπιεστικής δομής του πολιτισμού που είναι η καταπίεση των γυναικών. «Η “φύση” δεν είναι αναγκαστικά “ανθρώπινη” αξία». Αν η αιτία της καταπίεσης βρίσκεται στην βιολογική παγίδευση της γυναίκας μέσα στον εξοντωτικό κύκλο της αναπαραγωγής, τότε ο πολιτισμός οφείλει να ανατρέψει την φύση. Αν η αρχετυπική ταξική διάκριση των ανθρώπινων κοινωνιών βασίζεται σε μια ιδιότροπη ερμηνεία της βιολογικής πραγματικότητας που θέλει τον άντρα κάτοχο των μέσων (ανα)παραγωγής, την γυναίκα μέσον (ανα)παραγωγής και το παιδί προϊόν και υπεραξία, τότε η φεμινιστική επανάσταση πρέπει να ανατρέψει πρωτίστως την βιολογική πραγματικότητα.

Η ανέραστη Σουλαμίτιδα αυτού του ανεστραμμένου Άσματος Ασμάτων καταλήγει στην διακήρυξη της επαναστατικής αγαμίας: μέσα στον καπιταλισμό, ο έρωτας κατακερματίζεται σε ένα τρίπτυχο που παγιώνει την γυναικεία καταπίεση: η μία του πτυχή είναι ο «ερωτισμός» (η ελεγχόμενη μετατροπή του πόθου σε εμμονή για το γενετήσιο σεξ), η δεύτερη είναι η «σεξουαλική ιδιωτικοποίηση των γυναικών» (η μετατροπή του συνόλου της γυναικείας «τάξης» σε περιφερόμενα στερεότυπα), και η τρίτη είναι η «εξιδανίκευση της ομορφιάς»: χάρη σ’ αυτό το αλλοτριωτικό τρίπτυχο που σκόπιμα αυτοαντιφάσκει, οι γυναίκες καταλήγουν να αποδέχονται νευρωσικά τη φετιχοποίησή τους και την «κανονικότητα» της συλλογικής καταπίεσης.

Η Φάιαρστοουν έδειξε έναν συλλογικό δρόμο ανατροπής, που και η ίδια ήξερε πως είναι αδύνατον να τον πορευτεί οποιαδήποτε γυναίκα μόνη, «προσωπικά», εφόσον  είναι τελείως μη ρεαλιστική «η επιβολή θεωριών σε μια ψυχή ήδη θεμελιωδώς οργανωμένη σε συγκεκριμένες συναισθηματικές ανάγκες». Ο στόχος του ριζοσπαστικού φεμινισμού ήταν η ανατροπή των κοινωνικών δομών που παράγουν την συγκεκριμένη ψυχική οργάνωση, ελπίζοντας πως η ανατροπή (ίσως) θα φέρει την θεμελιακή αναδιοργάνωση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Η αγαμία ως μεταβατικό στάδιο, ως εγγύηση της γυναικείας ελευθερίας μέχρι να γίνει πραγματικότητα η ανθρώπινη απελευθέρωση, ήταν μία ριζοσπαστική επιλογή που νικήθηκε πολύ γρήγορα από έναν «σοσιαλδημοκρατικό», μίζερο αλλά βιώσιμο, φεμινισμό. Δεν είναι τυχαίο πως, στις αρχές του ’80, το φεμινιστικό κίνημα βούλιαξε διασπασμένο, μη ξέροντας πως να χειριστεί το πρόβλημα της πορνογραφίας, μη ξέροντας πώς να επιλέξει ανάμεσα στην ασυμβίβαστη μάχη κατά του θεωρητικού υποστρώματος της σεξουαλικής καταπίεσης και του βιασμού που είναι η πορνογραφία, και τον τρόμο για μια ενδεχόμενη μεταμόρφωση του φεμινισμού σε λογοκριτικό πουριτανικό ιερατείο.

Και δεν είναι τυχαίο πως εξακολουθούμε να ζούμε τόσο την σεξουαλικότητα όσο και την (όποια) ανεξαρτησία μας ακροβατώντας, η καθεμιά προσωπικά και μοναχικά, ανάμεσα στην επιθυμία για μια απόλυτη εκχώρηση του σώματος μας σ’ αυτόν που ενσαρκώνει τον έρωτα όταν ο έρωτας είναι μαγικός, και στην όλο και πιο ματαιωμένη υπεράσπιση του απόλυτου αυτοκαθορισμού μιας μαγικής ελευθερίας.

 

 

Η Έλενα Πατρικίου είναι σκηνοθέτης και ιστορικός.

2 σκέψεις σχετικά με το “O θάνατος της Σούλαμιτ Φάιαρστοουν

  1. Πίνγκμπακ: Φούιτ.gr — Σ. Φάιαρστοουν: Ο φεμινισμός δεν είναι απλώς διεκδίκηση κοινωνικής ισότητας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s