Για τη χωροταξική αναδιοργάνωση των πανεπιστημίων

Standard

του Λόη Λαμπριανίδη

Λάιονελ Φάινγκερ, «Πλοία στο λιμάνι», 1963

 Γράφω αυτό το άρθρο αυτό με αφορμή τη «συζήτηση» που γίνεται, εδώ και δυο χρόνια περίπου, αναφορικά με τη διαφαινόμενη πρόθεση της κυβέρνησης επί υπουργίας Διαμαντοπούλου και σήμερα επί Αρβανιτόπουλου για τη χωροταξική και διοικητική αναδιοργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης (σχέδιο Καλλικράτης και τώρα Αθηνά τα οποία όμως δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ). Το θέμα αυτό απασχολεί άμεσα μια πληθώρα συναδέλφων στα περιφερειακά πανεπιστήμια όπου μάλιστα κάποιοι, έχοντας αποκτήσει κάποιες συνήθειες και θεωρώντας ότι μπορεί να αλλάξει δραστικά την καθημερινότητα τους  παρακολουθούν με δισταγμό την όλη συζήτηση. Εδώ θα αναφερθώ μόνο στην επιτακτική αναγκαιότητα για τη χωροταξική αναδιάρθρωση των πανεπιστημίων, κάτι που μάλιστα θα έπρεπε να είχε γίνει πολλά χρόνια πριν.

Σήμερα, υπάρχουν πανεπιστήμια σε 37 πόλεις. Η αλόγιστη αυτή διασπορά που πραγματοποιήθηκε από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ  πρέπει να αποδοθεί αφενός στο ότι η κοινωνία δεν φαίνεται να κατανοεί τη σημασία του πανεπιστημίου για την ανάπτυξή της μέσω της προώθησης της έρευνας και της παραγωγής κριτικά σκεπτόμενων επιστημόνων, αλλά και ως πεδίο αναπαραγωγής πολλαπλών εξουσιών (πανεπιστημιακών, τοπικών, κομματικών), που παράγει την πνευματική ηγεσίας της χώρας, συμβάλλοντας έτσι στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν φαίνεται να πιστεύει στο πανεπιστήμιο και στον ρόλο του ως μηχανισμού ανάπτυξης. Όσο για τις κυβερνήσεις, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες, δεν θεωρούσαν ότι η έρευνα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας· πίστευαν ότι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας θα επιτευχθεί κυρίως μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας (σήμερα τα Μνημόνια απλώς το διατυπώνουν απροκάλυπτα!). Ανάλογα προβλήματα αλόγιστης χωρικής διασποράς έχουμε και στα ΤΕΙ. Συγκεκριμένα τα 17 ΤΕΙ είναι διασκορπισμένα σε 43 πόλεις, εκ των οποίων οι 19 έχουν 1 μόνο τμήμα! (βλ. Πίνακες 1 και 2).

Έτσι, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ είχαν το περιθώριο να «παίζουν» ουσιαστικά εις βάρος του πανεπιστημίου, σπεύδοντας να υλοποιήσουν τα αιτήματα των τοπικών κοινωνιών που ζητούσαν να δημιουργηθεί πανεπιστήμιο στην περιοχή τους πιστεύοντας ότι έτσι θα αυξήσουν το γόητρό τους και κυρίως την ενεργό ζήτηση στην περιοχή τους. Τα πολιτικά κόμματα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στήριξαν αδιάκριτα αυτά τα αιτήματα.  Τέλος, υπάρχουν και ευθύνες στην ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα που πολύ εύκολα έσπευσε να υπακούσει στα κελεύσματα των τοπικών κοινωνιών, της εκάστοτε κυβέρνησης και κάποιων πολιτικών παραγόντων. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι υπήρξαν μεμονωμένες φωνές που επεσήμαναν τα προβλήματα που δημιουργούσε αυτή η αλόγιστη διασπορά των πανεπιστημίων.

Αναμφίβολα, υπάρχουν πολύ επιτυχημένα παραδείγματα περιφερειακών πανεπιστημίων  και αναμφίβολα τα περιφερειακά πανεπιστήμια προσέφεραν πολλά στις τοπικές κοινωνίες (π.χ. Γιάννενα και  Ξάνθη). Όμως, το κόστος αυτής της προσφοράς στην τοπική κοινωνία μπορεί να είναι πολύ μεγάλο για το κοινωνικό σύνολο εάν εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία του πανεπιστημίου. Η περιφερειακή πολιτική διαθέτει πολλά άλλα μέσα για την ανάπτυξη μιας περιοχής, δεν υπάρχει λοιπόν λόγος να «θυσιάσει» κανείς το πανεπιστήμιο γι’ αυτό τον σκοπό. Εξάλλου, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εάν το περιφερειακό πανεπιστήμιο δεν «ριζώσει» σε μια περιοχή, εάν δεν αποκτήσει μια «κρίσιμη μάζα» δεν προσφέρει παρά ελάχιστα στην οικονομία της περιοχής. Η προσφορά του στην τοπική οικονομία περιορίζεται στην αύξηση της κατανάλωσης και στη μεταφοράς πόρων από το δημόσιο και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ανάπτυξη της περιοχής.

Τα περιφερειακά πανεπιστήμια όχι μόνο δεν αυξάνουν απαραίτητα την κοινωνική δικαιοσύνη στον χώρο αλλά, αντίθετα, πιθανόν να επιτείνουν τα προβλήματα, καθώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, «προσαρμόζονται» στις αντιξοότητες που τους επιβάλλει η περιοχή εγκατάστασής τους. Κινδυνεύουν, λοιπόν, να μετατραπούν σε «επαρχιώτικα» πανεπιστήμια, όπου σπουδάζουν «επαρχιωτάκια».

Η δημιουργία περιφερειακών πανεπιστημίων, τα οποία συχνά είναι διασκορπισμένα σε περισσότερες από μια πόλεις (π.χ. Πανεπιστήμιο Αιγαίου σε 6 νησιά και Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου σε 5 πόλεις!), αποτελεί «πολυτέλεια». Είναι πολυτέλεια,  με την έννοια ότι εάν μια κοινωνία αποφασίσει να δαπανήσει πολλά χρήματα για τη δημιουργία ενός περιφερειακού πανεπιστημίου έχει πολλές πιθανότητες να ξεπεράσει τα εμπόδια και να δημιουργήσει ένα πανεπιστήμιο αξιώσεων. Εάν όμως η κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να δαπανήσει σημαντικούς πόρους, τότε μπορεί να οδηγηθούμε σε υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της έρευνας που παράγεται σε αυτό το πανεπιστήμιο.

Εάν το πανεπιστήμιο δεν έχει κάποιο αξιόλογο μέγεθος είναι εξαιρετικά δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να αποκτήσει τους πόρους, τις δυνατότητες και τη φήμη που θα το καταστήσουν επαρκές στο εθνικό αλλά και στο διεθνές πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης. Θα πρέπει λοιπόν οι πανεπιστημιακές μονάδες που υπάρχουν σε κάποιες επιλεγμένες πόλεις να ενισχυθούν, ώστε να λειτουργήσουν ως πόλοι ανάπτυξης. Οι πόλοι αυτοί θα ενισχυθούν με τη μετεγκατάσταση πανεπιστημιακών μονάδων από ορισμένες πόλεις όπου δεν έχουν προοπτικές να λειτουργήσουν ικανοποιητικά.

Τα περιφερειακά πανεπιστήμια, που σκορπίστηκαν με μια λογική εκλογικής πελατείας, πρέπει να «μαζευτούν» με τόλμη και  ορθολογικά ακαδημαϊκά κριτήρια, με κριτήρια δηλαδή εύρυθμης λειτουργίας πανεπιστημίου. Αυτό, ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, βραχυπρόθεσμα σε πολλές περιπτώσεις θα απαιτήσει πρόσθετες δαπάνες για νέα κτίρια στην περιοχή μετεγκατάστασης κλπ.

Υπάρχουν πολλά περιφερειακά πανεπιστήμια που υποφέρουν από «πολλαπλή περιφερειακότητα»: έχουν ελάχιστα τμήματα (11 πόλεις έχουν 1 μόνο τμήμα!), έχουν ελάχιστα τμήματα τα οποία μάλιστα δεν είναι συναφή, βρίσκονται σε μικρό νησί ή/και σε μικρή πόλη ή/και έξω από την πόλη με δύσκολη πρόσβαση και χωρίς τις εξυπηρετήσεις μιας πανεπιστημιούπολης. Θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει πολλά κριτήρια με τα οποία θα πρέπει να επιλεγούν οι πόλεις από τις οποίες θα αναδιπλωθούν οι πανεπιστημιακές μονάδες, όπως: τον αριθμό Τμημάτων, τη συνάφεια των Τμημάτων, το πόσο έχει «ριζώσει» στην πόλη (συναρτάται άμεσα με τον χρόνο ίδρυσής του), τον αριθμό φοιτητών και μελών ΔΕΠ, ποσοστό φοιτητών που εγγράφονται επί των εισακτέων, το μέγεθος της πόλης, το μαζί με πόσες άλλες συναποτελεί το πανεπιστήμιο η συγκεκριμένη πανεπιστημιακή μονάδα, την ευκολία πρόσβασης (νησί/όχι κλπ.), την προσβασιμότητα της πανεπιστημιούπολης από την πόλη, την ύπαρξη αξιόλογης κτιριακής υποδομής κ.ά.

Με βάση τέτοια κριτήρια, ίσως  πρέπει να μεταφερθούν οι πανεπιστημιακές μονάδες από τις μισές σχεδόν πόλεις που λειτουργούν σήμερα!  Όμως, ο εντοπισμός των συγκεκριμένων πόλεων προϋποθέτει μελέτη που τα ίδια τα ΑΕΙ συνολικά πρέπει να πραγματοποιήσουν και με βάση αυτή να καταλήξουν σε μια ολοκληρωμένη πρόταση. Αναμφίβολα, πρέπει να πάρει κανείς υπόψη του μια δεδομένη πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε τον νέο χάρτη των πανεπιστημίων σε λευκό χαρτί, δεν μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω ούτε να πούμε «κλείστε όσα δεν έπρεπε να  έχουν γίνει».

Οι πανεπιστημιακές μονάδες που θα αναδιπλωθούν πρέπει να μεταφερθούν κυρίως στα υπόλοιπα περιφερειακά πανεπιστήμια ώστε να τα ενισχύσουν. Εξάλλου, δεν είναι απαραίτητο τα τμήματα ενός περιφερειακού πανεπιστημίου που αναδιπλώνεται να μεταφερθούν στην ίδια πόλη. Τέλος, τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής, δεν πρέπει να «μετακινηθούν» απαραίτητα μαζί με το Τμήμα τους.

Μια τέτοια πρόταση θα συναντήσει αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες αλλά και από κάποια μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας (ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ, ΕΤΕΠ, διοικητικοί) που έχουν επενδύσει στο «Τμήμα» τους, και πιθανόν έχουν οργανώσει τη ζωή τους σε αυτή την περιοχή (έχουν εγκατασταθεί με την οικογένεια τους, έχουν αποκτήσει φίλους και ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον κλπ). Αναμφίβολα θα υπάρξουν δυσκολίες, αλλά πρέπει να δούμε τη «μεγάλη εικόνα»: τι είναι καλύτερο για το πανεπιστήμιο, τους φοιτητές-τριες, την κοινωνία.   Εξάλλου, δεν φαίνεται να υπάρχουν αξιοσημείωτες πολιτικές δυνάμεις έτοιμες να συγκρουσθούν με τον λαϊκισμό. Μάλιστα, κάποιες πολιτικές δυνάμεις ίσως θεωρήσουν ότι μια τέτοια πρόταση, σε αυτήν τη συγκυρία, στηρίζει στην πράξη την κυβέρνηση και γι΄ αυτό δε θα την υιοθετούσαν.  Θα επιτρέψω λοιπόν στον εαυτό μου μια εκτίμηση, και μάλιστα χωρίς να έχω γνώση του σχεδίου, αφού δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα. Η κυβέρνηση θα θελήσει να προχωρήσει στη διοικητική και χωροταξική αναδιάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης με μη ακαδημαϊκά κριτήρια.  Θα θίξει εκείνα τα περιφερειακά πανεπιστήμια όπου το πολιτικό κόστος θα είναι ελάχιστο, και πάντα σε μια λογική εξοικονόμησης πόρων γεγονός που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση του πανεπιστημίου (π.χ. με τη συνένωση πανεπιστημίου με ΤΕΙ σε κάποιες πόλεις).

Κλείνοντας, θα ήθελα να υποστηρίξω με θέρμη ότι η προσπάθεια για τη χωροταξική αναδιάρθρωση των πανεπιστημίων, αν στηρίζεται βέβαια στη βελτιστοποίηση των όρων λειτουργίας τους και γίνει με διάλογο της πανεπιστημιακής κοινότητας πάνω σε πρόταση διατυπωμένη με ακαδημαϊκά κριτήρια, είναι μια προσπάθεια που αναμφίβολα αξίζει τον κόπο!

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s