Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών: μια ιδιότυπη Ιφιγένεια με σημαντικές παράπλευρες επιπτώσεις

Standard

WEB ONLY– Το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στο RedNotebook (http://rednotebook.gr/details.php?id=6945)

του Θωμά Μαλούτα

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς

Το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης προωθεί τη συγχώνευση Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) στο πλαίσιο του νομοσχεδίου για τη συγχώνευση φορέων του δημοσίου, που μόλις κατατέθηκε για διαβούλευση, ακολουθώντας μια ατεκμηρίωτη επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης και πατώντας σε βιαστική απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, στο σύντομο διάστημα που ανέλαβε την εποπτεία της έρευνας, πριν αυτή επιστρέψει στο Υπουργείο Παιδείας. Στα συγχωνευόμενα ΕΚ περιλαμβάνεται το ΕΚΚΕ, το οποίο προσαρτάται ως Ινστιτούτο στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ).

Έχουν ήδη διατυπωθεί, από πολλές πλευρές, σοβαρές αντιρρήσεις για αυτή την υποβάθμιση που επιφυλάσσεται στο μοναδικό ΕΚ που αφορά την κοινωνική έρευνα στην Ελλάδα και, μάλιστα, σε εποχή συνεχούς συσσώρευσης αρνητικών κοινωνικών συνεπειών από την οικονομική ύφεση. Εξίσου σοβαρές αντιρρήσεις αναφέρονται στη διακινδύνευση του έργου ενός φορέα που δυναμικά δραστηριοποιείται σε εθνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, που προσφέρει τακτικά συμβουλευτικό έργο στην πολιτεία, που δραστηριοποιείται στο χώρο των μεταπτυχιακών σπουδών συνεισφέροντας την ερευνητική του εμπειρία και τεκμηρίωση και που παράγει δημοσιεύσεις και αναπτύσσει βάσεις κοινωνικών δεδομένων για την εξυπηρέτηση ευρύτερων ομάδων χρηστών.

Πέρα από τις παραπάνω γενικές αντιρρήσεις, που θα έπρεπε να οδηγήσουν στην απόσυρση του σχετικού άρθρου και στην παραπομπή του ζητήματος στις συντεταγμένες διαδικασίες αναδιάρθρωσης των Ερευνητικών Κέντρων, οι οποίες επίκειται να δρομολογηθούν άμεσα από την αρμόδια Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), η προχειρότητα, η ασάφεια και η ανεπάρκεια των προβλέψεων του άρθρου  που αφορά τους βασικούς όρους υλοποίησης της συγχώνευσης είναι προφανές ότι θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι καλούνται να επιλύσουν.
Η προχειρότητα αυτή και οι προβληματικές μεθοδεύσεις αναφέρονται επιγραμματικά στα παρακάτω σημεία:
1. Μια απόφαση χωρίς μελέτη επιπτώσεων: Δεν υπάρχει κανενός είδους –έστω και πρόχειρη– εκτίμηση για το υποτιθέμενο οικονομικό ή/και λειτουργικό θετικό αποτέλεσμα από τη συγχώνευση του ΕΚΚΕ με το ΕΙΕ. Από την προωθούμενη συγχώνευση δεν θα προκύψει οικονομικό όφελος, αφού αμειβόμενες θέσεις στα Διοικητικά Συμβούλια δεν καταργούνται, καθώς δεν υπάρχουν τέτοιου είδους θέσεις στα ΕΚ και ενοικίαση κτηρίων δεν τερματίζεται καθώς οι λειτουργικές ανάγκες του νέου φορέα δεν θα μπορούν να καλυφθούν από τα ιδιόκτητα κτήρια του ΕΙΕ.
2. Μια πρωθύστερη απόφαση: Σήμερα, τα ΕΚ της χώρας βρίσκονται μεταξύ δύο φάσεων συγχώνευσης. Η πρώτη έχει ολοκληρωθεί στις αρχές του 2012 με εσωτερικές –στα Κέντρα– συγχωνεύσεις, ως αποτέλεσμα των οποίων ο αριθμός των ερευνητικών Ινστιτούτων μειώθηκε κατά 50% περίπου. Εκκρεμεί η δεύτερη φάση συγχωνεύσεων μεταξύ ΕΚ, η οποία σύμφωνα και με την αρμόδια ΓΓΕΤ, θα γίνει με τρόπο συντεταγμένο και αφού τεθεί η λογική του επιδιωκόμενου στόχου και απαντηθούν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα, όπως η στρατηγική συγκρότησης των νέων βασικών πόλων (π.χ. θεματική, γεωγραφική, σε σχέση με τους υπό διαμόρφωση ερευνητικούς στόχους αιχμής), η ενδεδειγμένη θεσμική υπόσταση των ΕΚ, κ.λπ.). Οι συγχωνεύσεις ΕΚ που προωθούνται εσπευσμένα και πρόχειρα με το παρόν νομοσχέδιο βρίσκονται έξω από τη λογική της συντεταγμένης αναδιάρθρωσης του χώρου της έρευνας. Οι ερευνητικοί φορείς που είχαν την ατυχία να εμπλακούν σε αυτήν την υπόθεση αποτελούν θύματα επικοινωνιακών επιλογών και πολιτικών λογικών που ουσιαστικά δεν τους αφορούν, αλλά έχουν σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία και το μέλλον τους, τις οποίες οι βεβιασμένες αυτές αποφάσεις δεν έχουν συνυπολογίσει.
3. Μία από τις αντιφατικές εκδοχές ενός παλiού σεναρίου: Η συγχώνευση ΕΚΚΕ-ΕΙΕ αποτελεί αναβίωση ενός σεναρίου που επανέρχεται κατά καιρούς με διαφορετική, ωστόσο, κάθε φορά λογική. Ανάλογη ατεκμηρίωτη απόπειρα του τότε αρμόδιου υπουργείου (Υπουργείο Ανάπτυξης, 2009) στόχευε στη συνένωση του ΕΚΚΕ με τα ανθρωπιστικά Ινστιτούτα του ΕΙΕ σε ένα Κέντρο Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, στο πλαίσιο της αναδιάταξης του ερευνητικού ιστού με θεματική λογική, κάτι που θα οδηγούσε όμως στο διαμελισμό του ΕΙΕ. Σήμερα, με την προσάρτηση του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ, επιλέγεται, εξίσου ατεκμηρίωτα, η ενδυνάμωση της διεπιστημονικής –και εν μέρει ιδιοσυγκρατικής– φυσιογνωμίας του ΕΙΕ, δημιουργώντας τετελεσμένα για την επικείμενη διαδικασία αναδιάρθρωσης των χώρου της έρευνας, τα οποία θα πρέπει να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων.
4. Χωρίς κατοχύρωση της οικονομικής βιωσιμότητας του νέου φορέα: Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη όσον αφορά τη χρηματοδότηση του νέου φορέα, κάτι που δημιουργεί έντονες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα όλων των συνιστωσών του.
5. Προβληματική προχειρότητα σε επιμέρους διατάξεις: Ενώ απουσιάζουν ρυθμίσεις βασικών θεμάτων, όπως η οικονομική βιωσιμότητα, εμφανίζονται περιπτωσιολογικές διατάξεις αμφίβολης σκοπιμότητας και με προβληματικό αποτέλεσμα. Στην προσπάθεια να «χρυσωθεί το χάπι» για την πλευρά του ΕΚΚΕ, που υποβιβάζεται και χάνει την αυτοτέλειά και τη νομική του υπόσταση ως ΝΠΔΔ, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει διατάξεις που δυναμιτίζουν αναίτια το κλίμα μεταξύ των δύο φορέων. Για παράδειγμα, ενώ τα περισσότερα ζητήματα παραπέμπονται σε Προεδρικό Διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας, το νομοσχέδιο σπεύδει να προσδιορίσει τη σύνθεση του νέου ΔΣ, όπου η εξασφάλιση της παρουσίας εκπροσώπων εργαζομένων από το ΕΚΚΕ –με τον τρόπο που προβλέπεται– αντιβαίνει στην ισότιμη εκπροσώπηση του συνόλου των εργαζομένων του νέου φορέα, δημιουργώντας δικαιολογημένη δυσαρέσκεια στην πλευρά του ΕΙΕ. Υποδαυλίζεται, έτσι, η αντιπαλότητα των συγχωνευόμενων μερών, υποθηκεύοντας τις όποιες θετικές προοπτικές θα μπορούσε να αναμένει κανείς από μια τέτοια συγχώνευση, ενώ θα μπορούσαν να υπάρξουν τρόποι να εκπροσωπείται και το ΕΚΚΕ στο ΔΣ του νέου ΕΙΕ χωρίς να παραβιάζεται η αναλογική εκπροσώπηση. Οι επιπτώσεις της προχειρότητας και της σπουδής δεν μπορούν να αντισταθμιστούν με περισσότερη προχειρότητα και σπουδή.
6. Η αντισυνταγματική άρση των δικαιωμάτων του μόνιμου προσωπικού του ΕΚΚΕ ως παράπλευρη επίπτωση: Ορισμένες φορές, η σημασία παράπλευρων επιπτώσεων επισκιάζει το καθεαυτό ζήτημα. Οι μόνιμοι υπάλληλοι του ΕΚΚΕ χάνουν τη μονιμότητά τους –και ό,τι άλλο αυτή συνεπάγεται– με την ένταξή τους στο νέο φορέα, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, κάτι που αποτελεί παραβίαση του Συντάγματος, όπως τονίζουν έγκυροι νομικοί μεταξύ των οποίων πρέπει να περιληφθεί και ο αρμόδιος Υπουργός που, με την επιστημονική του ιδιότητα, είχε στηλιτεύσει πρόσφατα τις προσπάθειες άρσης της μονιμότητας στο δημόσιο (Η Αυγή 18.4.2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσάρτηση ενός ΝΠΔΔ σε ένα ΝΠΙΔ αποτελεί την ευκαιρία να δοκιμαστεί στην πράξη η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ανοίγοντας τον δρόμο της μαζικής κατάργησής της στην επόμενη φάση συγχώνευσης δημόσιων φορέων και, γενικότερα, από εδώ και στο εξής.

Στη συγκυρία αυτή το ΕΚΚΕ μοιάζει να αποτελεί μια ιδιότυπη Ιφιγένεια. Περιλήφθηκε στην πρώτη ομάδα οργανισμών προς συγχώνευση, μέσα στη βιαστική προσπάθεια να βρεθούν δημόσιοι οργανισμοί προς συγχώνευση, χωρίς τεκμηρίωση του αναμενόμενου αποτελέσματος και έξω από τη θεσμική λογική που το διέπει ως Ερευνητικό Κέντρο. Παράλληλα, με τη συγκεκριμένη μεθόδευση της συγχώνευσής του δημιουργούνται τετελεσμένα για την επικείμενη αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού, ενώ με τις αντισυνταγματικές διατάξεις που αφορούν την άρση της μονιμότητας, το ΕΚΚΕ μετατρέπεται σε εργαστήριο απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στον ευρύτερο χώρο των ΝΠΔΔ.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η συγχώνευση ΕΚΚΕ-ΕΙΕ στο πλαίσιο που επιχειρείται και με τον τρόπο που επιχειρείται είναι πρόχειρη, ατεκμηρίωτη και γι’ αυτό απαράδεκτη. Η αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού πρέπει να γίνει με συντεταγμένο τρόπο υπό την αιγίδα των αρμόδιων φορέων (ΓΓΕΤ), όπως έχει ζητήσει επανειλημμένα και η Σύνοδος Προέδρων των ΕΚ.

Οι ασκοί του Αιόλου που ανοίγουν με αυτό τον πρόχειρο και προβληματικό τρόπο δεν προμηνύουν ότι η θυσία του ΕΚΚΕ θα συμβάλει με οποιονδήποτε τρόπο στην έξοδο από την κρίση. Θα αποτελέσει απλώς μια ακόμη αναίτια και ατελέσφορη κίνηση που προκαλεί ήδη αναστάτωση στα ΕΚ, ενώ γενικότερα θα συμβάλει στην περαιτέρω απορρύθμιση των εργασικών σχέσεων. Αυτό, βέβαια, ορισμένοι το ονομάζουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ο Θωμάς Μαλούτας είναι Πρόεδρος του ΔΣ του ΕΚΚΕ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s