Οι λίστες των ληστών

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Χαρακτικό του Τζιάκομο Πάτρι, 1940

Πυκνή και πολύμορφη η επικαιρότητα, και προβληματιζόμουν ποια λέξη να διαλέξω για το άρθρο του μηνός, αλλά τις τελευταίες μέρες βγήκα από το δίλημμα αφού εισέβαλε ορμητική στα πρωτοσέλιδα και στα δελτία ειδήσεων η λέξη «λίστα», και μάλιστα όχι μία μόνο λίστα, αλλά μπόλικες: η λίστα των 32 βουλευτών από τη μια, η λίστα των 36 από την άλλη, μέχρι που ήρθε και τις επισκίασε όλες η λίστα Λαγκάρντ, η λίστα των 1991 μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία, που κάποιοι από αυτούς, στατιστικά αν το πάρεις, θα είναι και μεγαλοφοροφυγάδες· και μονοπώλησε τη συζήτηση η λίστα αυτή εξαιτίας των κωμικοτραγικών περιστατικών που διαδραματίστηκαν, όταν αρχικά μας έλεγαν πως το στικάκι ή φλασάκι (ή το σιντί) που την περιείχε χάθηκε μυστηριωδώς ανάμεσα στη μαμή και τη λεχώνα που λέει η παροιμία, δηλαδή ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομικών και στο ΣΔΟΕ, λες κι ήταν κάτι ασήμαντο, ας πούμε το χαρτάκι για τα ψώνια (κρασί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά που έλεγε η παλιά διαφήμιση), μέχρι που μερικές μέρες μετά βγήκε ο κ. Βενιζέλος και θυμήθηκε ότι είχε κρατήσει αντίγραφο, αλλά έσπευσε να διευκρινίσει ότι εφόσον είναι προϊόν υποκλοπής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομίμως και σε επόμενη ανακοίνωση ανέλυσε καταλεπτώς τους λόγους· και αναρωτιέται κανείς, τι περισσότερο θα έλεγε ένας συνήγορος των μεγαλοκαταθετών, ιδίως εφόσον άλλα ευρωπαϊκά κράτη, μεγάλα και πλούσια, βρήκαν τρόπους, αξιοποιώντας την ίδια πηγή, να αποσπάσουν χρήματα από τους δικούς τους λισταρισμένους χρυσοκάνθαρους· αλλά εμείς δεν είμαστε φραγκοφονιάδες να βγάζουμε κι από τη μύγα ξίγκι, έχουμε να κόψουμε τα οικογενειακά επιδόματα· ποιος τους είπε άλλωστε να κάνουν παιδιά, είναι εγωιστική πράξη (σε λίγο θα το πουν κι αυτό οι φιλελεύθεροι αναλυτές).

Οπότε, θα λεξιλογήσουμε για τη λίστα. Λέξη που την πήραμε δάνειο από τα ιταλικά (lista), αλλά η αρχή της βρίσκεται σε μια παλαιογερμανική ρίζα, και η αρχική της σημασία δεν ήταν ο κατάλογος, αλλά η λωρίδα χαρτιού, η ταινία, σημασία που διατηρείται ίσαμε σήμερα (π.χ. στα γερμανικά Leiste είναι η ούγια των υφασμάτων, σημασία που άλλωστε την έχει και το αγγλικό list). Από τις λωρίδες χαρτιού, που έγραφαν ονόματα, το ένα μετά το άλλο, ονομάστηκε στα γαλλικά liste ο κατάλογος ονομάτων ή άλλων ομοειδών πραγμάτων, σημασία που τελικά επικράτησε και διαδόθηκε και στις άλλες γλώσσες, και (μέσω ιταλικών όπως είπαμε) στα ελληνικά· στη γλώσσα μας η λέξη μπήκε αρκετά παλιά, αν σκεφτούμε ότι τη βρίσκουμε στη Βαβυλωνία (1836), στη σκηνή της φυλακής, όπου ο Χιώτης ξενοδόχος ζητάει να πληρώσουν τον λογαριασμό, που τον έχει βέβαια παραφουσκώσει, και όταν οι άλλοι διαμαρτύρονται τους λέει «εν ηξέρω αν έφαγες πολύ ή λίγο, στη λίσταν τόσον είν’ περασμένον».

Για καιρό η λέξη «λίστα», σαν ξενόφερτη και λαϊκή, έμεινε στη σκιά των ντόπιων συνωνύμων της (κατάλογος, ας πούμε), αλλά τις τελευταίες δεκαετίες έχει καθιερωθεί, βοηθούμενη και από τη μεγάλη επιρροή της αγγλικής γλώσσας. Είχαμε επίσης τις εκλογές με λίστα (και χωρίς σταυρό προτίμησης) στη δεκαετία του 1980 αλλά και τις πρόσφατες, τη λίστα αναμονής, αλλά και τη μαύρη λίστα — που, να μην το ξεχνάμε, ξεκίνησε από τους καταλόγους ανεπιθύμητων συνδικαλιστών εργατών που σύντασσαν οι αμερικανοί εργοδότες, ενώ θα θυμηθούμε και τη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, των σκηνοθετών και ηθοποιών που ήταν κομμένοι από ταινίες επειδή ήταν κομμουνιστές.

Τεράστια διάδοση βρήκε και η λέξη λίστα χάρη στην πληροφορική, όπου οι διάφορες λίστες είναι ψωμοτύρι. Σήμερα τα μέσα δικτύωσης είναι το Φέισμπουκ, το Τουίτερ, τα ιστολόγια και άλλα ακόμα πιο καινούργια, αλλά πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια, όταν τίποτε από αυτά δεν υπήρχε, η επικοινωνία και αλληλεπίδραση των χρηστών γινόταν με λίστες συζήτησης, που καθεμιά τους είχε επικεφαλής, στο ελληνικό Διαδίκτυο, έναν λίσταρχο, όπως εύθυμα τον ονόμαζαν. Φυσικά οι λίστες με τους ληστές ομοηχούν μόνο στη γενική πληθυντικού, των λιστών ή ληστών, όπου μπαίνει στο παιχνίδι της ομοηχίας και το κερκυραϊκό Λιστόν.

Το οποίο Λιστόν κι αυτό από την ίδια ρίζα προέρχεται, όχι όμως από τη λίστα των ευγενών όπως λέει ο τοπικός μύθος, ότι τάχα μόνο όσοι ήταν γραμμένοι σε κάποια λίστα είχαν δικαίωμα να κάθονται στα τραπεζάκια του, αλλά από το βενετικό liston, δηλαδή έναν μακρόστενο τόπο κατάλληλο για περίπατο, όπως αυτός που υπήρχε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία (διατηρείται εδώ η παλιά έννοια της λέξης lista, η μπορντούρα, η λωρίδα). Είναι βέβαια αλήθεια ότι προπολεμικά, ας πούμε, οι άνθρωποι του λαού αποφεύγαν να περάσουν από το Λιστόν κι έκαναν το γύρο. Αυτά για το Λιστόν, όσο για την τιμωρία των ληστών και την αξιοποίηση των λιστών, κρατάω μικρούτσικο καλάθι, αν και δεν έχω χάσει εντελώς τις ελπίδες μου.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s