Έρικ Χομπσμπάουμ: ένας άνθρωπος του 20ού αιώνα

Standard

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Παρακολουθώντας το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μια ιδιαίτερη μέριμνα για την αναζήτηση και τη διασφάλιση μιας αφήγησης συνεκτικής και μεστής νοήματος. Για τον βρετανό ιστορικό, η ιστοριογραφία ως «αίσθηση του παρελθόντος», δηλαδή ως βούληση να κατανοηθεί το χθες με τους δικούς του όρους και να ανιχνευθούν οι αλλαγές και οι μεταμορφώσεις του (E. Hobsbawm, Για την Ιστορία, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 1998, σ. 25), πάντοτε συνδέεται έμμεσα με το παρόν και το μέλλον, με τη θέση μας μέσα στον χρόνο, θέση από την οποία δεν μπορούμε να ποτέ να ξεφύγουμε. Το κατεξοχήν ερώτημα που διαχρονικά διατρέχει τη σκέψη του δεν είναι άλλο –κάθε φορά– από το «πώς φτάσαμε ως εδώ;»

Στον Χομπσμπάουμ, η μαρξιστική μέθοδος ανανεώνει την ιστοριογραφική πρακτική, δοκιμάζει τις προϋποθέσεις της έρευνας, προσανατολίζει εκ νέου τα ζητούμενα της και διευρύνει δυναμικά το πεδίο της επιστήμης. Το αίτημα εξάλλου για μια πρωτίστως οικονομική και κοινωνική, αλλά εν τέλει σφαιρική και καθολική ιστορία, έφερε κοντά τους άγγλους μαρξιστές ιστορικούς του PastandPresent με τα γαλλικά Annales, ως πορείες διακριτές μεν αλλά εφαπτόμενες (στο ίδιο, σ. 220-227).

Το ίδιο ακριβώς ζητούμενο, το ζητούμενο του συμπαγούς ιστορικού νοήματος, διατρέχει άλλωστε και όλα τα μεγάλα έργα του Χομπσμπάουμ, όπου θεραπεύεται με αξιοθαύμαστη αναλυτική και συνθετική ικανότητα και ένα εντυπωσιακό εύρος αναφορών. Ποιος μπορεί –και το παράδειγμα παραμένει απλώς ενδεικτικό– να ξεχάσει τη «μανία» του βρετανικού σιδηροδρόμου ή τους δαιδαλώδεις δρόμους του βαμβακιού στην Εποχή των επαναστάσεων (1962), όταν ο συγγραφέας, στη βάση των οικονομικοκοινωνικών μετασχηματισμών της περιόδου, αναζήτησε τις προσφορότερες συνάφειες για τη συνολική κατανόηση της ανάδυσης της σύγχρονης Ευρώπης;

Υπό αυτό το πρίσμα, βαθιά διαφωτιστικό και χειραφετητικό στην ουσία του, η μαρξιστική ιστοριογραφία του Χομπσμπάουμ εξακολουθεί να διεκδικεί και να επιβεβαιώνει τη νομιμοποίησή της, ιδιαίτερα όταν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μετά, ο μεταμοντερνισμός και το σχετικιστικό του υπόβαθρο υπονόμευσαν τη δυνατότητα των μεγάλων αφηγήσεων και την ιστορική ανασυγκρότηση των «όντως όντων»: «Δεν θέλω να πω πως ο Μαρξ είχε δίκιο, ούτε και πως είναι επαρκής, αλλά ότι η προσέγγισή του είναι απαραίτητη. […] Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατή καμιά σοβαρή συζήτηση για την ιστορία δίχως να αναφέρεται στον Μαρξ ή, καλύτερα, δίχως να ξεκινά από κει που εκείνος ξεκινά. Και αυτό σημαίνει κυρίως […] μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας» (στο ίδιο, σ. 50).

Προφανώς, δεν υπάρχουν πλέον αυταπάτες. Ο ύστερος μαρξισμός του Χομπσμπάουμ έχει αφομοιώσει τα σκληρά διδάγματα του 20ούαιώνα και δεν βρίσκει στο προλεταριάτο το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας. Η μαρξιστική οπτική έχει αποσυνδεθεί από κάθε ρητό τελεολογικό όραμα του κόσμου, μένοντας να υπηρετεί πιστά το κατεξοχήν αίτημα της απελευθερωτικής γνώσης και της καθολικής ερμηνείας: «Η ιστορία δεν είναι εκκοσμικευμένη εσχατολογία, είτε νοήσουμε ως σκοπό της μια ακατάπαυστη οικουμενική πρόοδο, είτε μια κομμουνιστική κοινωνία, είτε οτιδήποτε άλλο. […] Εκείνο που μπορεί να κάνει είναι να ανακαλύψει τις μορφές και τους μηχανισμούς της ιστορικής αλλαγής, και συγκεκριμένα, των μετασχηματισμών των ανθρώπινων κοινωνιών κατά τη διάρκεια των λίγων τελευταίων αιώνων με τις δραματικά επιταχυνόμενες και διευρυνόμενες αλλαγές. Αυτό, και όχι προβλέψεις ή ελπίδες, είναι που έχει άμεση σχέση με τη σημερινή κοινωνία και τις προοπτικές της» (στο ίδιο, σ. 49). Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, πως το 1998, στον πρόλογο της αγγλικής επετειακής επανέκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (με την ένδειξη: «a modern edition»), o Χομπσμπάουμ θα ρίξει το βάρος στη συμβολή του Μαρξ στα προβλήματα που η παγκοσμιοποίηση και οι κρίσεις της έφεραν στο προσκήνιο.

Σε μια μακρά και πλούσια ζωή, όπου ο ιστορικός και ο πολιτικός στοχασμός διαπλέκονται διαρκώς, αυτό το πάγιο αίτημα για την καθολική σύλληψη της πραγματικότητας συναντά ένα τουλάχιστον αδιέξοδο: την οδυνηρή εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο ίδιος ο Χομπσμπάουμ έχει εξηγήσει τους κατεξοχήν βιογραφικούς λόγους που τον κράτησαν στο Βρετανικό Κομμουνιστικό Κόμμα μετά την κρίση του 1956. Σε αυτούς θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την ιδιάζουσα συνθήκη του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και, εξίσου ίσως, την ξαφνική, βίαιη απώλεια της ιστορικοπολιτικής σημασίας του κόσμου· τον ομαδικό δηλαδή νευρικό κλονισμό που –κατά τη δική του έκφραση– υπέστησαν τότε οι άγγλοι κομμουνιστές (E. Hobsbawm, Συναρπαστικά χρόνια. Μια ζωή στον 20ό αιώνα, μτφρ. Σταματίνα Μανδηλαρά, Αθήνα 2003, σ. 247).

Έτσι, διαβάζοντας αποσπάσματα του έργου του που γράφτηκαν πολύ αργότερα, μένει κανείς με την επίγευση ενός τραύματος και την αμήχανη αντίδραση ενώπιόν του. Μένει με το ίδιο μετέωρο αίσθημα που δοκίμασε εκείνος, όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση, το 1954: «Επέστρεψα από τη Μόσχα πολιτικά αμετακίνητος, αν και ψυχικά δύσθυμος, μην έχοντας καμία επιθυμία να ξαναπάω εκεί» (στο ίδιο, σ. 241). Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως, όπως και τόσοι άλλοι, και ο Έρικ Χομπσμπάουμ υπήρξε άνθρωπος της εποχής του. Της εποχής των άκρων.

Η Βίκυ Καραφουλίδου είναι ιστορικός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s