Ξένοι ολετήρες

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Οι Μεγάλες Δυνάμεις ετοιμάζονται, αυτή τη φορά, να καταβροχθίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 Ο δημόσιος λόγος και η πολιτική συζήτηση των δύο αιώνων που μεσολαβούν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως σήμερα έχει σφραγιστεί από την παρουσία των «ξένων», των εκτός Ελλάδος δυνάμεων (κρατών, κυβερνήσεων, προσωπικοτήτων, οικονομικών παραγόντων και συμφερόντων), που αποτέλεσαν κοινό στόχο μιας αντιφατικής, αλλοπρόσαλλης κριτικής, η οποία εκκινούσε από διαφορετικές προελεύσεις και κατέληγε συνήθως στην αδιαφοροποίητη καταγγελία του ρόλου που διαδραμάτισαν στα ελληνικά πράγματα. Σύμφωνα με τις εδραίες αυτές αντιλήψεις, «οι ξένοι», συλλήβδην, πρόδιδαν, υπονόμευαν, εκμεταλλεύονταν, εκβίαζαν το μικρό και πτωχό, πλην τίμιο και ηρωικό, ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του.

Έτσι, καλλιεργήθηκε και διογκώθηκε ένας συνωμοσιολογικός, καταγγελτικός και φοβικός για τους ξένους λόγος. Ιδιαίτερα τα μεγάλα ορόσημα της νεότερης ελληνικής ιστορίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης για την ανάμειξη των ξένων, τόσο στις αιτίες που τα προκάλεσαν όσο και στη μετέπειτα έκβαση και στις συνέπειές τους. Οι ξένοι έπαιξαν λοιπόν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιστορία· ρόλο διττό. Πραγματικό, διότι σε κρίσιμες για την ελληνική ιστορία περιόδους οι ενέργειές τους σφράγισαν –θετικά ή αρνητικά– τις μεγάλες στιγμές των Ελλήνων. Η υπό κηδεμονία εθνική κυριαρχία, η ασφυκτική πολιτική και οικονομική εξάρτηση υπήρξαν, με διαφορετική ένταση κατά εποχή, καίρια ζητήματα στην ιστορική διαδρομή της χώρας. Ταυτόχρονα όμως αποδόθηκε στους ξένους και ένας ρόλος φανταστικός, καθώς γύρω από την παρουσία τους υφάνθηκε μια μυθολογία που υπερέβαινε, και, κυρίως, διαστρέβλωνε την πραγματική της σημασία.

Η περιλάλητη πρόσδεση των πρώτων, αποκαλούμενων «ξενικών», κομμάτων στο άρμα μιας εκ των μεγάλων τότε ευρωπαϊκών χωρών, η κακόφημη «Βαυαροκρατία» στις απαρχές του ελληνικού βασιλείου, η απόδοση της Μικρασιατικής Καταστροφής στα συμφέροντα αποκλειστικά των Ευρωπαίων, η ερμηνεία του Εμφυλίου ως αποτελέσματος της θέλησης των Μεγάλων Δυνάμεων –των Αγγλοαμερικάνων ή αντιθέτως των Σοβιετικών–, η χρέωση της Χούντας κατ’ αποκλειστικότητα στους Αμερικανούς, η εκτεταμένη φιλολογία για την «ξένη ακρίδα», τον ξένο παράγοντα και το ξένο κεφάλαιο, είναι μερικές από τις ποικίλες εκφάνσεις ενός δαιμονικού ρόλου που αποδόθηκε στους ξένους.

Οι απόψεις αυτές γνώρισαν ευρύτατη αποδοχή στην παραδοσιακή, συντηρητική παράταξη αλλά και σε τμήμα της αριστερής διανόησης, εδραιώθηκαν στις συνειδήσεις και συγκρότησαν ένα καθιερωμένο, εύληπτο, αποδεκτό μοτίβο. Η Αριστερά βέβαια δεν ακολούθησε σύσσωμη αυτό το μονοπάτι, σε σημαντικό της τμήμα όμως η διεθνιστική λάμψη έμοιασε να θαμπώνει. Η καταγγελία της δεξιάς εθνικοφροσύνης συνδυάστηκε, έτσι, σε μεγάλο μέρος της Αριστεράς, με την υμνολογία της ρωμιοσύνης, ενός αμαλγάματος εθνικής υπερηφάνειας, λεβεντιάς, καημού και πίκρας για τα δεινά που μας επιφυλάσσουν οι μισητοί ξένοι, και αποτέλεσε κοινή ιδεολογική πλατφόρμα, ρητή ή υπόρρητη, μιας ευρύτατης γκάμας πολιτικών σχηματισμών, από το ΠΑΣΟΚ μέχρι την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.

Στη μεταπολίτευση το μέτωπο απέναντι στους ξένους θεωρήθηκε μια εύκολη και επωφελής λύση, με εξασφαλισμένο μαζικό, εθνικό ακροατήριο. Το ΠΑΣΟΚ το ανήγαγε σε κεντρική του πολιτική· άλλωστε, με το σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» –που είχε λανσάρει ο Α. Παπανδρέου ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960– κατέκτησε την εξουσία. Τα τελευταία τρία χρόνια, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, «μνημονιακοί» και «αντιμνημονιακοί» απέδωσαν το κακό που μας βρήκε στους εγνωσμένους συνήθεις φταίχτες. Οι πρώτοι με περισσή ευκολία και ιδιοτέλεια χρέωσαν στους ξένους την πολιτική που εφάρμοσαν. Στους δεύτερους, οι φωνές περί «ξένης κατοχής», «κυβέρνησης Κουίσλινγκ», «προδοτών της πατρίδας» σκέπασαν πολλές φορές την απόπειρα κατανόησης των κοινωνικών και οικονομικών αιτίων της κρίσης. Οι απόψεις αυτές συχνά έδωσαν τον τόνο και στον χώρο της Αριστεράς, είτε γιατί όσοι τις εξέφεραν τις πίστευαν είτε γιατί θεωρούσαν ότι αποτελούν τη βασιλική οδό για να συνεπάρουν τις μάζες.

Οι εποχές όμως δεν είναι πάντα ίδιες. Το σκονισμένο σύνθημα του ΠΑΣΟΚ κοσμεί πλέον μεγαλοπρεπώς τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, που το προβάλλει ως βασικό εργαλείο του λόγου της. Η αποκαθαρμένη από ξένους Ελλάδα, που θα ανήκει μόνο στους εξ αίματος Έλληνες, καθίσταται προμετωπίδα για τη δικαιολόγηση του εγκληματικού έργου της. Το εθνικιστικό παραλήρημα και οι ναζιστικές πρακτικές βρήκαν στη μακρά αυτή παράδοση καταγγελίας των ξένων έναν οικείο χώρο ανάπτυξης· βρήκαν έδαφος γόνιμο να υποδεχτεί τον σπόρο του κακού. Οι ξένοι, βέβαια, που βρίσκονται στο δολοφονικό στόχαστρο των φασιστών είναι τελείως άλλοι από εκείνους τους οποίους η ελληνική κοινωνία επί χρόνια δακτυλοδεικτούσε. Αυτοί εδώ δεν είναι οι παντοδύναμοι ξένοι στους οποίους αποδίδονταν τα δεινά του έθνους. Αντίθετα, είναι φτωχοί, ταλαίπωροι, απόβλητοι, διωγμένοι από τις χώρες τους. Η στοχοποίησή τους όμως καθίσταται πιο εύκολη σε ένα περιβάλλον που κυριαρχεί το απλοϊκό και επικίνδυνο δίπολο «καλοί Έλληνες — κακοί ξένοι», και σε ένα δημόσιο λόγο εθισμένο να θεωρεί τους ξένους συμφορά· εθνική συμφορά.

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι ιστορικός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s