Η άκαμπτη θεωρία και η «ευέλικτη» αγορά εργασίας

Standard

του Μιχάλη Βεληζιώτη

Λούντβιχ Λίλε, από τη συλλογή «Δώδεκα γκραβούρες», 1958

Η θεωρητική δικαιολόγηση των «μνημονιακών» πολιτικών στην αγορά εργασίας χρειάζεται τη συμβολή ειδικών που θα οπλίσουν τη μία πλευρά της ιδεολογικής σύγκρουσης με τα απαραίτητα επιχειρήματα. Οι θεωρίες αυτές συχνά παρουσιάζονται ως η μόνη αλήθεια, ως «κοινή λογική», και προκρίνουν την πολιτική της περαιτέρω απορύθμισης ως τη μόνη διέξοδο από την κρίση. Την ίδια στιγμή, οι ειδικοί αυτοί δεν μπαίνουν καν στον κόπο να μας πληροφορήσουν για τα ποικίλα θεωρητικά και εμπειρικά προβλήματα που έχουν οι θεωρίες τους ξεκαθαρίζοντας έτσι από την αρχή ότι τα επιχειρήματά τους κινούνται περισσότερο στο πεδίο της ιδεολογίας και λιγότερο σε αυτό της επιστήμης.

Εδώ και τρία χρόνια, το ρόλο μιας πλατφόρμας για την παρουσίαση των ιδεών αυτών τον έχει αναλάβει, μεταξύ άλλων, το TheAthensReviewofBooks. Στο άρθρο  αυτό, εξετάζω  κριτικά δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα κειμένων αυτού του είδους που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό. Τα κείμενα περιλαμβάνονται επίσης και στο συλλογικό τόμο που εξέδωσε το περιοδικό στα μέσα του 2012 υπό τον τίτλο Απρονοησία και Νέμεση: Ελληνική κρίση 2001-2011.

Το πρώτο παράδειγμα είναι το άρθρο της καθηγήτριας Αντιγόνης Λυμπεράκη «Μισθοί, ανταγωνιστικότητα και κόκκινες γραμμές» (σ. 366-380 στοn συλλογικό τόμο). Το άρθρο επιχειρηματολογεί πως η μείωση των κατώτατων μισθών και του κόστους εργασίας γενικότερα, μέσω της άρσης των θεσμικών «ακαμψιών» και της κατεύθυνσης προς μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας στη χώρα μας, θα λύσει κάποια από τα άμεσα προβλήματα της Ελλάδας και θα συμβάλει στην έξοδο της χώρας από την κρίση. Οι επιχειρήσεις θα ανασάνουν, η απασχόληση θα αυξηθεί. Μαζί με τα οφέλη αυτά, όσον αφορά την οικονομική αποτελεσματικότητα, θα επιτευχθεί επίσης κι ένα πιο δίκαιο αποτέλεσμα, εφόσον οι υπάρχοντες θεσμοί προστατεύουν μόνο τους προνομιούχους «εντός» εις βάρος των μη προνομιούχων «εκτός».

Πολλά μπορούν να λεχθούν για το συγκεκριμένο κείμενο. Καταρχάς, κάποιες αναφορές του είναι αρκετά συζητήσιμες. Η Ελλάδα, μας λέει, απ’ όταν μπήκε στην ΟΝΕ «αύξησε όλα τα μεγέθη της εκτός από την απασχόληση». Μεταξύ 2000-2009 όμως η απασχόληση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 10,5%, ενώ στην ΕΕ-15 κατά 8,7%.[1] Οι μισθοί στην Ελλάδα, μας λέει, είναι «υψηλότεροι από αυτούς της Ισπανίας» και της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ όμως, ο μέσος ετήσιος μισθός είναι χαμηλότερος στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις δύο αυτές χώρες.[2] Επιπλέον, η Α. Λυμπεράκη γράφει πως ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους στον ιδιωτικό τομέα θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα γιατί «στις δραστηριότητες εντάσεως εργασίας η μείωση του εργατικού κόστους είναι πολύ σημαντική για την ανταγωνιστικότητα». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όμως έλεγε το 2010: «Η διάρθρωση των εξαγωγών της Ελλάδας συγκεντρώνεται σε εξαγωγές υπηρεσιών, οι οποίες δεν είναι ελαστικές ως προς τις τιμές, και σε προϊόντα έντασης κεφαλαίου (όπως χημικά και φαρμακευτικά), για τα οποία το κόστος της εργασίας είναι δευτερεύουσα συνιστώσα» («Το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής για την Ελλάδα», European Economy Occasional Papers 61, σ. 26).  Είναι απορίας άξιο το τι ακριβώς άλλαξε μέσα σε δύο χρόνια και ποιος τελικά έχει δίκιο, στο «μνημονιακό» στρατόπεδο.

Τελικά, στη συζήτηση για τους μισθούς, η Α.  Λυμπεράκη καταλήγει πως «στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει το πραγματικό ύψος των μισθών στην Ελλάδα». Τότε, σε ποια βάση συζητάμε; Η απάντηση είναι πως δεν έχει σημασία τί ισχύει. Σημασία έχει είναι να πειστούμε πως οι μισθοί είναι υψηλοί και πρέπει να μειωθούν. Αυτός είναι ο στόχος. Για το καλό, φυσικά, των εργοδοτών. Αυτό που σίγουρα ισχύει πάντως είναι πως οι επιθεωρητές εργασίας βρήκαν το 35% των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που έλεγξαν να δουλεύουν ανασφάλιστοι και ότι οι εκβιασμοί και οι απολύσεις είναι η καθημερινή ρουτίνα στους εργασιακούς χώρους.

Δεν θα βοηθηθούν όμως και οι «εκτός» από μια εντελώς απελευθερωμένη αγορά; Ενδεικτικά,  αναφέρω πως πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης,  το 2007, μεταξύ των γυναικών με μέγιστο επίπεδο εκπαίδευσης τη στοιχειώδη (μιας κατεξοχήν δηλαδή κατηγορία «εκτός») το ποσοστό απασχόλησης σε μια από τις πιο απορυθμισμένες αγορές του αναπτυγμένου κόσμου, τις ΗΠΑ, ήταν  45,3%. Από την άλλη, σε μια από τις πιο «άκαμπτες» αγορές, αυτή της Γαλλίας (πιο «άκαμπτη» από την Ελλάδα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ), το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 51,6%. Την ίδια πάνω κάτω εποχή, ο διάμεσος μισθός των γυναικών ήταν 12% μικρότερος από τον αντίστοιχο των ανδρών στη Γαλλία, σε σύγκριση με ένα 20% στις ΗΠΑ.[3] Αν αυτό λοιπόν είναι που υπόσχεται η απορυθμισμένη αγορά στους «εκτός», μου φαίνεται αδιανόητο το πώς θα καταφέρει η ορθόδοξη άποψη να κερδίσει την υποστήριξη των οικονομικά ασθενέστερων τμημάτων μιας κοινωνίας. Γιατί στο πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης η απορύθμιση έχει αποτύχει παντού.

Το δεύτερο άρθρο είναι του καθηγητή Ιωάννη Ληξουριώτη «Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του» (σ. 338-347). Στο πρώτο μέρος του άρθρου έχουμε μια θεωρητική ανάλυση γιατί οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να υπάρξει σε μια αγορά εργασίας και γιατί οι εργαζόμενοι τελικά πλήττονται από την παρουσία τους. Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Ι.  Ληξουριώτης δεν επικεντρώνεται σε μια ανάλυση του ελληνικού συνδικαλισμού και των αποτελεσμάτων της δράσης του. Ούτε ενδιαφέρεται για τα συνδικάτα του δημοσίου τομέα, για παράδειγμα. Δεν έχει, με άλλα λόγια, κανένα τοπικό, χρονικό ή κλαδικό σημείο αναφοράς. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να εκφράσει την άποψη πως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως θεσμός εκπροσώπησης των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή ενός κλάδου, είναι επιζήμιες για τους ίδιους τους εργαζόμενους και το κοινωνικό σύνολο γενικότερα. Παντού και πάντα.

Το πρόβλημα με το άρθρο είναι ότι η θεωρητική του προσέγγιση είναι τόσο παλαιομοδίτικη που κάθε οικονομολόγος της εργασίας θα την απέρριπτε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και λέω οικονομολόγος, γιατί το άρθρο βασίζεται σε οικονομικά επιχειρήματα. Είναι λογικό λοιπόν να απορριφθεί από τη στιγμή που τα βιβλία του Φρίντριχ Χάγιεκ και του Μίλτον Φρίντμαν στα οποία βασίζεται, πέραν του ότι συγκαταλέγονται στα κατεξοχήν προπαγανδιστικά πονήματά τους, είναι γραμμένα στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Προφανώς λοιπόν αγνοείται επιδεικτικά όλη η συνεισφορά της ακαδημαϊκής κοινότητας κατά την τελευταία πεντηκονταετία. Τι μας λέει αυτή; Με δυο λόγια και με βάση τα εμπειρικά ευρήματα: η παρουσία εργατικών συνδικάτων σε μια αγορά εργασίας έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των μισθολογικών και εισοδηματικών ανισοτήτων, καθώς και τη μεγαλύτερη εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων που οι όροι της εργασίας τους είναι αποτέλεσμα συλλογικής διαπραγμάτευσης. Επίσης, η δράση των συνδικάτων δεν συνδέεται απαραίτητα με μεγαλύτερη ανεργία και μικρότερη απασχόληση. Πραγματικότητες δηλαδή (και όχι δοξασίες) που είναι ακριβώς αντίθετες με αυτά που υποστηρίζει ο Ι. Ληξουριώτης, βασισμένος σε ξεπερασμένες θεωρίες που δεν έχουν καμιά επαφή με την πραγματικότητα.

Με μισές ή καθόλου αλήθειες και επιλεκτική χρήση θεωρητικών και εμπειρικών ευρημάτων, η κυρίαρχη άποψη θέλει να μας πείσει πως η επίθεση στους θεσμούς της αγοράς εργασίας είναι δικαιολογημένη και θα είναι επωφελής. Καμία κουβέντα δεν γίνεται για τα οφέλη της ίδιας της ρύθμισης και το πώς μπορούμε ίσως να κάνουμε τους συλλογικούς θεσμούς που έχουμε να λειτουργήσουν καλύτερα. Για το πώς τελικά θα ισχυροποιήσουμε τους εργαζόμενους έναντι των εργοδοτών και θα μεταμορφώσουμε τη ζούγκλα του ιδιωτικού τομέα, αντί να τη νομιμοποιήσουμε.

Ο Μιχάλης Βεληζιώτης είναι οικονομολόγος και εργάζεται στο UniversityoftheWestofEnglandστο Bristolτης Μ. Βρετανίας. Λεπτομέρειες για τις πηγές και τον τρόπο υπολογισμού όλων των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο μπορούν να ζητηθούν μέσω emailστο veliziotism@gmail.com


[1] Υπολογισμοί με βάση στοιχεία για τη συνολική απασχόληση των χωρών της ΕΕ-15 στην ιστοσελίδα της EUROSTAT, βλ. http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/search_database

[2] Στοιχεία από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ (OECD StatExtracts) στο http://stats.oecd.org/

[3] Όλα τα στοιχεία της παραγράφου αυτής από το OECDEmploymentOutlook, OECD, Παρίσι 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s