Γιατί θέλαμε να γίνουμε ιστορικοί;

Standard

Με αφορμή το συνέδριο προς τιμήν του Χάγκεν Φλάισερ

 του Μάνου Αυγερίδη

Την προηγούμενη εβδομάδα το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών διοργάνωσε ένα μεγάλο συνέδριο για τη δεκαετία του 1940, προς τιμήν του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ, ο οποίος έπειτα από πολυετή διδασκαλία είναι πλέον ομότιμος καθηγητής. Τιμώντας τον συνάδελφό τους, τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής (Κατερίνα Γαρδίκα, Αντώνης Λιάκος, Κώστας Ράπτης), σχεδίασαν ένα συνέδριο με σκοπό την αποτίμηση της ιστοριογραφίας της κρίσιμης αυτής περιόδου και παράλληλα την ανάδειξη της συμβολής του Φλάισερ σε αυτή.

Το εγκώμιο για το έργο και την παρουσία του γερμανοέλληνα ιστορικού όλα αυτά τα χρόνια είναι μάλλον περιττό: το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού στο τέλος του συνεδρίου, καθώς και η συνεχής παρουσία του, τρεις ολόκληρες μέρες, στα καθίσματα, τα σκαλάκια και το δάπεδο, εντός και εκτός του κατάμεστου αμφιθεάτρου Δρακόπουλου, αποτελούν, άλλωστε, μια  απτή επιβεβαίωση της  αναγνώρισης του Φλάισερ ως δασκάλου, συναδέλφου, επιστήμονα και ενεργού πολίτη. Όσον αφορά το ίδιο το συνέδριο, το εύρος της συμμετοχής, η συνύπαρξη καταξιωμένων και νεότερων ιστορικών, οι νέες θεματολογίες και τα ερωτήματα, το  καθιστούν καθαυτό σημαντικό επιστημονικό γεγονός – και αναμένουμε την έκδοση των πρακτικών.

Τις μέρες του συνεδρίου, ακούγοντας τους ομιλητές και τις παρεμβάσεις του κοινού, επανερχόταν διαρκώς στο μυαλό μου ένα ερώτημα που πιστεύω απασχόλησε ή απασχολεί πολλούς από όσους κάνουν σήμερα μεταπτυχιακά και διδακτορικά στην ιστορία: Γιατί, ολοκληρώνοντας τις προπτυχιακές μας σπουδές, συνεχίσαμε να ασχολούμαστε με την ιστορική έρευνα, με δεδομένες τις δυσκολίες που ενείχε μια τέτοια απόφαση, όχι μόνο τώρα εν μέσω μιας κρίσης που ισοπεδώνει τα πάντα, αλλά και πριν πέντε, λ.χ., χρόνια; Ούτε και τότε ήταν εποχή παχειών αγελάδων. Προσωπικά, θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό που είχα την ευκαιρία να δουλέψω στα ΑΣΚΙ, και έτσι –εκτός από την κάθε άλλο παρά ήσσονος σημασίας δυνατότητα να πληρώνω το νοίκι μου– να αγαπήσω την ιστορία στην πράξη: την ατομική και συλλογική δουλειά, τα ξενύχτια μπροστά στον υπολογιστή και τα βιβλία, τις ακυρώσεις, τις επιβραβεύσεις και τις αλλεπάλληλες παρατηρήσεις πάνω σ’ ένα κακό ή ένα καλύτερο κείμενο, τα δελτία (χαρτώα και ψηφιακά), τη μυρωδιά του χρόνου, τις κλεφτές και αποσπασματικές ματιές από την κλειδαρότρυπα στις ζωές κάποιων άλλων — με τη φαντασία να συμπληρώνει ό,τι έλειπε.

Μιλώ για μένα, αλλά σκέφτομαι και τις προσωπικές ιστορίες άλλων: την έρευνα στα κενά μιας μερικής ή πλήρους απασχόλησης σε άσχετο αντικείμενο (όταν πλέον βρίσκεται κι αυτή), την επιβίωση χάρη στο εβδομαδιαίο οικογενειακό χαρτζιλίκι (για όσους και όσο υπάρχει ακόμα). Για ποιο λόγο λοιπόν την επιλέξαμε αρχικά αυτή τη δουλειά και, ακόμη περισσότερο, γιατί επιμένουμε να την κάνουμε όσο αντέχουμε; Ακούγοντας την Κατερίνα Γαρδίκα και τον Αντώνη Λιάκο να συνοψίζουν τα συμπεράσματα του συνεδρίου, σκέφτηκα ένα είδος απάντησης στα ερωτήματα αυτά.

Το πρώτο είναι ο λόγος περί στερεοτύπων. Ο Μίλτος Πεχλιβάνος θυμήθηκε, στην εισήγησή του, τον Παν. Μουλλά: «Τα στερεότυπα είναι ο φόρος που πληρώνουμε στις συλλογικότητές μας». Το άρθρο του Δημήτρη Δημητρόπουλου για τους «ξένους ολετήρες», στα προηγούμενα «Ενθέματα», νομίζω περιγράφει εύγλωττα ένα μέρος του φόρου αυτού, όσον αφορά τις δικές μας συλλογικότητες. Κι αυτό ήταν πράγματι ένα συνέδριο εναντίον τέτοιου είδους φόρων, όχι τόσο καταγγέλοντας τις διαφορετικές μορφές τους, όσο επιχειρώντας την κατανόησή τους στα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Ωστόσο, όπως έγινε φανερό, οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους Έλληνες, τους Γερμανούς, την κρίση, τη δεκαετία του ’40 ή την ελληνική ιστορία γενικότερα, είναι πολύ δύσκολο να αφήσουν τον οποιονδήποτε «καθαρό» — είτε αυτό αφορά την ακούσια αναπαραγωγή τους είτε την αντικατάστασή τους με κάποιες άλλες αντιλήψεις, εξίσου στερεοτυπικές. Έχω στο μυαλό μου ένα καλαίσθητο μικρό βίντεο σε πολλές γλώσσες που κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο αυτές τις μέρες από τους omikron project,  με τίτλο «Alex: A story about Greece’s international image crisis» και στόχο να αντικρούσει τις αρνητικές αντιλήψεις για τους Έλληνες ως μαύρα πρόβατα της Ευρώπης. Σκέφτηκα, μόλις το είδα, πως θα τα κατάφερνε ακόμα καλύτερα, αν στο τέλος του βίντεο δεν αναιρούσε εν πολλοίς όσα είχαν προηγηθεί καταλήγοντας: «The stories say it, so it must be true. Unless he [Alex, the Greek] can prove otherwise. Well, can he?», κλείνοντας το μάτι πια προς την πλευρά των Ελλήνων. Να αποδείξουν τι και προς ποια κατεύθυνση, αυτό παραμένει ένα ερώτημα.

Ωστόσο, αναθεώρησα την αρχική μου αντίδραση ότι σε σχέση με αυτά τα στερεότυπα (του «τεμπέλη», «βίαιου», «απατεώνα», «αχάριστου», «ευθυνόφοβου» κλπ.), πέρα από την προσπάθεια να τα αναγνωρίσουμε ως τέτοια, δεν έχουμε να πούμε πολλά. Γιατί, όπως παρατήρησε η Κατερίνα Γαρδίκα, τα στερεότυπα εκτός από επικίνδυνα μπορεί να αποδειχθούν και δημιουργικά, στο μέτρο που «στερεοτυπώντας» τον εαυτό μας και μετρώντας τον μέσα σε αυτά μπορούμε να τον καταλάβουμε καλύτερα και να δούμε τελικά πού βρισκόμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Η ιστορική έρευνα αποτελεί  προνομιακό πεδίο για τον σκοπό αυτό, και τούτος είναι, πράγματι, ένας απ’ τους λόγους που την επιλέξαμε ως επάγγελμα: για να αλλάξουμε, στο μέτρο του δυνατού, πρώτα απ’ όλα, τον εαυτό μας.

Το δεύτερο στοιχείο το επισήμανε ο Αντώνης Λιάκος: η ηθική δέσμευση των ιστορικών απέναντι στο παρελθόν, αλλά και στην κοινωνία. Αυτό σημαίνει, όπως το αντιλαμβάνομαι, καταρχάς την κατανόηση και την αναγνώριση της ανθρώπινης εμπειρίας, στις διαφορετικές πτυχές της. Σημαίνει την καταλυτική συμμετοχή των ιστορικών στη διαμόρφωση της σύγχρονης ιστορικής κουλτούρας της κοινωνίας, τόσο μέσα απ’ τα εργαλεία και τους τρόπους δουλειάς τους όσο και μέσα απ’ τους πολλαπλούς «εξωακαδημαϊκούς» δρόμους απ’ τους οποίους διαμορφώνεται και διαχέεται αυτή η κουλτούρα. Άλλωστε, η κρίση δεν έφερε στην επιφάνεια μόνο τα «λεβεντόπαιδα» με τις μαύρες μπλούζες, αλλά κι ένα μέρος της κοινωνίας που έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται ενεργά για τα κοινά και, ανάμεσα στα άλλα, ζητάει επιτακτικά  –και δεν κρίνω εδώ τους τρόπους που το κάνει– να μιλήσει και να ακούσει για το παρελθόν. Το βλέπουμε στη μαζική συμμετοχή σε κάθε εκδήλωση, επιστημονική και μη, στα κατά τόπους «λαϊκά πανεπιστήμια» κ.α. Κι αν η διάκριση ακαδημαϊκής και δημόσιας ιστορίας μπορεί να αποτελεί ερευνητικό αντικείμενο για τους ιστορικούς (και πάλι εδώ η δουλειά του Φλάισερ αποτελεί οδηγό), δεν μπορεί να γίνεται παραδεκτή ως πρακτική στο παρόν. Δεν αναγνωρίζω αυτή τη διάκριση, είπε κάποια στιγμή στο συνέδριο ο Χρήστος Χατζηιωσήφ. Νομίζω, για να επιστρέψω στο αρχικό μου ερώτημα, ούτε εμείς την αναγνωρίσαμε, γι’ αυτό και θέλαμε (θέλουμε και προσπαθούμε ακόμη, σε ό,τι με αφορά) να γίνουμε ιστορικοί: για να αλλάξουμε τελικά, στο μέτρο του δυνατού, τον κόσμο, με τους δικούς μας όρους. Και η ιστορική εμπειρία συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s