Σιωπηρές ιεραρχήσεις μιας ιστορικής διαμάχης

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της  Αγγέλικας Ψαρρά

Γαλλίδες (η μία ήδη κουρεμένη με την «ψιλή» διαπομπεύονται μετά την Απελευθέρωση, κατηγορούμενες για σχέσεις με τους κατακτητές, 1945. (The Hulton Getty Pictures Collection)

Αφορμή για το σημερινό σημείωμα στάθηκε το συνέδριο για τη δεκαετία του ’40 προς τιμήν του Χάγκεν Φλάισερ, και συγκεκριμένα οι δύο συνεδρίες του οι αφιερωμένες στις «ενδοελληνικές συγκρούσεις». Όχι, δεν υπήρξαν ιδιαίτερες εκπλήξεις στις δύο αυτές συνεδρίες: αναμενόμενη η επιλογή της οξύτητας από ορισμένους εισηγητές, αναμενόμενη και η υιοθέτηση υψηλών τόνων από αρκετούς ομιλητές στη συζήτηση που ακολούθησε. Ούτως ή άλλως, κάπως έτσι διεξάγεται επί μία σχεδόν δεκαετία η συγκεκριμένη ιστοριογραφική διαμάχη — «Διάλογος για την Ιστορία» ονομάστηκε (κατ’ ευφημισμόν;) από Τα Νέα, την εφημερίδα που την υποδαύλισε, φιλοξενώντας σημαντικό μέρος της πριν από οκτώ ολόκληρα χρόνια. Τον τίτλο συμπλήρωνε τότε ένας διευκρινιστικός υπότιτλος: «18 ειδικοί συζητούν για τη βία στον ελληνικό εμφύλιο».

Έχοντας κατά νου τρέχοντα ζητήματα της συγκυρίας –την περιβόητη θεωρία των δύο άκρων, για παράδειγμα–, οι «ειδικοί» συνεχίζουν να τροφοδοτούν μια συζήτηση που μοιάζει να έχει ενδυθεί σημασίες μείζονος ιδεολογικοπολιτικού (για να μην πω εθνικού) διακυβεύματος. Μόνο που, εμμένοντας στο υπερτιμημένο «μείζον» και αδιαφορώντας για το υποτιμημένο «έλασσον», δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν ακόμη και τις προόδους της εγχώριας ιστοριογραφίας. Παραμένουν έτσι προσκολλημένοι σε ερωτήματα που έχουν αγγίξει εδώ και καιρό τα όριά τους: τη διάρκεια του εμφυλίου, το χρώμα της βίας, το μέτρημα των νεκρών. Πολλές, επομένως, και κρίσιμες οι αποσιωπήσεις, θα ξεχωρίσω, ωστόσο μία. Και θα αναρωτηθώ πώς είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε πειστικά την εμφύλια βία, αν επιμείνουμε να αγνοούμε συστηματικά τις έμφυλες πτυχές της. 

Ας θυμίσω επί τροχάδην ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ιστορία των γυναικών σε διάφορες εκδοχές της άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της στη βιβλιογραφική παραγωγή για τη δεκαετία του ’40 — τόσο με εργασίες που επιδίωξαν να βγάλουν τις γυναίκες από την αφάνεια όσο και σε εργασίες που, υιοθετώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την οπτική του φύλου, επιχείρησαν να διερευνήσουν ζητήματα που σχετίζονται με τις κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της έμφυλης διαφοράς. Οι διεργασίες αυτές συνδέονταν προφανώς με μια κάποια άνθηση που γνώριζε ήδη η φεμινιστική ιστορία σε άλλες επιστημονικές περιοχές. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υποτιμηθούν και οι γενικότερες μετατοπίσεις που την ίδια εποχή σημειώνονταν στην έως τότε λίγο πολύ άκαμπτη ιστοριογραφία του ’40.

Δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι στη διαδικασία εισαγωγής του φύλου στην ιστοριογραφία της δεκαετίας του ’40 γόνιμες υπήρξαν ορισμένες στιγμές συνάντησης της φεμινιστικής ιστορίας με την προφορική ιστορία και την κοινωνική ανθρωπολογία. Όπως και να έχει, ο δρόμος που διανύθηκε δεν είναι μικρός. Διαθέτουμε πια προσεγγίσεις –όχι πολλές, είναι αλήθεια– που θεωρούν αυτονόητη τη σημασία της έμφυλης διαφοράς στη μελέτη σημαντικών πτυχών της ιστορίας της περιόδου. Πρόκειται κυρίως για μελέτες που θίγουν ζητήματα ταυτότητας, υποκειμενικότητας, μνήμης και τραύματος, συνδιαλεγόμενες κάποτε και με τη διεθνή βιβλιογραφία. Δίνουν, ωστόσο, αυτές τον τόνο; Γιατί την ίδια στιγμή, δεν είναι παρακινδυνευμένο, πιστεύω, να μιλήσουμε και για μεγάλες υστερήσεις. Όσα ξέρουμε –και όσα ψυχανεμιζόμαστε– είναι ελάχιστα μπροστά σε αυτά που ακόμη αγνοούμε για τις έμφυλες πτυχές της πολύπαθης δεκαετίας.

Καθώς, βέβαια, ο λόγος είναι για ένα ιστοριογραφικό πεδίο σε κίνηση, θα είχε ενδιαφέρον να επιχειρήσουμε να διαγνώσουμε αν και κατά πόσον η οπτική του φύλου διαθέτει τη δυναμική εκείνη που θα της επέτρεπε να υποχρεώσει τις νέες αφηγήσεις για τη δεκαετία του ’40 να συνομιλήσουν με τα ευρήματα της φεμινιστικής ιστορίας. Δίχως ίχνος ηττοπάθειας, θα έλεγα πως τα δείγματα δεν είναι και τόσο αισιόδοξα. Η αίσθησή μου είναι ότι το όλο εγχείρημα γίνεται πλέον εύκολα αποδεκτό ως μία επιμέρους σελίδα ενός ιστοριογραφικού σχεδίου ικανού να την ενσωματώσει παραμένοντας αμετάλλακτο, χωρίς δηλαδή να αναρωτηθεί για τις βασικές παραδοχές που το συγκροτούν — πόσο μάλλον να τις αναθεωρήσει. Στη σελίδα αυτή στριμώχνονται οι γυναίκες ως μια ασαφής, (επανα)φυσικοποιημένη, κατηγορία, συχνά, λόγω και των ιδιαίτερων ιστορικών περιστάσεων, μαζί με τα παιδιά. Ας το πω αλλιώς: οι προσεγγίσεις που βασίζονται στην οπτική του φύλου αντιμετωπίζονται ως επιστημονικά γυμνάσματα καλοδεχούμενα, πλην όμως δεύτερης διαλογής. Όσο για τις αντιστάσεις, αυτές δεν θα τις βρούμε κάπου διατυπωμένες ρητά, αλλά εύκολα θα τις ανιχνεύσουμε στις υπόρρητες εσωτερικές ιεραρχήσεις του συγκεκριμένου ιστοριογραφικού κλάδου.

Στο κλίμα αυτό, παύει να εκπλήσσει η απουσία της οπτικής του φύλου στη διαμάχη που ονομάστηκε «Διάλογος για την Ιστορία». Ούτως ή άλλως, η συγκεκριμένη συζήτηση διεξάγεται εξαρχής με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης, υποδεικνύοντας πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα στη δημόσια, λεγόμενη, ιστορία και την ακαδημαϊκή ιστορία, την ιστορία των ιστορικών. Υποθέτω πως η σκλήρυνση που συνεπάγεται η αντιπαράθεση δεν αφήνει περιθώρια στα κατά τα λοιπά συμπαθή καρυκεύματα της ιστοριογραφίας να παρεισφρήσουν σε μια συζήτηση που αφορά τον σκληρό πυρήνα μιας ιστορικής διαμάχης με καίρια πολιτικά αλλά και επαγγελματικά στοιχήματα. Και έχει, πιστεύω, σημασία να παρατηρήσουμε ότι πρόκειται για κοινή στάση ιστορικών (και όχι μόνον), οι οποίοι αυτο-τοποθετούνται σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αλλά και όσων δοκίμασαν να δουν τον καβγά από μια «ενδιάμεση» θέση.

Εύγλωττη είναι η αδιαφορία για την οπτική του φύλου σε κείμενα της πλευράς που αυτοπροσδιορίζεται νέο κύμα ή μετα-αναθεωρητικό ρεύμα, παρά το γεγονός ότι στον προγραμματικό σχεδιασμό της προβάλλονται κατά κόρον η τοπική ιστορία, η ιστορία εθνοτικών ομάδων ή η «μελέτη απλών ανθρώπων σε πλαίσιο ανασφάλειας». Μια συζήτηση, λοιπόν, για την εμφύλια βία από την οποία απουσιάζουν οι πολλαπλώς αποσιωπημένες έμφυλες πτυχές της∙ μια συζήτηση, με δυο λόγια, που αγνοεί τις γυναικείες εμπειρίες, τις όποιες ανατροπές στις έμφυλες ιεραρχίες και τη διάρκειά τους, τις περιπέτειες των εννοιολογήσεων του ανδρισμού και της θηλυκότητας σε μια περίοδο αλλεπάλληλων, επίσημων ή άτυπων, ένοπλων συγκρούσεων. Για να μείνω σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σχεδόν αόρατες συνεχίζουν να παραμένουν οι τελετουργίες «φρονηματισμού» των γυναικών κατά την εμπόλεμη δεκαετία: διαπόμπευση και κούρεμα των γυναικών που δεν τήρησαν τον έμφυλο κώδικα τιμής του κατακτημένου έθνους από τις αντιστασιακές οργανώσεις τον καιρό της Κατοχής, κούρεμα και βιασμός των γυναικών της Αριστεράς ή των γυναικών των αριστερών από τους ακροδεξιούς παρακρατικούς μετά την Απελευθέρωση.

Στο κλίμα αυτό, δεν είναι παράδοξη η αντοχή στο χρόνο των δύο κεντρικών αφηγήσεων για τη «γυναικεία εμπειρία» της δεκαετίας του ’40. «Αριστερή» η μία, «εθνικόφρων» η άλλη, οι αφηγήσεις αυτές συνεχίζουν να επιβάλλουν ερμηνευτικά σχήματα και να υποβάλλουν αναγνώσεις, διακινώντας μυθευτικές όσο και ουσιοκρατικές εικόνες για τις γυναίκες της εποχής: στην αμόλυντη γυναίκα της Αντίστασης και στην ηρωική μαχήτρια με το όπλο στο χέρι αντιπαρατίθεται ακόμη σήμερα μια γυναικεία μορφή που έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται από λυσσασμένη ύαινα σε άβουλο άθυρμα της κομμουνιστικής ερωτομανίας. Πόσο, μάλλον, όταν μετακινηθούμε στο πεδίο της «δημόσιας ιστορίας». Ασφαλώς και δεν μου επιτρέπεται να γενικεύσω. Δεν μπορώ, ωστόσο, να αποφύγω τον πειρασμό να σημειώσω τις κινηματογραφικές και λογοτεχνικές επιβιώσεις των αφηγήσεων αυτών.

Σκέφτομαι, πρόχειρα, τις στερεοτυπικές γυναικείες φιγούρες στην ταινία «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη –και βέβαια την ανυπαρξία και της παραμικρής σχετικής νύξης στη θυελλώδη συζήτηση που ακολούθησε την προβολή της–, αλλά και τις εικόνες των κομμουνιστριών στο Bella Ciao του Θανάση Σκρουμπέλου. Εξίσου προβληματική θεωρώ την προσκόλληση της Αριστεράς –και εκτός ΚΚΕ– σε μιαν αφήγηση που βρίσκεται πιο πίσω και από πολλές αυτοβιογραφικές καταθέσεις των ίδιων των γυναικών της εποχής. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, στο γενικότερο κλίμα «αναβάθμισης» του Εμφυλίου, η αριστερή εκδοχή της ιστορίας μοιάζει να εμπλουτίζεται με μια νεόκοπη, άκρως εξιδανικευτική, προσέγγιση της ένοπλης γυναικείας συμμετοχής στον πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, σε πρόσφατες ιστοριογραφικές προτάσεις του μετα-αναθεωρητικού κλίματος, οι ίδιες αυτές γυναικείες εμπειρίες χρησιμεύουν επιλεκτικά προκειμένου να καταγγελθεί το ηθικό έλλειμμα της κομμουνιστικής ηγεσίας του Δημοκρατικού Στρατού…

                                      

 

Γαλλίδες (η μία ήδη κουρεμένη με την «ψιλή» διαπομπεύονται μετά την Απελευθέρωση, κατηγορούμενες για σχέσεις με τους κατακτητές, 1945. (The Hulton Getty Pictures Collection)

 

 

2 σκέψεις σχετικά με το “Σιωπηρές ιεραρχήσεις μιας ιστορικής διαμάχης

  1. Πω,πω,πω!!! Τι καταλυτικό κείμενο. Τι φωτιές είναι αυτές που καίνε από κάθε μπάντα του. Απ’όπου κι αν το διαβάσεις.Όπου κι αν σταματήσεις. Αράδα,αράδα,παράγραφο,παράγραφο. Ολόκληρο! Αδυνατώ να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου και την ορμή των λέξεων που έρχονται κάθετες και οριζόντιες σχίζοντας το πέπλο της ειδικότητας και των ιδεολογοπολιτικών δίπολων «μείζον-έλασσον».Προσωπικά ευχαριστώ θερμά εσένα για όσα έγραψες.
    Τα ενθέματα που υπάρχουν και δίνουν τέτοιες δυνατότητες με την πνοή τους, αλλά ξαναλέω εσένα για τα όσα έγραψες σε αυτό το κείμενο κι έτσι όπως τα έγραψες.
    Και επειδή το καλοκαίρι «κατηγορήθηκα» για ανωνυμία,που προερχόταν από την ταυτότητα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που χρησιμοποιώ, τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να υπογράψω αυτό το ποστάκι.
    Σπύρος Πετρόπουλος.
    Κυψέλη
    Αθήνα

  2. Ανάσυρα από την σελίδα μου στο facebook ένα σχολιάκι και το προσθέτω επαυξάνοντας και συνηγορώντας για τα γραφόμενα της αρθρογράφου. Αυτό το τελευταίο ερμηνεύει τη δική μου απολογητική ανάγκη και όχι ότι η συγγραφέας του κειμένου έχει ανάγκη τις δικές μου παρατηρήσεις ή τα σχόλιά μου θετικά ή αρνητικά. Σαν βάλθηκα,τώρα στα ύστερα να μεταμορφώσω την ιστορική μου συνείδηση, η κίμηση αυτή θα πρέπει να είναι προφητική για το παρελθόν που διάνυσα και σύμφωνη με τη cyber culture μου του απρόντος και του όποιου λιγοστού μέλλοντός μου.
    Λοιπόν το σχολιάκι:
    Οι αιρετικές απόψεις για την ιστοριογραφία του ελληνικού εμφυλίου όπως αυτές παρουσιάζονται από το «νέο κύμα» ή σας αρέσει ο Σούμπερτ; (αυτός είναι ο τίτλος)
    History, it is said, arrives first as tragedy, then as farce.
    Η Ιστορία, λέγεται, φθάνει ΠΡΩΤΑ ως τραγωδία, στη συνέχεια ως φάρσα.
    First as Karl Marx, then as the Marx Brothers.Τι ωραία,τι εύηχα!
    Μη μπορώντας,ίσως και μη έχοντας το δικαίωμα από πλευράς ιστορικής ηθικής και δεοντολο
    γίας να αγνοήσω την ιστορικότητα της παγκοσμιοποίησης,κάνω την παραπάνω αναφορά και θα φανεί στη συνέχεια η σχέση της αναφοράς αυτής με τα ιστορικοποιημένα γεγονότα του εμφυλίου, έτσι όπως αυτά εμφανίστηκαν στις «νέες» τάσεις της ιστοριογραφίας του «νέου κύματος», των διαλόγων, των αντιλόγων και των αντιπαραθέσεων, ενίοτε σκληρών αντιπαραθέσεων ομάδων ιστορικών : (first as tragedy, then as farce ή με τους στίχους του Leonard Cohen: “First we take Manhattan then we take Berlin”ή αλλιώς “for trying to change the system from within”). Και σε καμια περίπτωση δεν πρόκειται για μια επιτύμβια επιγραφή “ It is a tombstone inscription” αλλά για εκατόμβες θυμάτων,κυρίως των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων…. αυτά τα ολίγα. Και πάλι υποκλίνομαι άγνωστη (κατά πρόσωπο) κυρία
    Αγγέλικα Ψαρρά στο Κυριακάτικο Ένθεμά Σας.
    Σπύρος Πετρόπουλος (και πάλι για να αποφύγω (άκων) την καλοκαιρινή μου ανωνυμία και το «μπερτάκι που μάζεψα,,,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s