Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

Φωτογραφία του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση σΑυνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.

Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία. Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ.

Η θορυβώδης «εισβολή» της εν λόγω διαίρεσης στον πολιτικό λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι το πρωτόγνωρο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.  Το ιδεολογικό και πολιτικό σχίσμα λαϊκιστές/αντιλαϊκιστές, ή καλύτερα λαϊκιστές/εκσυγχρονιστές, μας έχει επισκεφτεί αρκετές φορές ήδη από το 1989, όταν πρωτο-επιχείρησε τότε να το εισαγάγει ο Κώστας Σημίτης ως κομβική διακύβευση της εποχής.[1] Ένα νέο στοιχείο ωστόσο στη σημερινή του επανεπίσκεψη εντοπίζεται στην ένταση με την οποία προβλήθηκε και στο βαθμό διάχυσής του στο δημόσιο λόγο· στην υπερπληθωρική χρήση, με άλλα λόγια, της συγκεκριμένης διαίρεσης στην δημόσια σφαίρα, αλλά και στο βαθμό που δείχνει να επηρέασε τη δημόσια συζήτηση στους διάφορους επιμέρους κλάδους άσκησης πολιτικής (από την οικονομία και την εκπαιδευτική πολιτική μέχρι και τη δημόσια τάξη και τη διπλωματία, παντού έβλεπε κανείς τους «κακούς λαϊκιστές» απέναντι στους «νηφάλιους», «ορθολογικούς» πολέμιούς τους). Επιπλέον, άλλο ένα στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα ανάδυση τούτης της διαιρετικής τομής είναι ότι κατά την κορύφωση αυτής της σύγκρουσης, απέναντι στο ήδη διαμορφωμένο «μπλοκ της συναίνεσης», το «μέτωπο των αντιλαϊκιστών», δείχνει πλέον να αποκρυσταλλώνεται και ένας μάλλον ξεκάθαρος λαϊκιστικός πόλος· θα τολμούσαμε να πούμε ένας ιδεοτυπικά λαϊκιστικός πολιτικός λόγος.[2] Με άλλα λόγια, τη στιγμή που ο κυρίαρχος λόγος –ο λόγος του «εκσυγχρονισμού» και του «ορθολογισμού» εμβαπτισμένος στα αυταρχικά νάματα της έκτακτης ανάγκης– στιγματίζει ως λαϊκισμό οποιαδήποτε διαφωνία, αμφισβήτηση ή αντίσταση στην ακολουθούμενη πολιτική, ένας σχηματισμός της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη εν τω μεταξύ αναδειχθεί σε βασική αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη, εγκαλεί τώρα με κάθε αφορμή, συνεχώς και επίμονα, τον «λαό» στο προσκήνιο· τον εγκαλεί και τον καλεί να «σηκώσει κεφάλι» ενάντια στις διάφορες ελίτ, ενάντια στο «κατεστημένο». Δε διστάζει μάλιστα συχνά να εξισώσει την πιθανότητα ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων εκ μέρους του με την ίδια την «αυτο-ενίσχυση» του λαού.

Είναι χαρακτηριστική επί τούτου μία απλουστευτική και μάλλον χονδροειδής ποσοτική σύγκριση. Ενώ σε προεκλογικές του ομιλίες για τις βουλευτικές εκλογές του 2009 ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρεται ελάχιστες φορές και χωρίς ιδιαίτερη φόρτιση στο σημαίνον «λαός», κατά τις δύο διαδοχικές προεκλογικές εκστρατείες του 2012 βλέπουμε την αναφορά στον «λαό» να εμφανίζεται ακόμα και 50 φορές σε μία μόνο ομιλία του. Για παράδειγμα, αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα (Πλ. Κοτζιά) στις 29.09.2009[3] θα μετρήσει μόλις 5 αναφορές στον «λαό», ενώ στην αντίστοιχη κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012 ο «λαός» δεσπόζει ως αναφορά, αφού απαντάται 51 φορές![4] Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια μορφή αριθμολογίας που δε στερείται διόλου σημασίας, αφού το σημαίνον «λαός» δεν επαναλαμβάνεται «άχρωμα», ως τυπική ή κλισέ αναφορά στο βάσει συντάγματος νομιμοποιητικό υποκείμενο της δημοκρατίας, αλλά αποκτά το ρόλο του προνομιακού σημείου αναφοράς που καθορίζει την ομιλία απ’ άκρου εις άκρον, που επηρεάζει σημαντικά κάθε άλλη αναφορά στο κείμενο. Για να μιλήσουμε με την ορολογία της θεωρίας και ανάλυσης του λόγου,[5] ο «λαός» είναι ξεκάθαρα πλέον το κομβικό σημείο στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά.[6]

Χαρακτηριστικά είναι επίσης τα πρωτοσέλιδα της «Αυγής» κατά την ίδια περίοδο, όπου ο λαός εμφανίζεται να εισβάλει στην εξουσία μαζί με την αριστερά, ή να εισβάλει στην εξουσία ακριβώς λόγω της ανόδου της αριστεράς. Μερικοί χαρακτηριστικοί τίτλοι έχουν ως εξής: «Λαός – Αριστερά για τη νέα Ελλάδα» (4.05.2012), «Να μην αλλοιωθεί η εντολή του λαού» (8.05.2012), «ΝΙΚΗ της Αριστεράς, ΝΙΚΗ του Λαού» (15.06.2012). Αντίστοιχης λογικής/ύφους ήταν και αφίσα μίας εκ των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία διαβάσαμε χαρακτηριστικά: «Ο ΛΑΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΣΥΡΙΖΑ» (αφίσα της ΚΟΕ για τις εκλογές του Ιουνίου 2012). Σε ορισμένες ιδεοτυπικά λαϊκιστικές αποστροφές του λόγου του μάλιστα ο Τσίπρας θα πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως με την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός ενισχύει τον ίδιο του τον εαυτό. «Ο λαός μας, με την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ανοίγει τους δρόμους της Ιστορίας στη μεγάλη αλλαγή. […]Την Κυριακή δεν αναμετράται απλά και μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό κατεστημένο του Μνημονίου. […] Αναμετράται ο λαός με τη ζωή του. Αναμετράται ο λαός με τη μοίρα του. […]Ενώνεται ο λαός με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ».[7]

Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο –όπως και ήταν αναμενόμενο βεβαίως– ενοχλείται ιδιαίτερα από τον χαρακτηρισμό της πολιτικής του ως «λαϊκιστικής» και επιχειρεί με μαχητικό τρόπο να επιστρέφει κάθε φορά τέτοιους χαρακτηρισμούς πίσω στην πηγή τους διανθισμένους με αντι-κατηγορίες προς τους αντιπάλους του περί «παραπλάνησης» του λαού και «δημαγωγίας» ή ασθενούς πατριωτικού φρονήματος, ακόμα και μειωμένης «ελληνικότητας»! Αυτή, θα έλεγε ίσως κανείς, είναι η πλέον λογική κίνηση εκ μέρους ενός πολιτικού σχηματισμού στα συμφραζόμενα ενός συλλογικού φαντασιακού που χρόνια τώρα έχει συνδέσει το «παράσημο» του λαϊκισμού με την χείριστη «πολιτική βρισιά», με επαίσχυντο ηθικό στίγμα που παραπέμπει σε ψεύδη, ανεντιμότητα, διαφθορά, συντεχνιασμούς, πελατειοκρατία, και κάθε φαυλότητα που μπορεί κανείς να σκεφτεί. Αν αυτή η στάση όμως φαντάζει ως η πλέον λογική απάντηση σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και η μοναδική ή η καταλληλότερη επιλογή. Η ακριβώς αντίθετη στάση θα μπορούσε να αποτελέσει μία –όχι χωρίς ρίσκο– πρωτότυπη και ριζοσπαστική πολιτική κίνηση υπέρβασης και αντιστροφής των όρων του πολιτικού διαλόγου. Για να το θέσουμε χωρίς περιστροφές, η υπέρβαση εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ συνολικά θα συνίστατο στην με θέρμη ενεργό οικειοποίηση του τίτλου του «λαϊκιστή»· μια κίνηση που απαραίτητα θα εμπεριέχει και μια επίμονη προσπάθεια ενεργού ανανοηματοδότησης του όρου στη δημοκρατική/χειραφετητική του προοπτική. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να μιμηθεί εδώ τον Γάλλο ομόλογό του, τον Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο οποίος όταν του λένε ότι του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του λαϊκιστή δε διστάζει να απαντήσει: «λαϊκιστής εγώ; Το δέχομαι!», ενώ νωρίτερα δε παραλείπει να συνδέσει τον «λαϊκισμό» του με την απέχθεια προς τις ελίτ και το κάλεσμά του προς τους πολλούς να εναντιωθούν στον εφησυχασμό των προνομιούχων.[8]

Αυτή η κίνηση ανανοηματοδήτησης μπορεί να συνεπάγεται πολλά περισσότερα από μία απλή απόπειρα αντιστροφής του ηθικο-αξιακού φορτίου μιας έννοιας ή ένα αξιολογικό αναποδογύρισμα (κάτι που ιστορικά το έχουμε δει σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα στο κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, από το κίνημα «black power» στις ΗΠΑ του ’60-‘70, μέχρι τον σύγχρονο queer λόγο, κ.ο.κ.). Την ίδια στιγμή που διάφοροι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αναγνωρίζουν τον λαϊκισμό[9] σε κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει τη συντεταγμένη μας πορεία προς την «οικονομική εξυγίανση» (μια πορεία που πρακτικά τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να οδηγεί στην απόλυτη κοινωνική εξαθλίωση), τη στιγμή δηλαδή που ο mainstream «αντιλαϊκισμός» τείνει να ταυτιστεί στο συλλογικό φαντασιακό με την πιο μονόχνωτη και συντηρητική (με την αυστηρή έννοια του όρου) πρόσληψη της πολιτικής ως «τέχνης των ολίγων» και προνόμιο των εξειδικευμένων «ορθολογιστών», μια θετική οικειοποίηση του λαϊκισμού με δημοκρατικό-προοδευτικό πρόσημο, που θα επιμένει στην ανάδειξη της νομιμοποιητικής ρίζας της δημοκρατίας, δηλαδή της «λαϊκής κυριαρχίας», μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και να δώσει όνομα στην «θετικότητα» που αναζητά να εκβάλει από τις μέχρι τώρα ασύνδετες συλλογικές ματαιώσεις και δυσφορίες.

Αυτή βεβαίως είναι μία δυνατότητα μεταξύ άλλων. Δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε μονόδρομος, ούτε και παρέχει εγγυήσεις για την επιτυχία της· κάθε άλλο ίσως. Σε μια εποχή όμως που ο μηντιακά ηγεμονικός «αντι-λαϊκισμός» ταυτίζεται όλο και περισσότερο με το αντι-λαϊκό ή ακόμα και το αντι-δημοκρατικό συναίσθημα των ελίτ, αποκτώντας ανησυχητικά αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ροπές, η επιλογή ενός δημοκρατικού λαϊκισμού από έναν πολιτικό χώρο που δε θα καταπνίγει την πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα σε ένα μονολιθικό/περιοριστικό όλον υπό τον «φωτισμένο» ηγέτη, που δε θα προσδένει το λαό στο σημαίνον «έθνος», που θα αναζητά διαρκώς τρόπους να λειτουργεί ουσιωδώς δημοκρατικά σε επίπεδο βάσης (ρισκάροντας ακόμα και την αυτο-υπονόμευση του ίδιου του λαϊκιστικού φορέα), ενισχύοντας τα περιθώρια αυτενέργειας και αυτονομίας των υποκειμένων, που θα μετουσιώσει πολιτικά την συλλογική οργή και την αγανάκτηση σε δημοκρατική-αγωνιστική επιδίωξη κοινών στόχων εδώ και τώρα, είναι μια οδός που, αν μη τι άλλο, αξίζει να εξεταστεί.

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.


[1] «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα». Κώστας Σημίτης, «Εισαγωγή», στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ., Σπουρδαλάκης Μ., Λαϊκισμός και Πολιτική, Γνώση, Αθήνα 1989 σ. 17.

[2] Για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του λαϊκισμού βλ. Γ. Κατσαμπέκης & Γ. Σταυρακάκης, «Λαϊκισμός: Έγκλημα ή διέξοδος», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 19.12.2010.

[3] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=16197.

[4] Το κείμενο της ομιλίας: http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=27375.

[5] Για το ρόλο των «κομβικών σημείων» στον πολιτικό λόγο (και πιο συγκεκριμένα στον λαϊκιστικό λόγο) βλ. Ernesto Laclau, On populist reason, Verso, Λονδίνο 2005. Για τη θεωρία του λόγου εν γένει βλ. Marianne Jorgensen & Louise Phillips, Ανάλυση λόγου: θεωρία και μέθοδος, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Παπαζήση, Αθήνα 2009.

[6] Τη θέση του κομβικού σημαίνοντος στο λόγο του Αλέξη Τσίπρα (όπως και του Αλέκου Αλαβάνου μεταξύ 2004-2008) μέχρι πρόσφατα κατείχε η «νεολαία», εξ ου και είχαμε μιλήσει παλιότερα για τον ιδιότυπο «νεολαιολαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «ΣΥΡΙΖΑ: μερικές σκέψεις με αφορμή τον Δεκέμβρη», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 106, 2009, σελ. 9-11. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τη μετάβαση από τη «νεολαία» στο «λαό», η αναφορά στις οποίες θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Ας αρκεστούμε στην πρώτη και ίσως πιο πρωτοφανή εξήγηση που έχει να κάνει με το άνοιγμα από ένα περιορισμένο ακροατήριο της τάξης του 4-6% στο εθνικό ακροατήριο.

[7] Ομιλία στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ομόνοια στις 14.06.2012, ο.π..

[8] L’ Express, 16.09.2010, http://www.lexpress.fr/actualite/politique/melenchon-populiste-moi-j-assume_919603.html. Στη Γαλλία των αρχών του 2000 αυτή την κρίσιμη αντιστροφή του στίγματος του λαϊκισμού την είχε πετύχει για την νεολαϊκιστική ακροδεξιά ο Ζαν Μαρί Λεπέν, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: «Λαϊκισμός σημαίνει να λαμβάνεις υπόψη τη γνώμη του λαού. Δεν έχουν αλήθεια οι λαοί σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της γνώμης; Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε ναι, είμαι ένας λαϊκιστής». Jean-Marie Le Pen, αναφέρεται στο N. Mayer, «French Populism: The Aftermath of 21st April 2002», στο Beata Ociepka (επιμ.), Populism and Media Democracy, Wroclaw University Press, 2005. Η κόρη και διάδοχος του τελευταίου, Μαρίν Λεπέν στην ίδια λογική δε διστάζει να υπερασπιστεί τον τίτλο του «λαϊκιστή» ως εκείνου που προσβλέπει και λαμβάνει υπόψη τον λαό. Αναφερόμενη στον Μελανσόν είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Εγώ είμαι μια λαϊκίστρια με τον λαό, αυτός ένας λαϊκιστής χωρίς λαό». L’ Humanité, 14.02.2011, http://www.humanite.fr/14_02_2011-m%C3%A9lenchon-jai-envoy%C3%A9-marine-le-pen-au-tapis-vid%C3%A9o-465127.

[9] Ο λαϊκισμός στην ημεδαπή έχει οψίμως ταυτιστεί και με τα περιβόητα «άκρα», στα οποία –λόγω της καθαρά εργαλειακής τους χρήσης στο δημόσιο λόγο– χωράνε το ίδιο εύκολα οι μαζικές κινητοποιήσεις των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος της περιοχής τους από την εξόρυξη χρυσού και οι ομάδες εφόδου της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής που επελαύνουν σε γειτονιές και σπέρνουν τον τρόμο με κριτήριο το χρώμα του δέρματος. Για μια κριτική αυτής της λογικής της εξίσωσης των «άκρων» βλ. Γ. Κατσαμπέκης, «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου…», Red Notebook, 5.10.2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6958.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s